Ο διάλογος δια τα Θρησκευτικά δίδει «ΚΑΙΡΟ» εις τον κ. Γιαγκάζογλου;

Συνήλθε την 8ην και 9ην Μαρτίου εις έκτακτον συνεδρίασιν η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, ως είχεν ανακοινωθή από την ΔΙΣ. Η Ιεραρχία είχε τα εξής τρία θέματα προς συζήτησιν: την εκκλησιαστικήν εκπαίδευσιν, το μάθημα των Θρησκευτικών και το διάλογον με τους Παπικούς. Ενώ τα δύο πρώτα συνεζητήθησαν κανονικώς το τρίτον ανεβλήθη. Είναι προφανές ότι η Ιεραρχία ευρέθη προ διλήμματος καθώς το ζήτημα θα συνεδέετο με το Κολυμβάριον, το οποίον προκαλεί μεγάλας εντάσεις και αναστάτωσιν εις την Εκκλησίαν της Ελλάδος. Μεταξύ άλλων να αναφερθή ότι η Ιεραρχία εδέχθη την 28ην Φεβρουαρίου και τα «εκ δεξιών» πυρά του οφφικιάλου του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως κ. Γρηγορίου Λαρεντζάκη, Καθηγητού του Πανεπιστημίου του Graz, δια το μήνυμά της «Προς τον Λαό», με δημόσιον κείμενόν του, εις το οποίον καταλήγει εις βαρείαν καταδίκην της Ιεραρχίας γράφων:
«Δυστυχώς δεν αποτελεί πληροφόρηση του πληρώματος της Εκκλησίας, αλλά παραπληροφόρηση και δημιουργεί τεράστια σύγχυση και διασπάσεις στους κόλπους της Εκκλησίας».

Αρχιεπίσκοπος
και Κυβέρνησις

Την Τετάρτην 8ην Μαρτίου ήτο η πρώτη συνεδρίασις, κατά την οποίαν προήδρευσεν ο Αρχ. Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμος. Η Επιτροπή Τύπου συνεκροτήθη από τους Σεβασμιωτάτους Μητροπολίτας Δημητριάδος κ. Ιγνάτιον, Σύρου κ. Δωρόθεον και Πατρών κ. Χρυσόστομον. Κατά την εισήγησίν του ο Μακαριώτατος ήνοιξε το θέμα του μαθήματος των Θρησκευτικών και αναφερόμενος συγκεκριμένα εις την συνάντησιν παραγόντων, που προεκάλεσεν ο ίδιος ο Πρωθυπουργός, κ. Αλέξιος Τσίπρας την 5ην Οκτωβρίου 2016 εις το Μέγαρον Μαξίμου, επεσήμανε από τα Πρακτικά της συναντήσεως, τα ακόλουθα:
«Στη συνάντηση αυτή ο Μακαριώτατος ενημέρωσε τους συνομιλητές για όσα διημείφθησαν στις συνεδρίες της Ιεραρχίας ως προς την διδασκαλία των Θρησκευτικών τονίζοντας ιδιαιτέρως το γεγονός, ότι ο Πρωθυπουργός έχει δώσει το θάρρος της συνεργασίας στον Μακαριώτατο, λέγοντας ότι σε συνεργασία μας θα γίνει ο,τι καλό είναι να γίνει για τον λαό μας και τις καλές σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας». Μετά πολλή συζήτηση ο κ. Πρωθυπουργός έκανε την πρότασή του, που έχει ως εξής: «Ο διάλογος αρχίζει εκ του μηδενός, από μηδενική βάση μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας με θέμα τον εμπλουτισμό του βιβλίου και από πλευράς Πολιτείας και από πλευράς Εκκλησίας, αυτά τα αποτελέσματα θα αξιολογηθούν στο τέλος του διαλόγου, έως το τέλος του παρόντος χρόνου, θα ληφθούν υπ’ όψη οι θέσεις της Εκκλησίας και θα βγει το καινούριο βιβλίο. Ως τότε θα δοθεί η εντολή να χρησιμοποιείται το υπάρχον βιβλίο, για να βοηθηθούν οι Καθηγητές».
