Τοῦ κ. Νικολάου Κατσιαβριᾶ
Προσωπικὰ αἰσθάνομαι πολὺ εὐλογημένος ἀπὸ τὸ Θεό, ποὺ γεννήθηκα, ἀνατράφηκα καὶ ζῶ ὡς Ἕλληνας καὶ Ὀρθόδοξος Χριστιανός. Παρατηρῶ τὴν παγκόσμια ἱστορία καὶ θαυμάζω καὶ καμαρώνω γιὰ τοὺς δύο μεγάλους πολιτισμούς, τοὺς ὁποίους δημιούργησαν οἱ πρόγονοί μας. Τὸν ἀρχαῖο ἑλληνικό, ὁ ὁποῖος ἐξαπλώθηκε στὰ πέρατα τὴν οἰκουμένης μὲ τὸν Μέγα Ἀλέξανδρο, καὶ τὴ Ρωμιοσύνη, ἡ ὁποία στηρίχθηκε στὰ αἵματα τῶν ἁγίων μαρτύρων καὶ ἑδραιώθηκε ὡς πολιτικὴ ὀντότητα ἀπὸ τὸν Ἅγιο, ἐπίσης Μέγα Κωνσταντῖνο.
Οἱ δύο μεγάλοι καὶ παγκόσμιοι αὐτοὶ πολιτισμοὶ σημάδεψαν μὲ τρόπο θετικὸ τὴν παγκόσμια ἱστορία. Καὶ οἱ δύο κωδικοποιήθηκαν σὲ δύο ναούς. Τὸν Παρθενώνα στὴν Ἀθήνα καὶ τὴν Ἁγία Σοφία στὴν Κωνσταντινούπολη. Ὁ πρῶτος ἦταν ἀφιερωμένος στὴν παρθένο θεὰ τῆς Σοφίας Ἀθηνᾶ, ἐξ’ οὗ καὶ Παρθενώνας. Κατανοοῦσαν οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες ὅτι τὸ ἀνώτερο, ποὺ μποροῦσαν νὰ ἐπιδιώξουν, εἶναι ἡ σοφία συνεζευγμένη μὲ τὴν ἐγκράτεια καὶ τὴν ἀρετή. Γι’ αὐτὸ καὶ ἔλεγαν ὅτι «ἐπιστήμη χωριζομένη ἀρετῆς πανουργία καὶ οὐ σοφία φαίνεται». Οἱ ἄξιοι αὐτῆς τῆς σοφίας ἔπρεπε νὰ τὴ συνδυάζουν μὲ τὸ κάλλος, τὴν ὀμορφιά.
Αὐτὰ ἐν συντομίᾳ γιὰ τοὺς Ἀρχαίους Ἕλληνες καὶ τὸν Παρθενώνα. Ἀλλὰ «τί σημαίνει ἡ Ἁγιὰ Σοφιά», τὸ Μέγα Μοναστήρι μὲ τὰ τετρακόσια σήμαντρα καὶ τὶς ἑξῆντα δυὸ καμπάνες, τὸ καύχημα τῶν προγόνων μας τοῦ Μεσαίωνα, τὸ ὁποῖο ἔχει στοιχειώσει καὶ στοιχειώνει ἀκόμα τὶς δικές μας ζωές;
Οἱ Ρωμαῖοι πρόγονοί μας – τριάντα φορὲς Ἕλληνες – ὀνόμαζαν ἐπίσημα τὸν ναὸ τῆς Ἁγιᾶς Σοφιᾶς ναὸ «τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας». Αὐτὸς ἦταν ἀφιερωμένος στὸ Θεὸ Λόγο, τὸ ἕνα πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, τὸ ὁποῖο ἐσαρκώθη «ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς Παρθένου», ἀφήνοντάς μας πρότυπο ζωῆς («ἡμῖν ὑπολιμπάνων ὑπογραμμόν», ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος Πέτρος). Αὐτὸς ἦταν καὶ εἶναι πλέον ἡ Σοφία μας καὶ στὰ ἴχνη του πρέπει νὰ βαδίζουμε. Ὄχι μακριὰ ἀπὸ τὴν Ἁγιὰ Σοφιὰ εἶχε κτισθεῖ ὁ ναὸς τῆς Ἁγίας Εἰρήνης, ἀφιερωμένος καὶ αὐτὸς στὸν Ἰησοῦ Χριστό, ποὺ εἶναι ἡ Εἰρήνη μας καὶ «ὁ ἰατρὸς τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων ἡμῶν». Αὐτὰ σημαίνουν ὅτι χωρὶς τὸ Χριστὸ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἴμαστε οὔτε σοφοὶ οὔτε εἰρηνικοὶ καὶ ἁπλοὶ ἄνθρωποι. Αὐτὸ ποὺ ἀναζητοῦσαν οἱ ἀρχαῖοι, ὅταν ἔλεγαν «ὡς χαρίεν ἔσται ἄνθρωπος ὅταν ἄνθρωπός ἐστι» τὸ βρῆκαν στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸς εἶναι ἡ λύση τῶν ἀνθρώπινων προβλημάτων καὶ ἡ ὁλοκλήρωση τῶν ἐσώτερων ἀνθρώπινων προσδοκιῶν.
