Γράφει ὁ κ. Ἡρακλῆς Ρεράκης, Καθηγητὴς ΑΠΘ, Πρόεδρος τῆς Πανελληνίου Ἑνώσεως Θεολόγων
1ον
Τὰ δαιμονικὰ πάθη, βασανίζουν τὸν πτωτικὸ ἄνθρωπο, ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ μπῆκαν στὴ ζωή του μὲ τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα. Νωρίτερα δὲν ὑπῆρχαν, καθὼς ὁ ἄνθρωπος, ἐντός τοῦ Παραδείσου καὶ πλησίον τοῦ Δημιουργοῦ του, ἦταν ἁγνὸς καὶ ἄκακος.
Μετὰ τὴν παρακοὴ καὶ τὴ συμπόρευσή του μὲ τὸν Σατανᾶ, ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τὸν Ἀγαθὸ Πατέρα του καὶ συνέχισε νὰ μολύνεται ψυχοσωματικὰ μὲ τὸ κακὸ καὶ τὴν ἁμαρτία.
Ἡ θεραπεία καὶ ἀνόρθωσή του, μετὰ τὴν πτώση, ἦταν σχεδὸν ἀδύνατη, ἐνῷ ἐξαίρεση ἀποτελοῦν οἱ Ἅγιοι ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ στὴν ΠΔ, πού, λόγῳ τῆς βαθύτατης καὶ ἐνάρετης πίστεως καὶ ὑπακοῆς στὶς οὐράνιες ἐντολές, ἔλαβαν εἰδικὴ χάρη ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ μπόρεσαν νὰ ὑπερβοῦν τὴν Πτώση καὶ νὰ ἀνέβουν στὰ στάδια τῆς Τελειώσεως (Κάθαρση – Φωτισμὸς – Θέωση).
Οἱ ὑπόλοιποι ἄνθρωποι, ποὺ ἔζησαν πρὶν ἀπὸ τὴν ἔλευση τοῦ Θεανθρώπου, ἦταν ἐγκλωβισμένοι στὴν ἁμαρτία καὶ ὑποταγμένοι στὰ ἐξουσιαστικὰ πάθη τοῦ διαβόλου, ποὺ ὁδηγοῦσαν μακρὰν τῆς ἀληθινῆς καὶ ἔνθεης ζωῆς, στὰ δεσμὰ τοῦ Ἅδη καὶ τοῦ θανάτου.
Ὁ Χριστός, κατέβηκε στὸν κόσμο, ὡς Λυτρωτὴς καὶ Ἀπελευθερωτὴς τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, γεννήθηκε ἀληθινὸς ἄνθρωπος, διατηρώντας τὴ Θεότητά Του καί, καθὼς ἅπλωσε στὸν Σταυρό Του τὰ χέρια, γεφύρωσε τὸ χάσμα μεταξὺ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου, ἑνώνοντας πάλι τὸ Θεῖο καὶ τὸ ἀνθρώπινο, ποὺ εἶχαν χωριστεῖ μὲ τὴν Πτώση: «Ἥπλωσας τὰς παλάμας καὶ ἥνωσας τὰ τὸ πρὶν διεστῶτα», (τροπάριον ἀπὸ τὸν Κανόνα τοῦ Ὄρθρου τοῦ Μ. Σαββάτου).
Μέχρι ποὺ ἦλθε ὁ Χριστός, ἡ Πτώση ἦταν ὑποχρεωτική, ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος δὲν μποροῦσε νὰ ξεφύγει ἀπὸ τὰ δίκτυα τοῦ σατανᾶ. Ἡ ἁμαρτωλότητα τοῦ ἀνθρώπου ἦταν μία αἱμορροοῦσα πληγὴ ποὺ δὲν ἔκλεινε. Ὁ νοῦς, ἡ καρδία, οἱ λογισμοὶ τοῦ ἀνθρώπου, ὡς τὰ ὄργανα ποὺ ἀποφασίζουν γιὰ τὶς ἐνέργειες τοῦ ἀνθρώπου, εἶχαν καταντήσει σπήλαιο λῃστῶν καὶ ἕρμαιο παθῶν.
Οἱ θύρες τῶν αἰσθήσεων ἦταν ἀνοικτὲς σὲ κάθε μορφῆς ἁμαρτίες καὶ ἀνομίες καὶ καθιστοῦσαν τὸν ἐσωτερικὸ οἶκο τοῦ Θεοῦ, ἀκατάλληλο γιὰ νὰ ἔλθει καὶ νὰ κατοικήσει τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ.
Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἐπισημαίνει τὴν ἀδυναμία τῆς ἀκάθαρτης ἐσωτερικότητας νὰ φιλοξενήσει τὸν καθαρὸ Θεό: «Διὰ τοῦτο καθαρτέον πρῶτον ἑαυτόν, εἴτα τῷ καθαρῷ προσομιλητέον».
Ὁ ἄνθρωπος εἶχε πέσει πολὺ χαμηλὰ καὶ δὲν μποροῦσε, ἀπὸ μόνος του, νὰ σπάσει τὰ δεσμὰ τοῦ διαβόλου, ποὺ τὸν κρατοῦσαν ὑπόδουλο στὸ βασίλειό του.