Όταν τελείωσε η συνάντηση πήρε ο Μακαριώτατος τον Πρωθυπουργό κατά μέρος και του είπε: «Κύριε Πρόεδρε, το αδύνατο σημείο μας είναι μήπως φεύγοντας αύριο δούμε να γίνεται το αντίθετο». Ο Πρωθυπουργός απάντησε: «Η έχουμε λόγο και τον τηρούμε η δεν αξίζει η συζήτηση που κάνουμε!».
Όταν ρωτήθηκε ο κ. Φίλης πως βλέπει τα πράγματα και ποιά είναι η θέση του, η απάντησή του ήταν «Τι με ρωτάτε; Εγώ είμαι υπουργός, εργάζομαι κάτω από τον Πρωθυπουργό, η εντολή, η άποψη και η θέληση του Πρωθυπουργού είναι για μένα γραμμή και υποχρέωση».
Εξ αιτίας των διαφορετικών δημοσίων δηλώσεων του Υπουργού κ. Φίλη, μετά την λήξη της συναντήσεως, το βράδυ της Τετάρτης 5.10.2016, ο Μακαριώτατος ανέφερε στο σεπτό σώμα της Ιεραρχίας ότι, σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε νωρίς το πρωί της Πέμπτης 6.10.2016 το Γραφείο Τύπου της Ι. Συνόδου με την Κυβερνητική Εκπρόσωπο κ. Όλγα Γεροβασίλη, εδόθη η διαβεβαίωση ότι για το μάθημα των Θρησκευτικών ισχύουν τα όσα ειπώθηκαν στη χθεσινή συνάντηση με τον Πρωθυπουργό και γι’ αυτό κάθε άλλη ενέργεια είναι προσωπικές ερμηνείες του καθενός».
Η εισήγησις αυτή του Αρχιεπισκόπου προεκάλεσε την άμεσον αντίδρασιν του τ. Υπουργού Παιδείας κ. Ν. Φίλην, ο οποίος προέβη εις την ακόλουθον δήλωσιν κατηγορών τον κ. Ιερώνυμον δια μυθοπλασίαν, συμφώνως προς τον ιστότοπον skai.gr της 8ης Μαρτίου 2017:
«Για το ιστορικό της σύγκρουσης του Αρχιεπισκόπου με το Υπουργείο Παιδείας για το μάθημα των Θρησκευτικών και τις αιτίες που την προκάλεσαν, έχω αναφερθεί αναλυτικά στην ομιλία μου κατά την τελετή παράδοσης-παραλαβής του Υπουργείου στις 7 Νοεμβρίου 2016 και δεν προτίθεμαι να επανέλθω. Τα γεγονότα είναι γνωστά και καμιά εκ των υστέρων παραποίησή τους δεν μπορεί να τα αναιρέσει η να τα διαστρεβλώσει. Όμως, επειδή, ο κύριος Ιερώνυμος, επικαλούμενος κατά τη σημερινή του ομιλία στα μέλη της Ιεραρχίας, κάποια πρακτικά δικής του συγγραφής και εμπνεύσεως, βάζει στο στόμα του πρωθυπουργού και άλλων, λόγια τα οποία ουδέποτε ειπώθηκαν κατά την συνάντηση της 5ης Οκτωβρίου 2016, παραθέτω από τα επίσημα πρακτικά της Βουλής το σχετικό με το μάθημα των Θρησκευτικών απόσπασμα από την ομιλία του πρωθυπουργού κατά την προ ημερησίας διατάξεως συζήτηση για την Παιδεία στις 28 Σεπτεμβρίου 2016:
»Αλέξης Τσίπρας: «…Επαναλαμβάνω, λοιπόν, ότι φέτος τα προγράμματα, στα οποία έχει καταλήξει το Ινστιτούτο, στο οποίο συμμετείχαν διακεκριμένοι θεολόγοι – και έγινε πολύ σοβαρή, κατά την άποψή μου, δουλειά – θα πάνε στα σχολεία. Είναι δοκιμαστική η φετινή χρονιά. Εάν δεν αρκούσε η μία συνεδρία με την παρουσία της Επιτροπής της Εκκλησίας, θα υπάρξουν και άλλες. Θα ακούσουμε τις απόψεις. Ούτως η άλλως, στο τέλος της χρονιάς θα αξιολογηθεί το μάθημα. Και πιστεύω ότι θα έχουν τη δυνατότητα οι επιστήμονες του Ινστιτούτου, του ΙΕΠ, να καταγράψουν και να ενσωματώσουν τις παρατηρήσεις – γόνιμες παρατηρήσεις, ουσιαστικές παρατηρήσεις – και από την πλευρά της Εκκλησίας. Και σύγγραμμα θα έρθει την επόμενη χρονιά…»