Οἱ ναοὶ τοῦ βασιλικοῦ ρυθμοῦ βασίζονταν στοὺς ἀρχαίους ἑλληνικοὺς ναούς, ἀλλὰ δὲν μποροῦσαν νὰ ἐκφράσουν τὴν ὀρθόδοξη θεολογία. Ἔπρεπε νὰ βρεθεῖ τρόπος νὰ στηριχθεῖ ἀπέραντος τροῦλλος, γιὰ νὰ φανεῖ ὅτι ὁ Θεὸς σπλαγχνίσθηκε τὸ ἀνθρώπινο γένος καὶ «ἔκλινεν οὐρανοὺς καὶ κατέβη». Ἦλθε, δηλαδή, αὐτόκλητος σὲ ἐμᾶς ἀπὸ ἀγάπη καὶ εὐσπλαγχνία. Γιὰ νὰ γίνει αὐτὸ ἦταν ἀπαραίτητο νὰ στηθεῖ σὲ μεγάλο ὕψος τεράστια κυκλικὴ βάση, ὥστε σὲ αὐτὴ νὰ κτιστεῖ ὁ τροῦλλος. Αὐτὸ ἦταν ἕνα μαθηματικὸ πρόβλημα, τὸ ὁποῖο ἔλυσαν μεγαλοφυῶς καὶ μὲ ἁπλότητα ὁ Ἀνθέμιος μὲ τὸν Ἰσίδωρο. Στερέωσαν τέσσερις τεράστιους κίονες, πάνω σὲ αὐτοὺς ἔστησαν τέσσερις τεράστιες ἁψῖδες καὶ σὲ αὐτὲς τέσσερα κυκλικὰ τρίγωνα. Πάνω στὸν κυκλικὸ τοῖχο, ποὺ δημιουργήθηκε, ἔχτισαν σειρὰ παραθύρων καὶ πάνω ἀπὸ αὐτὰ στερέωσαν τὸν τροῦλλο.
Τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ἐκπληκτικό. Μὲ τὸ ποὺ μπαίνεις στὸ ναὸ βλέπεις πλούσια φωτοχυσία καὶ τὸν τροῦλλο σὰ νὰ αἰωρεῖται.
Τὸ ὅλο ἀρχιτεκτόνημα κωδικοποιεῖ τὸν πολιτισμὸ καὶ τὴ στάση ζωῆς τῶν δημιουργῶν του καὶ γι’ αὐτὸ χρησιμοποιήθηκε καὶ ἀντιγράφηκε εὐρέως. Μὲ δύο λόγια πρακτικὰ θέλει νὰ πεῖ τὸ ἑξῆς: Ὅτι ἀνθρωπίνως κάνουμε ὅ,τι περνάει ἀπὸ τὸ χέρι μας. Ἀξιοποιοῦμε ὅλες τὶς δυνατότητές μας εἴτε αὐτὲς εἶναι τεχνικὲς εἴτε μαθηματικὲς – ἐπιστημονικὲς εἴτε οἰκονομικὲς εἴτε … Ἀλλὰ αὐτό, ἐννοεῖται, δὲν μᾶς ἀρκεῖ. Ὁ ἄνθρωπος δὲν ἐξαντλεῖται μὲ αὐτά. Τί νὰ τὰ κάνουμε τὰ δημιουργήματα χωρὶς τὸ Δημιουργό; Ὅταν ποθεῖς τὸ ἄκτιστο, πῶς νὰ χορτάσεις μὲ τὰ κτιστά; Πῶς νὰ εἰρηνεύσεις, ἂν ἀκολουθεῖς τὰ βήματα τοῦ Κάιν;
Θέλουμε τὸ κάθε ἔργο μας νὰ τὸ σκεπάζει ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ. Ζοῦμε μὲ τέτοιο τρόπο ὥστε αὐτὴ νὰ ἀναπαύεται πάνω μας καὶ νὰ κατευθύνει τὰ ἔργα μας.