Ὁ Θεός, ἀπὸ ὑπερβολικὴ ἀγάπη πρὸς τὸ πλάσμα του, ἀποφάσισε νὰ παρέμβει, μὲ τέτοιο τρόπο, ὥστε, ἀφενός, νὰ τὸν βοηθήσει νὰ ἀπαλλαχθεῖ ἀπὸ τὴ δουλεία τοῦ διαβόλου, ἀφετέρου νὰ μὴ καταργήσει τὸ αὐτεξούσιο ποὺ τοῦ εἶχε χαρίσει ἐξ ἀρχῆς.
Ἐρχόμενος ὁ Χριστός, ἑπομένως, καὶ νικώντας τὸν διάβολο καὶ τὸν θάνατο καθιστᾶ τὴν πτώση προαιρετική. Ὁ Χριστιανὸς λαμβάνει τὴν εὐεργεσία τοῦ Θεοῦ, διὰ τοῦ Θεανθρώπου, ἔτσι ὥστε νὰ μπορεῖ, ἂν θέλει, νὰ ἐλευθερωθεῖ ἀπὸ τὸν κατεξουσιασμὸ τῶν παθῶν καὶ τὴν κατάρα τῆς ὑποχρεωτικότητας τῆς Πτώσεως, διὰ τοῦ Ἁγίου Βαπτίσματος, διότι μὲ αὐτὸ τοῦ δίδεται, χαρισματικά, ἡ θεϊκὴ δύναμη ἀλλὰ καὶ ὁ τρόπος νὰ ἀντισταθεῖ στὸν διάβολο καὶ νὰ τὸν νικήσει, (ἀποτάσσοντας τὸν σατανᾶ καὶ τὰ ἔργα του καὶ συντασσόμενος μὲ τὸν Χριστὸ ἐντὸς τῆς Ἁγίας Του Ἐκκλησίας).
Ἡ ἄρνηση τοῦ κακοῦ, ὡς ἄθλημα ἐλευθερίας, τὸν καθιστᾶ συνεπῆ πρὸς τὴν πίστη του στὸν Χριστό, ἕτοιμο νὰ προσφέρει τὴ δική του προσωπικὴ σταύρωση, τὴ σταύρωση τῶν παθῶν, ὡς ἔνδειξη θεληματικῆς συμμετοχῆς του στὴ σταυρικὴ θυσία τοῦ Θεανθρώπου ὑπὲρ τῆς δικῆς του σωτηρίας.
Ὁ Χριστός, ὡς Σωτήρας, θέλει νὰ μᾶς βοηθήσει νὰ σωθοῦμε, γιατί γι’ αὐτὸν τὸν σκοπὸ ἦλθε στὸν κόσμο. Ὅμως, Ἐκεῖνος ἀνέβηκε ἑκουσίως στὸν Σταυρό, πρὶν ἀναστηθεῖ, γιὰ νὰ μᾶς δείξει ὅτι ὁ σταυρικὸς δρόμος, εἶναι καὶ ὁ δικός μας δρόμος γιὰ τὴ δική μας Ἀνάσταση καὶ Ζωή.
Κάθε Χριστιανὸς γνωρίζει ὅτι ἡ σωτηρία μας εἶναι μὲν θέλημα Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ δική μας ἐπιλογή. Ἔτσι ἑρμηνεύεται στὴν Ἐκκλησία τὸ κάλεσμα ποὺ λαμβάνουν ὅλοι καὶ ὁ καθένας χωριστά: «Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθείτω μοι» (Μᾶρκ. 8, 34).
Ὁ παλαιός μας, κακὸς καὶ σαρκικὸς ἄνθρωπος, εἶναι ἀνάγκη νὰ σταυρωθεῖ καὶ νὰ πεθάνει, χάριν τοῦ Σωτήρα καὶ τῆς σωτηρίας μας, γιὰ νὰ γεννηθεῖ ὁ νέος ἄνθρωπος, ὁ πνευματικός, ὁ ἐμπνεόμενος ἀπὸ τὴ χάρη καὶ τὴν εὐλογία τοῦ Λυτρωτῆ.
Κατὰ συνέπεια, τὸ ὅπλο ἀλλὰ καὶ τὸ πρότυπο ζωῆς καὶ ἄθλησης τοῦ Χριστιανοῦ, εἶναι ὁ Σταυρός, τὸν ὁποῖο εἶναι ἀνάγκη νὰ σηκώνει, διαρκῶς, ὅλο τὸν χρόνο τῆς ζωῆς του καὶ ὄχι μόνον τὴ Μ. Σαρακοστή, στὸν ἀγῶνα του νὰ ἀκολουθεῖ τὸν Θεάνθρωπο καὶ νὰ δέχεται τὴ θεοποιὸ χάρη τοῦ Σταυροῦ καὶ τὴ δύναμη τῆς Ἁγίας Του Ἀναστάσεως, ποὺ τοῦ παρέχει τὴν ἐλπίδα τῆς νίκης κατὰ τοῦ Θανάτου.