Στο απόσπασμα αυτό, αποτυπώνεται η επίσημη κυβερνητική θέση για τις αλλαγές στο μάθημα των Θρησκευτικών, οι οποίες , παρά τη δική μου απομάκρυνση, υλοποιούνται κανονικά στα σχολεία όλης της Χώρας από τη σημερινή πολιτική ηγεσία του Υπουργείου, με βάση τα νέα αναλυτικά προγράμματα του ΙΕΠ. Από τα παραπάνω, καθίσταται σαφές, ότι, ουδέποτε η κυβέρνηση υποσχέθηκε στην Ιεραρχία λύση από μηδενική βάση, ούτε, βέβαια, δέχτηκε, ο αναγκαίος διάλογος να έχει ως προϋπόθεση τη ματαίωση των αλλαγών η να οδηγεί σε συνδιαχείριση. Συζήτηση ναι, με σεβασμό στους διακριτούς ρόλους Πολιτείας-Εκκλησίας, αλλά, για τα μαθήματα η τελική απόφαση είναι της Πολιτείας. Αυτή την ξεκάθαρη θέση της κυβέρνησης, διατύπωσα προς τους εκπροσώπους των Μ.Μ.Ε., ως υπουργός Παιδείας, κατ` εντολήν του Πρωθυπουργού, έξω από το Μέγαρο Μαξίμου, αμέσως μετά τη λήξη της προαναφερθείσας συνάντησής μας με τον κύριο Ιερώνυμο και τους άλλους τρεις εκπροσώπους της Εκκλησίας».
Ο Αρχιεπίσκοπος απήντησε την ιδίαν ημέραν και η δήλωσις κατέστη γνωστή μέσω του δημοσιογράφου του ραδιοφώνου της Εκκλησίας της Ελλάδος κ. Μ. Αδαμοπούλου, λέγων:
«Μπορούν να απαντήσουν στον κ. Φίλη όσοι ήταν παρόντες στην συνάντηση… Μη θεωρήσουμε ότι υπάρχει αντιμαχία με τον κ. Φίλη, για να την εκμεταλλεύονται. Αν υπάρχει ερώτημα η απορία του κ. Φίλη μπορούν να την απαντήσουν όσοι ήταν παρόντες, ο κ. Πρωθυπουργός, ο κ. Καμμένος η η κ. Γεροβασίλη η ακόμη οι Αρχιερείς που ήταν παρόντες εκείνο το βράδυ στη συνάντηση στο Μέγαρο Μαξίμου».
Ενδεικτική ήτο και η στάσις του κ. Ιερωνύμου, ο οποίος επέλεξε να παραστή ενωρίς το απόγευμα εις παρουσίασιν βιβλίου, η οποία έκλεισε με την ομιλίαν του Σεβ. Καλαβρύτων κ. Αμβροσίου. Αργότερα κατά την παρουσίασιν του Τόμου των Πρακτικών του Δ’ Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου με θέμα: «Ελληνικός και Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός» εις το ακροατήριον ενεφανίσθη ο Γενικός Γραμματεύς Θρησκευμάτων του Υπουργείου Παιδείας κ. Γεώργιος Καλατζής, ο οποίος ήκουσε τον Αρχιεπίσκοπον με νόημα να λέγη ενώπιον όλων των παρευρισκομένων μεταξύ άλλων και το εξής:
«Στις μέρες μας βιώνουμε το εξής παράδοξο: ενώ ανθεί η εκπαίδευση εν αφθονία σε όλη την οικουμένη, υπάρχει απερίγραπτη ηθική και πνευματική ένδεια, η οποία μάλιστα οδηγεί τους ανθρώπους σε εξαθλίωση, χωρίς να αναπαύει την ψυχή τους. Συμβαίνει λοιπόν και σήμερα, στην τόσο προηγμένη μας εποχή με την υπερπερίσσεια γνώσεων, να έχουμε ανάγκη από τα φώτα μιας ουσιαστικής παιδείας και τη σοφία φωτισμένων διδασκάλων».
