ΟΙ ΜΑΘΗΤΑΙ ΘΑ ΔΙΚΑΖΟΥΝ ΕΚ ΝΕΟΥ ΤΟΝ ΑΡΕΙΟΝ!

Ορθόδοξος Τύπος Εφημερίδα

Μετά την αποπομπήν του από την διεύθυνσιν του περιοδικού «ΘΕΟΛΟΓΙΑ» ο κ. Στ. Γιαγκάζογλου εξέδωσεν εις πείσμα των επικριτών του Ιεραρχών και θεολόγων περιοδικόν υπό την ονομασίαν «Ανθίβολα». Το περιοδικόν υποστηρίζει τον Σεβ. Περγάμου, μέντορα του κ. Γιαγκάζογλου, το Κολυμβάριον και τα νέα θρησκευτικά. Την υποστήριξιν των νέων προγραμμάτων εις τα θρησκευτικά ανέλαβεν ο ίδιος μαζί με τον κ. Δ. Μόσχον, πρόεδρον του συνδέσμου «ΚΑΙΡΟΣ». Προφανώς εις τας συνεργασίας αυτάς αποβλέπει ο κ. Γιαγκάζογλου δια την εκλογήν του εις την θέσιν της δογματικής της Θεολογικής Σχολής Αθηνών καθώς ο κ. Μόσχος είναι καθηγητής εις αυτήν θα διαδραματίση καθοριστικόν ρόλον.

Ο κ. Δ. Μόσχος συνέγραψεν άρθρον με τίτλον «Η θρησκευτική αγωγή μεταξύ ανοικτής και κλειστής θεολογίας». Εις το άρθρον αυτόν επιχειρεί να ταυτίση την «ανοικτή θεολογία» με τας θέσεις του «ΚΑΙΡΟΥ» και την «κλειστή» με τους επικριτάς του. Επιθυμεί με αυτό το ψυχολογικόν τέχνασμα να παρουσιάση τας θέσεις του «ΚΑΙΡΟΥ» ως θετικάς και προοδευτικάς, ενώ όσων προτείνουν μίαν άλλην γραμμήν ως οπισθοδρομικάς. Μήπως όμως τελικώς τα πρα­γματα αντιστρέφονται;

Πρώτος βασικός πυλών της σκέψεώς του είναι ότι «μέσα αλλά κι έξω από τη σχολική τάξη… η εμπειρία της Αποκάλυψης του Θεού γίνεται αντικείμενο επεξεργασίας με τις γνωστικές δυνάμεις του ανθρώπου». Ήδη από αυτό το πρόταγμα αντιλαμβάνεται κανείς ότι η τα κριτήριά του είναι σχολαστικά η η διατύπωσις είναι εντελώς εσφαλμένη. Η συνέχεια δικαιώνει την πρώτην εκδοχήν: Αναφέρεται εις τον Άγιον Γρηγόριον τον Παλαμάν και εις την διαμάχην του με τον Βαρλαάμ τον Καλαβρόν. Κατά τον κ. Μόσχον ο Άγιος χρησιμοποιεί τον αποδεικτικόν συλλογισμό, ενώ ο Βαρλαάμ τον διαλεκτικόν. Διαπιστώνει όμως εν συνεχεία ότι ο αποδεικτικός λογισμός είχεν ισχύν μόνον κατά την αρχαιότητα και τον Μεσαίωνα «γιατί προϋπέθετε την έννοια της κοινότητας», ενώ σήμερα –και εδώ έρχεται ο δεύτερος πυλών της σκέψεώς του- η «κοινότητα οριστικά ανασχηματίσθηκε με βάση εκκοσμικευμένα κριτήρια…». Εν ολίγοις ο κ. Μόσχος ακυρώνει εις το παρόν την επιχειρηματολογίαν του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά.

