Τοῦ Β. Χαραλάμπους, θεολόγου
Στὸ ὀρεινὸ χωριὸ Καλοπαναγιώτης, τῆς Ἐπαρχίας Μαραθάσας τῆς Κύπρου, βρίσκεται ἡ Ἱερὰ Μονὴ Ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Λαμπαδιστῆ. Τὸ κτίσιμο τοῦ Μοναστηριοῦ, ἀνάγεται στὴν περίοδο μεταξὺ 10ου καὶ 12ου αἰώνα. Βόρεια τοῦ Μοναστηριοῦ, εἶναι κτισμένο τὸ Καθολικό τοῦ Μοναστηριοῦ, ἀποτελούμενο ἀπὸ τρεῖς ναούς.
Ἀρχικὰ μὲ τὴν ἵδρυση τοῦ Μοναστηριοῦ κτίσθηκε ὁ ἐγγεγραμμένος σταυροειδὴς μετὰ τρούλλου, ναὸς τοῦ Ἁγίου Ἡρακλειδίου. Βόρεια τοῦ ναοῦ αὐτοῦ, ἀρχὲς τοῦ 12ου αἰ. κτίσθηκε ὁ καμαροσκεπὴς μονόχωρος ναὸς τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Λαμπαδιστῆ. Στὴ βόρεια πλευρὰ τοῦ ναοῦ Ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Λαμπαδιστῆ, εἶναι κτισμένο τὸ Λατινικὸ παρεκκλήσιο, ἕνας μονόχωρος καμαροσκεπὴς ναὸς δίχως ἁψῖδα.
Ἡ Φραγκοκρατία, ἡ ὁποία ἀρχίζει τὸ ἔτος 1191 μ.Χ., γίνεται ἀπαρχὴ πολλῶν δεινῶν γιὰ τὸν Ὀρθόδοξο λαὸ τῆς Κύπρου. Παρατηρήθηκε τὸ φαινόμενο κατὰ τὴν περίοδο αὐτή, νὰ κτίζονται δίπλα σὲ κάποιους Ὀρθόδοξους ναούς, Λατινικὰ παρεκκλήσια, γιὰ τὸν εὐκολονόητο λόγο, τοῦ ἐκλατινισμοῦ τῶν Ὀρθοδόξων Ἑλλήνων τῆς Κύπρου. Τέτοια περίπτωση εἶναι καὶ τὸ Λατινικὸ παρεκκλήσιο στὸν Καλοπαναγιώτη.
Τὸ Λατινικὸ παρεκκλήσιο ἀποκαλεῖται «παρεκκλήσιον τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου», γιατί εἶναι ζωγραφισμένοι οἱ Οἶκοι τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου, χωρὶς αὐτὸ νὰ μαρτυρεῖ τὴν ὀνομασία τοῦ παρεκκλησίου αὐτοῦ κατὰ τὴν περίοδο τῆς Φραγκοκρατίας. Δὲν ὑπάρχει καμιὰ ἱστορικὴ πληροφορία γιὰ τὴν ὀνομασία «παρεκκλήσιο τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου». Ἡ ὀνομασία «παρεκκλήσιο τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου», δόθηκε ὡς δεύτερη ὀνομασία μετὰ τὸν 20ον αἰῶνα, ἀπὸ τὴν τοιχογραφία μὲ τοὺς Οἴκους τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου. Ἡ θεματολογία τῶν τοιχογραφιῶν, στὸ Λατινικὸ παρεκκλήσιο, εἶναι κατὰ κύριο λόγο αὐτὴ ποὺ συνηθίζεται στοὺς ναοὺς τῶν Ὀρθοδόξων.
Στὴν προσπάθεια ἐκλατινισμοῦ τῶν Ὀρθοδόξων Ἑλλήνων τῆς Κύπρου, συνέβαλαν καὶ τὰ Λατινικὰ μοναχικὰ τάγματα, τὰ ὁποῖα ἦλθαν στὴν Κύπρο, ὅπως οἱ Βενεδικτίνοι, οἱ Δομινικανοί, οἱ Καρμελίτες, οἱ Ἰωαννίτες, οἱ Φραγκισκανοὶ κ.ἄ.