Την σκυτάλην έλαβεν ο Κυβερνητικός εκπρόσωπος  κ. Δ. Τζανακόπουλος με επίσημον δήλωσίν του της 9ης Μαρτίου, η οποία ανηρτήθη εις την επίσημον ιστοσελίδα του Υπ. Παιδείας και με την οποίαν εκάλυψε τον κ. Φίλην απαντών εις σχετικόν ερώτημα ως εξής:
«Η θέση της Κυβέρνησης όσον αφορά το συγκεκριμένο θέμα έχει εκφραστεί από τον τότε αρμόδιο υπουργό, από τον νυν αρμόδιο υπουργό αλλά και από τον ίδιο τον Πρωθυπουργό με σχετική παρέμβασή τους στη Βουλή. Αυτή είναι και η θέση η οποία υλοποιείται σήμερα, καθώς, όπως θα γνωρίζετε, συνεχίζεται ένας πολύ εποικοδομητικός διάλογος μεταξύ του Υπουργείου Παιδείας και της ηγεσίας της Εκκλησίας, έτσι ώστε να βρεθεί η καλύτερη δυνατή λύση και να προχωρήσουμε στην αλλαγή του προγράμματος σπουδών στη βάση των σύγχρονων αναγκών του εκπαιδευτικού συστήματος. Οι συγκεκριμένες αποφάσεις θα ληφθούν από το αρμόδιο Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής, όταν αυτή η διαβούλευση ολοκληρωθεί στη βάση του χρονοδιαγράμματος που έτσι κι αλλιώς έχει τεθεί εκ μέρους της ηγεσίας του Υπουργείου Παιδείας».
Πάντως ο κ. Π. Καμμένος επεβεβαίωσε τον Αρχιεπίσκοπον εις συνέντευξίν του εις την εφημερίδα «Αληθινές Ειδήσεις» της 11ης Μαρτίου

Αντιδράσεις εις την εισήγησιν
του Σεβ. Ύδρας

Η συζήτησις δια το μάθημα των Θρησκευτικών εις την Ιεραρχίαν συνεχίσθη την επομένην, 9ην Μαρτίου, με την εισήγησιν του Σεβ.  Ύδρας  με  τι­τλον: «Προτάσεις – Πορίσματα της ορισθείσης υπό της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας τριμελούς εξ Αρχιερέων Επιτροπής περί του μαθήματος των Θρησκευτικών». Συμφώνως προς το ανακοινωθέν:
«Ο Σεβασμιώτατος επανέλαβε ότι κύριος στόχος της Εκκλησίας είναι η διαφύλαξη της ύπαρξης του μαθήματος και η επιβεβαίωση της αρχικής απόφασης της Εκκλησίας, δια των τριών θεμελιωδών αιτημάτων, τα οποία εναργώς έχει διατυπώσει ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμος και ενέκρινε το Σώμα της Ιεραρχίας: 1) Υποχρεωτικότητα του μαθήματος. 2) Διατήρηση των ωρών διδασκαλίας. 3) Ορθόδοξος προσανατολισμός. Προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος αυτός, «απαιτείται διαρκώς να προσ­παθούμε να κτίζουμε γέφυρες και να αναπτύσσουμε ένα τίμιο και ειλικρινή διάλογο τόσον με την εκπαιδευτική κοινότητα των θεολόγων όσον και με την εκάστοτε ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας».
Εν συνεχεία ο Σεβασμιώτατος ανέπτυξε αναλυτικά τους λόγους, οι οποίοι καθιστούν το μάθημα υποχρεωτικό και τόνισε ότι δεύτερο σοβαρό θέμα είναι να παραμείνει η ονομασία «Θρησκευτικά», γιατί αυτή είναι θεμελιώδης θέση, ώστε το Μάθημα των Θρησκευτικών να διδάσκεται μόνον από Θεολόγους.