Η αντίληψις αυτή είναι σαφώς σχολαστική. Εις αυτό το σημείον όντως συγκρούονται δύο κόσμοι. Δια να το καταστήσωμεν εμφανές θα λάβωμεν ένα παράδειγμα μέσα από τα ίδια του τα λόγια. Γράφει «Πολλοί επέκριναν τη λεγομένη οντοθεολογία, ότι δηλαδή ο Θεός είναι ένα αντικείμενο που με την τυπική λογική τον μεταχειριζόμαστε, όπως τα αντικείμενα που εμπίπτουν στη λογική κατηγορία ύπαρξης. Βεβαίως, κυρίως στην Ορθόδοξη θεολογία, από ενωρίς σχετικοποιήθηκε αυτού του είδους η λογική με τη λεγομένη αποφατική θεολογία, από μεγάλους Πατέρες και συγγραφείς της Εκκλησίας που έγιναν ακριβώς μεγάλοι μέσα από φάσεις έντονων θεολογικών ερίδων, όταν δηλαδή η έννοια της κοινότητας κλυδωνιζόταν έντονα και έβαζαν μέσα στην αριστοτελική απόδειξη, δηλ. στον απαγωγικό συλλογισμό, και διορθωτικούς περιορισμούς, ώστε να «καινοτομήσουν τα ονόματα»». Ο κ. Μόσχος γράφει με τρόπον που αποστασιοποιείται. Τι σημαίνει «πολλοί επέκριναν», δηλ. ο ίδιος συμφωνεί; Εκείνο όμως που μας προβληματίζει περισσότερον είναι ότι αποδίδει την ανάδειξιν των «Μεγάλων Πατέρων» εις κοινωνιολογικά και γνωστικά κριτήρια και όχι εις το γεγονός της επινεύσεως του Αγίου Πνεύματος. Ακριβώς δι’ αυτό και τους συγκατατάσσει με άλλους Εκκλησιαστικούς συγγραφείς, ταξινόμησις η οποία ακολουθείται υπό της σχολαστικής θεολογίας. Η ιστορία είναι το κριτήριον και όχι η πίστις! Πρόκειται ακριβώς δια το αλλοιωμένον πρίσμα του δυτικού διανοητικού ακαδημαϊσμού που τηρουμένων των αναλογιών συναντούμε εις την εξήγησιν των γεγονότων από αριστερούς διανοητάς. Είναι τυχαίον ότι εις τον «ΚΑΙΡΟ» εντάσσονται αρκετοί αριστεροί ακαδημαϊκοί;

Ακολουθεί η «κλειστή θεολογία» την οποίαν, κατά τον κ. Μόσχον, προσπαθεί να δικαιολογήση η «θρησκευτική διδασκαλία» χρησιμοποιούσα «υπέρτερα αγαθά, όπως τον κοινωνικό φρονηματισμό, τη συμπλήρωση της εθνικής η πολιτιστικής ταυτότητας… η τακτική αυτή υπάρχει και σήμερα στην ελλαδική πραγματικότητα θεωρώντας ότι αν προασπίσουμε την κλειστή θεολογία, υπερασπιζόμαστε και την ταυτότητα της κοινότητας. Κι έτσι η κλειστή θεολογία γίνεται εργαλείο επιβολής, που μας μεταφέρει και σε μία κλειστή εκκλησιολογία (δηλαδή τα δογματικά όρια γίνονται κανονικά όρια κι αυτά με τη σειρά τους σωτηριολογικά)». Κατ’ αρχάς υποκρύπτεται εις τα λόγια του η απόλυτος διάκρισις μεταξύ Εκκλησίας και Εθνών. Δεν είναι εντός του σχεδίου του Θεού η ύπαρξις των εθνών η το γένος των χριστιανών οφείλει να αποβάλη κάθε άλλο χαρακτηριστικόν; Τα εθνικά χαρακτηριστικά δεν προσλαμβάνονται π.χ. εις την χριστιανικήν τέχνην; Κατασκευάζουν οι ιδεολόγοι των νέων θρησκευτικών ένα χριστιανισμόν ιδεαλιστικόν, εξαϋλωμένον από κάθε τι υλικόν. Είναι όμως πραγματικά αντιφατικόν να μέμφωνται την «πολιτιστική ταυτότητα» και οι ίδιοι να ισχυρίζωνται ότι εις τα νέα προγράμματα δίδεται έμφασις εις την Ορθοδοξίαν, διότι αυτή είναι η παράδοσις του τόπου και επειδή κάθε νέος πρέπει να μάθη αυτήν την χριστιανικήν γλώσσαν, δια να ερμηνεύη αυτά που τον περιβάλλουν! Λίαν ανησυχητικόν είναι όμως, όταν αντιτίθεται εις  την  ταύτισιν  δο­γματικών και σωτηριολογικών ορίων. Δύναται να εγγυηθή τα δογματικά όρια εκτός των κανονικών ορίων; Η μήπως συγχέει τα χαρισματικά όρια με τα δογματικά; Ατέρμονες συζητήσεις δύνανται να διεξαχθούν δια την σωτηρίαν των εκτός των κανονικών ορίων, όμως η μόνη βεβαιώτης ευρίσκεται  εντός αυτών. Μία «ανοικτή εκκλησιολογία» θα αποσυνέδεε τα δογματικά από τα κανονικά όρια; Αντιλαμβάνεται τι σημαίνει αυτό;