Τὰ δύσκολα ἐκεῖνα χρόνια της Λατινοκρατίας στὴν Κύπρο (1191-1571 μ. Χ), ὁ Ὀρθόδοξος λαὸς τῆς Κύπρου ὑπέμεινε πολλὰ δεινά. Ὑπῆρξε βίαιη ἁρπαγὴ τῆς περιουσίας τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, καθὼς καὶ προσπάθεια νὰ ἐκλατινισθεῖ ὁ Ὀρθόδοξος λαὸς τῆς Κύπρου. Μὲ τὴν Bulla Cypria τὸ ἔτος 1260 μ.Χ., ὁ Πάπας Ἀλέξανδρος ὁ Δ΄, κατάργησε τὸν Ὀρθόδοξο Ἀρχιεπίσκοπο καὶ οἱ Ὀρθόδοξοι Ἐπίσκοποι περιορίσθηκαν σὲ τέσσερις.
Μὲ τὴν κληρικολαϊκὴ συνέλευση τῶν Λατίνων “ἐπισκόπων” τὸ ἔτος 1200 μ.Χ. καὶ τὴν ἀντίστοιχη τῆς Ἀμμοχώστου τὸ ἔτος 1222 μ.Χ., ἔγινε προσπάθεια νὰ ὑπαχθοῦν οἱ Ὀρθόδοξοι Ἐπίσκοποι, στοὺς Λατίνους “ἐπισκόπους”.
Στὴν Ἱερὰ Μονὴ Ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Λαμπαδιστῆ στὸ Λατινικὸ παρεκκλήσιο, εἶναι εἰκονογραφημένη ἡ κατακλείδα τῶν Οἴκων τοῦ Ἀκαθίστου, ὁ 24ος Οἶκος, μὲ τὴ σκόπιμη διαφορὰ ὅτι, σ’ αὐτὴ τὴν τοιχογραφία εἶναι ζωγραφισμένοι Λατῖνοι “ἐπίσκοποι”. Ἐκ παραδρομῆς ἔχουν ζωγραφισθεῖ;
Μὴ λησμονοῦμε ὅτι κατὰ τὴν περίοδο, ποὺ εἶχε ζωγραφισθεῖ τὸ Λατινικὸ παρεκκλήσιο, εἶχε ἐγκαταταβιοῦντας Ὀρθοδόξους μοναχοὺς τὸ μοναστήρι καὶ ὁ Ἡγούμενος, καθὼς καὶ οἱ μοναχοὶ παρακολουθοῦσαν τὴν σταδιακὴ ἁγιογράφησή του. Σίγουρα θὰ παρατηροῦσαν ὅτι ἡ κατακλείδα τοῦ Ἀκαθίστου, ὁ 24ος Οἶκος «Ὦ Πανύμνητε Μῆτερ», ἐζωγραφεῖτο μὲ Λατίνους “ἐπισκόπους”.
Ἐπίσης ἡ Θεοτόκος σὲ αὐτὴ τὴν τοιχογραφία, παριστάνεται ἔνθρονος νὰ κρατεῖ τὸν Χριστὸ καὶ γυρνώντας ἐκ δεξιῶν πρὸς τοὺς Λατίνους “ἐπισκόπους”, ἐνῷ ἐξ ἀριστερῶν παριστάνονται μοναχοὶ Ὀρθόδοξοι, μὲ μοναχικὸ κουκούλιο τῶν Ὀρθοδόξων μοναχῶν.
Στὴν τοιχογραφία αὐτὴ ὁ Χριστὸς παριστάνεται σὲ «φοβικὴ κίνηση ἀποστροφῆς», ἀπὸ τοὺς Ὀρθοδόξους μοναχούς. Ὁ συνδυασμὸς αὐτός, Λατίνων “ἐπισκόπων” καὶ Ὀρθοδόξων μοναχῶν σίγουρα προβληματίζει γιὰ τὴ σκοπιμότητα εἰκονογράφησής τους.