Μὲ αὐτὴ τὴν ἁπλὴ στάση δημιουργεῖται πολιτισμὸς ἀνώτερος καὶ περισσότερο παγκόσμιος ἀπὸ ὅλους ὅσους ἔχουν δημιουργηθεῖ πάνω στὴ γῆ. Μὲ αὐτὸν κριτήριο κατανοοῦμε ὡς βίαιους καὶ βάναυσους τοὺς «πολιτισμοὺς» τῆς παπικῆς καὶ προτεσταντικῆς Δύσης, τοῦ Ἰσλάμ, τοῦ … Ἔχουμε δὲ τὴ βεβαιότητα ὅτι αὐτὸς εἶναι ἡ προσδοκία ὅλων τῶν ἐθνῶν τοῦ κόσμου καὶ κάθε ἀνθρώπινης ὕπαρξης. Μόνο μὲ αὐτὴ τὴ στάση ζωῆς καὶ αὐτὸ τὸ φρόνημα μπορεῖ νὰ ἑνωθεῖ ὅλος ὁ κόσμος.
Ἡ Πόλη καὶ ἡ Ἁγιὰ Σοφιὰ ἐδῶ καὶ πάνω ἀπὸ 550 (!) χρόνια βρίσκεται στὰ χέρια τῶν Τούρκων. Ἀφοῦ οἱ προπάτορές μας ἐγκατέλειψαν τὸ δρόμο τοῦ Θεοῦ καὶ προσκύνησαν τὸν Ἀντίχριστο Πάπα, ὁ Θεὸς ἐπέτρεψε νὰ δοθεῖ στὰ χέρια τοῦ βάρβαρου ἀσιάτη. Προφανῶς ὁ Θεὸς ἀγαπάει ὅλους τοὺς ἀνθρώπους καὶ θέλει τὴν ἐπιστροφή τους σὲ Αὐτόν. Θέλει τὴν ἐπιστροφὴ καὶ τῶν Τούρκων. Ἂν ἐπέστρεφαν θὰ γινόταν μεγάλη χαρὰ στὸν οὐρανὸ καὶ στὴ γῆ. Ἀλλὰ ὁ Τοῦρκος κατακτητὴς σὲ αὐτὰ τὰ 550 χρόνια, ἐνῷ ζεῖ στὰ ἁγιασμένα χώματα, δὲν μπόρεσε κατανοήσει τὸν «λόγο» τῆς Ἁγιᾶς Σοφιᾶς καὶ νὰ ἀνοίξει τὴν «μυστικὴ» θύρα της. Γι’ αὐτό, ὅπως ἔλεγε ὁ ἅγιος Παΐσιος, ἔχουν τὰ «κόλλυβα στὸ ζωνάρι τους», δηλαδὴ τὸ τέλος τους εἶναι κοντά.
Ἔτσι ἐπιβεβαιώνεται τὸ τραγουδάκι ποὺ λέει πώς:
«Τῆς Ἁγιᾶς Σοφιᾶς οἱ πόρτες δὲν ἀνοίγουν μὲ κλειδιά. Μόν’ ἀνοίγουν μὲ λεβέντες καὶ μ’ ἑλληνικὰ σπαθιὰ»
Ἐμεῖς, ἆραγε, εἴμαστε ἄξιοι νὰ διαδεχθοῦμε τοὺς Τούρκους;