Εν συνεχεία επαναλαμβάνει την συνήθη κατηγορίαν ότι η άποψίς του, δηλ. η «ανοικτή θεολογία», «στιγματίζεται (ενν. από τους επικριτάς) ως αποδομητική, συγκρητιστική κ.λπ.». Εφ’ όσον αποδομεί την «κλειστή θεολογία» δεν είναι αποδομητική; Εφ’ όσον αδιαφορεί δια τα «κανονικά όρια», δεν είναι συγκρητιστική; Και μετά από αυτήν την γενικήν επίθεσιν ακολουθεί η ειδική επίθεσις εναντίον του Σεβ. Πειραιώς, τον οποίον δεν κατονομάζει, αλλά παραθέτει απόσπασμα από μίαν επιστολήν του προς τον Υπ. Παιδείας. Ίσως έτσι εξηγείται και η επιστολή του Σεβ. Αργολίδος προς τον Σεβ. Πειραιώς, καθώς και ο κ. Νεκτάριος συμφωνεί με τον «ΚΑΙΡΟ».

Τα επιχειρήματα του κ. Μόσχου κατά των επιχειρημάτων του Σεβ. Πειραιώς δεν είναι ομοιογενή. Ο κ. Μόσχος επικαλείται τα μαρτυρολόγια, δια να ισχυρισθή ότι οι χριστιανοί κατεδικάζοντο ως χριστιανοί αλλά «το όνομα του Θεού δεν αποκαλυπτόταν… η διαχείριση του ονόματος του Θεού γινόταν με πολύ μεγαλύτερη προσοχή και σύνεση στο δημόσιο χώρο» και αυτό διότι προϋποτίθεται ότι «το ακροατήριο που μας ακούει έχει την ίδια ταυτότητα μ’ εμάς», δια να προφέρουμε το όνομα του Θεού. (Παρασιωπά βεβαίως ότι την εποχήν εκείνην υπήρχαν γενικώς «μαγικαί» αντιλήψεις δια την χρήσιν ονομάτων θεοτήτων, αι οποίαι δεν ισχύουν σήμερα. Δεν υπάρχει «μυστικό» σήμερα του Χριστιανισμού, το οποίον να μαρτυρήται μόνον εις την ομάδα των μυημένων πιστών, καθώς ο πλέον άθεος δύναται να διαβάση εις τα βιβλία τα πάντα, να παρακολουθήση εις το διαδίκτυον τέλεση μυστηρίων η να εισέλθη εις Θ. Λειτουργίαν –ακόμα και εις το ιερόν βήμα- και να βιώση όλα εκ του σύνεγγυς).  Όμως οφείλει να σταθή κανείς εις την εξόφθαλμον εσφαλμένην μεταπήδησιν από την μαρτυρίαν του ονόματος εις τα μυστήρια. Παραλληλίζει την μαρτυρίαν του ονόματος με την λατρείαν και την απαγγελίαν του Συμβόλου της Πίστεως, τα οποία προορίζονται μόνον δια πιστούς. Είναι τουλάχιστον υποκριτικόν να επικαλούνται αυτάς τας θέσεις, όταν είναι υπέρμαχοι του οικουμενισμού και των διαθρησκειακών συμπροσευχών. Δεν αποδέχονται την απαγγελίαν του Συμβόλου της Πίστεως εις την σχολικήν τάξιν με την πρόφασιν ότι τα παιδιά δεν είναι ομόδοξα, αλλά δεν τους ενοχλεί να απαγγέλλουν από κοινού εκπρόσωποι χριστιανικών ομολογιών το «Πάτερ ημών» η διαφόρων θρησκειών αυτοσχεδίους προσευχάς π.χ δια την ειρήνην! Ωστόσον ας εμμείνωμεν εις το θεολογικόν επιχείρημα ότι είναι άλλο τα μυστήρια της Εκκλησίας, που όντως προϋποθέτουν αυστηρώς ομόδοξον κοινότητα, και άλλο η μαρτυρία του ονόματος.