Ἀποτελεῖ «ζωγραφικὸ ὀξύμωρο» ἢ ἁπλὰ καταγράφει τὴν προσπάθεια ἐκλατινισμοῦ τῶν Ὀρθοδόξων Ἑλλήνων τῆς Κύπρου. «Δῆλον καὶ τοῦτό ἐστι, τοῦ ζοφώδους τῶν Λατίνων δόλου». Τὸ σκοπούμενο ἦταν, ὁ ἐκλατινισμὸς τῶν Ὀρθοδόξων Ἑλλήνων τῆς Κύπρου.
Γιατί ὅμως ἔχει ζωγραφίσει Λατίνους “ἐπισκόπους”; Νὰ προστρέξει κανεὶς σὲ ἀνάλογη τοιχογραφία στὴ λεγόμενη Δύση; Εἶναι γνωστὸ ὅτι ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος, ζωγραφεῖται καὶ ψάλλεται μόνο στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Ὁ ἁγιογράφος ἔχει ζωγραφίσει δεξιὰ καὶ ἀριστερά τῆς Παναγίας καὶ τοῦ Χριστοῦ ἀντίστοιχα Λατίνους “ἐπισκόπους” καὶ Ὀρθοδόξους μοναχούς. Λατινικὰ πρότυπα δὲν ὑπάρχουν στὸ θέμα τοῦτο.
Ὅπως ἀναφέρεται, τόσο ἀπὸ τοὺς κατοίκους τοῦ Καλοπαναγιώτη, οἱ ὁποῖοι διασῴζουν προφορικὴ μαρτυρία, ὅσον καὶ ἀπὸ τὴν ἐπίσημη ἱστοσελίδα τοῦ Καλοπαναγιώτη, οἱ Ὀρθόδοξοι μοναχοὶ ἐκδιώχθηκαν ἀπὸ τὸ Μοναστήρι, ὅπως εἶχε ἐπισυμβεῖ καὶ στὴν Ἱερὰ Μονὴ Σταυροβουνίου, ὅπου οἱ Ὀρθόδοξοι μοναχοὶ ἐκδιώχθηκαν καὶ κατοίκησαν γιὰ κάποιο χρονικὸ διάστημα Βενεδικτῖνοι μοναχοί.
Προφορικὲς μαρτυρίες κατοίκων ἀναφέρουν ὅτι οἱ ἐκδιωχθέντες Ὀρθόδοξοι μοναχοί, κατέφυγαν στὸν μικρὸ ναὸ τοῦ Ἀρχαγγέλου Μιχαήλ, ποὺ βρίσκεται σὲ μία βουνοκορφή, δυτικὰ τοῦ Καλοπαναγιώτη, λίγο πιὸ ψηλὰ ἀπὸ τὸν μικρὸ ναὸ τῶν Ἁγίων Σεργίου καὶ Βάκχου. Τὸ τοπωνύμιο «Τζιελλιὰ» (Κελλιά), στὴν περιοχὴ αὐτὴ ἔρχεται νὰ ἐπιβεβαιώσει τὴν διασωθεῖσα προφορικὴ παράδοση.
Ὅσον ἀφορᾶ τὸν ἰσχυρισμὸ ὅτι τὸ Λατινικὸ παρεκκλήσιο ἐκτίσθη «στὰ πλαίσια τῆς συνύπαρξης τῶν δύο δογμάτων», μετὰ τὴν ψευδενωτικὴ σύνοδο Φερράρας – Φλωρεντίας, τοῦ ἔτους 1439 μ.Χ., τοῦτο ἀποτελεῖ ἱστορικὴ παραγνώριση, τόσο τῆς καταπίεσης τῶν Ὀρθοδόξων ἀπὸ μέρους τῶν Λατίνων, ὅσο καὶ τῆς δόλιας προσπάθειας γιὰ ἐκλατινισμὸ τῶν Ὀρθοδόξων.
Ἂν ὁ λόγος ποὺ εἶχαν κτισθεῖ τὰ λεγόμενα Λατινικὰ παρεκκλήσια ἦταν τοῦτος, οἱ ἐπιγραφὲς θὰ εἶχαν γραφεῖ στὴν λατινικὴ γλῶσσα καθὼς καὶ ἡ θεματολογία τῶν τοιχογραφιῶν θὰ ἦταν ἀνάλογη. «Δῆλον καὶ τοῦτό ἐστι, τοῦ ζοφώδους τῶν Λατίνων δόλου».