Ο σκοπός του κ. Μόσχου είναι ένας: η απόδειξις ότι οφείλομεν να παραιτηθώμεν από την ιεραποστολήν εις το σχολικόν περιβάλλον! Δια τούτο επικαλείται το πόνημα του αοιδίμου Ηλ. Βουλγαράκη «Αποφυγή ασκήσεως Ιεραποστολής εις την Αρχαίαν Εκκλησίαν». Δυσ­τυχώς όμως δια τον ίδιον δεν υποστηρίζει αυτάς τας απόψεις ο μακαριστός καθηγητής. Προτείνεται αποφυγή μόνον όταν οι ιεραπόστολοι είναι χαμηλής μορφώσεως η όταν το περιβάλλον είναι εχθρικώς διακείμενον ενσυνειδήτως. Η μόνη υπό συζήτησι περίπτωσις είναι το «ανετοίμως διακείμενον ακροατήριον», δηλ. ακροατήριον που είναι άγνωστον αν έχη καλήν θέλησιν η όχι. Ωστόσον, αφ’ ενός είναι αδύνατον οι μαθηταί να μη έχουν καλήν θέλησιν, αφ’ ετέρου ο ίδιος ο Βουλγαράκης καταλήγει ότι επειδή δεν είναι δυνατόν να διαπιστωθή η καλή η η κακή θέλησις εις οποιονδήποτε ακροατήριον είναι καλύτερον να επιλέγη κανείς να κηρύξη.

Η αντιπρότασις του κ. Μόσχου έναντι της ιεραποστολής είναι να συναντήση η γλώσσα της Ορθοδοξίας την γλώσσα της φυσικής θρησκευτικότητας, η οποία «αφήνει το αποτύπωμά της μέσα στην ιστορία και παράγει μία άλλη γλώσσα, ένα πολιτιστικό κώδικα που χρησιμεύει με τη σειρά του, για να φτιάξει μία ευρύτερη πολιτιστική πια ταυτότητα»! Ενώ εμέμφετο την «πολιτιστική ταυτότητα» της «κλειστής θεολογίας» επιχαίρει τώρα δια την «πολιτιστική ταυτότητα» της «ανοιχτής θεολογίας»! Επίσης, ενώ οι υποστηρικταί των νέων προγραμμάτων και ο κ. Μόσχος εμμένουν εις το σύνθημα «είμεθα Εκκλησία και όχι θρησκεία», μας ομιλεί εις αυτό το σημείον δια την κατ’ εξοχήν ψηλάφισιν του θρησκευτικού φαινομένου και όχι της Εκκλησίας, δια την θρησκειοποίησιν του εκκλησιαστικού γεγονότος! Είναι τυχαίον ότι τόσον ο Σεβ. Ύδρας όσον και ο Σεβ. Νέας Ιωνίας υπεστήριξαν ότι οι μαθηταί πρέπει να μελετούν το θρησκευτικόν φαινόμενον;

Τέλος, ο τρίτος πυλών της σκέψεως του κ. Μόσχου είναι η κατάφασις των συγχρόνων παιδαγωγικών θεωρήσεων. Εκτιμά ότι ήτο αντιπαιδαγωγική η εκπαιδευτική μεθοδολογία του 18ου αιώνος και ότι σκοπός σήμερα είναι «να συνθέτει ο ίδιος» ο μαθητής και να «εμπιστευόμαστε την ικανότητα του ανθρώπου (και του νέου ανθρώπου) να τον δει (ενν. τον Θεόν) και να τον ακούσει». Αυτό θα επιτευχθή με τας νέας μεθόδους, με τας οποίας θα «κινήσουμε τη διαδικασία χειραφέτησης του νέου ανθρώπου, ώστε να συνομιλήσει με τον αποκαλυπτόμενο Θεό». Τα ίδια επαναλαμβάνονται και εις τους νέους φακέλους, όπου ο μαθητής καλεί­ται να συνομιλήση ο ίδιος με τα βιβλικά κείμενα, μία πλήρης προτεσταντική άποψις. Αφ’ ενός επικαλούνται ότι το μάθημα των θρησκευτικών δεν διαφέρει από τα άλλα μαθήματα του σχολείου και αφ’ ετέρου ζητούν να συνομιλήση ο μαθητής με τον Θεόν! Θα άφηνε ένας φυσικός να συνομιλήση ο μαθητής με τους φυσικούς νόμους η θα τους διδάξη ότι είναι δεδομένοι οι φυσικοί νόμοι;

Είναι αποκαλυπτικόν το παράδειγμα που χρησιμοποιεί: «ο Άρειος διακύβευε με τη μείωση του Υιού σε κτίσμα τη σωτηρία του ανθρώπου και γι’ αυτό καταδικάστηκε. Αυτή είναι μία έτοιμη γνώση, ένας διδακτικός σκοπός, που μπαίνει προγραμματικά στο σχετικό μάθημα του παλαιού προγράμματος της Γ  Γυμνασίου και πρέπει η διδασκαλία να υποστηρίξει μέσα από τη διδασκαλία των ιστορικών γεγονότων και την καταδίκη του Αρείου την «προκείμενη» που τέθηκε στην αρχή. Αυτό οδηγεί σε μία κλειστή αντίληψη της ιστορίας (μία εξέλιξη προδιαγεγραμμένη, διότι αφού η Εκκλησία περιφρουρεί τη σωτηρία του ανθρώπου, καταδίκη του Αρείου θα γινόταν ούτως η άλλως) και τελικά σε μία επιβολή της ιστορίας και πλήξη και αδιαφορία από την πλευρά του μαθητή (που δεν πρέπει επίσης να υποτιμούμε). Αντί αυτής της προσέγγισης μπορεί κανείς να βάλει με διάφορες τεχνικές τους μαθητές να ζήσουν τα διλήμματα και την αντιπαράθεση που έζησε η Εκκλησία πριν την καταδίκη του Αρειανισμού, όταν τίποτα δεν ήταν δεδομένο και δεν υπήρχε κάποιο προηγούμενο, ώστε να υπάρχει κάποιος οδηγός»! Αλήθεια, τίποτε δεν ήτο δεδομένον;! Και αν κατά την επανάληψιν της δίκης του αρειανισμού τα παιδιά αθωώσουν τον Άρειον; Όμως ας ερωτήσωμεν με πραγματικόν ενδιαφέρον και όχι ρητορικώς: το παιγνίδι αυτό με τους μαθητάς, κ. Καθηγητά, αν θα καταλήγη πάντοτε εις την καταδίκην του Αρείου, τότε εις την ουσίαν δεν εμπαίζεις τους μαθητάς καθώς θα «επιβάλεις… τη δική σου πίστη», κάτι το οποίον καταλήγοντας το άρθρον σας το κατακρίνεται. Αν πάλιν δεν είναι βεβαία η κατάληξίς του, τότε δεν επιβεβαιώνεται ακριβώς αυτό που είχε παραδεχθή ο εισηγητής της νέας μεθόδους κ. Μ. Κουκουνάρας-Λιάγκης ότι «ο φόβος του σχετικισμού είναι υπαρκτός»;

Η δυνατότης να «διαλέγεσαι», την οποίαν υπερασπίζεται ο κ. Μόσχος, δεν είναι άνευ όρων, αλλά προϋποθέτει κεφάλαιον. Παιδιά τα οποία ακόμη δεν διαθέτουν τας στοιχειώδης γνώσεις, θα τίθενται ως ισότιμα μέλη ενός διαλόγου, εις τον οποίον εις την άλλην πλευράν θα τίθεται η Εκκλησία; Ένα παιδί του δημοτικού είναι ισότιμον μέλος διαλόγου με τον Πυθαγόραν εις τον μάθημα των μαθηματικών; Η μήπως τελούν εις σχέσιν μαθητού και διδασκάλου; Ο κ. Μόσχος γράφει ότι «ο νέος άνθρωπος ήδη από τις πρώτες τάξεις του Δημοτικού έχει μάθει αποσπασματικά για διάφορες θρησκείες και στοιχεία τους και είναι ήδη μπερδεμένος». Παιδιά τρίτης και τετάρτης δημοτικού γνωρίζουν δια άλλας θρησκείας; Και όσα παιδιά προέρχονται από οικογενείας που δεν είναι «μπερδεμένα» θα τους επιφέρωμεν εμείς την σύγχυσιν;

Υπάρχει όντως σύγκρουσις δύο κόσμων. Δεν είναι αυτοί η «ανοιχτή» και η «κλειστή» θεολογία, όπως ωραιοποιημένα και συγκεκαλυμμένα μας παρουσιάζει με επιστημονικοφάνειαν την κατάστασιν ο κ. Μόσχος. Υπάρχουν αυτοί που πιστεύουν ότι η αλήθεια είναι σχετική και αυτό διοχετεύουν εις τα νέα θρησκευτικά και υπάρχουν και εκείνοι που αναλαμβάνουν την ευθύνην να είναι χριστιανοί και όχι συνθηκολόγοι.

 

 

Παντοκράτορας