Εν κατακλείδι, ο Εισηγητής ανέφερε ότι πριν την κατάθεση των τελικών προτάσεων της Επιτροπής δέον να ληφθούν υπ’ όψιν συγκεκριμένες προϋποθέσεις: α) Η Εκκλησία δέον να αποφύγει οποιαδήποτε εμπλοκή σε ιδεολογικές έριδες είτε μεταξύ θεολόγων είτε μεταξύ πολιτικών ομάδων είτε μεταξύ ομάδων πολιτών. β) Είναι αναγκαίο να επιμείνουμε στην διατήρηση του υφισταμένου νομικού και θεσμικού πλαισίου του Μαθήματος των Θρησκευτικών. γ) Για την Ιερά Σύνοδο της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος το Μάθημα δεν νοείται παρά μόνον ως κατέχον την πρώτη θέση στην Παιδεία των παιδιών μας. δ) Αναγνωρίζουμε ότι η αλλαγή του μαθήματος είναι απαραίτητη, χωρίς αυτό να σημαίνει υποτίμηση της αξίας του, αποδόμηση της πίστης, πρόκληση σύγχυσης και την ταύτισή του με κύρια χαρακτηριστικά φανατισμό, εμπάθεια, συντηρητισμό, σκοταδισμό η ανόητο και μειονεκτικό φιλελευθερισμό. ε) Αναγνωρίζουμε ότι η εποχή των αμιγώς θρησκευτικών κοινωνιών και εθνών ήδη παρέρχεται. στ) Το Μάθημα των Θρησκευτικών να φανερώνει ξεκάθαρα την αξία και την επικαιρότητά του, να εκφράζει πειστικά την αλήθεια με τόλμη, ελευθερία και ομορφιά, να μη κουράζει ούτε να είναι ανιαρό, αλλά να είναι αξιόπιστο και ενδιαφέρον, να καταδεικνύει την τεράστια συμβολή της ορθόδοξης πίστης στο Πνεύμα, στην Τέχνη, στον Πολιτισμό. ζ) Η Ιεραρχία διαλέγεται, διότι συναποφασίζει με την Πολιτεία για θέματα που αφορούν σ’ αυτήν, ως τούτο απορρέει από το Σύνταγμα, τον Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος και τους Νόμους του Κράτους. η) Η παρουσίαση από το μάθημα μιας ορθόδοξης κοσμολογίας και ανθρωπολογίας».
Υπήρξαν αντιδράσεις προς τας θέσεις αυτάς ως επληροφορήθημεν από άρθρον του κ. Α. Λουδάρου εις το orthodoxia.info της 9ης Μαρτίου 2017:
«Ορισμένοι ιεράρχες πρότειναν να μη συνεχιστεί ο διάλογος και η Ιεραρχία να αποστείλει απλά τις θέσεις της στο Υπουργείο. Άλλοι τόνισαν πως η Εκκλησία θα πρέπει να εμμείνει στις αποφάσεις των προηγούμενων συνεδριάσεων της ΙΣΙ. Οι περισσότεροι ωστόσο τόνισαν πως ο διάλογος πρέπει να συνεχιστεί.
Ο μητροπολίτης Ναυπάκτου Ιερόθεος, ο οποίος το τελευταίο διάστημα χειρίστηκε το κομμάτι της ανάλυσης του μαθήματος των Θρησκευτικών σε όλες τις βαθμίδες, διαφώνησε κάθετα με την εισήγηση του μητροπολίτη Ύδρας κάνοντας λόγο για αποσπασματική επιλογή προτάσεων, αλλά και για υπαναχώρηση από τις βασικές τοποθετήσεις της Εκκλησίας, όπως αυτές διαμορφώθηκαν τόσο κατά την κοινή συνεδρίαση της ΔΙΣ με τους Θεολόγους όσο και κατά την τελευταία συνεδρία της ΙΣΙ για το θέμα, αλλά και από τα όσα υποστήριζε ο ίδιος ο Αρχιεπίσκοπος στην επιστολή του προς τον πρωθυπουργό και τους αρχηγούς των κομμάτων.
Αυτό το οποίο προκάλεσε την ενόχληση του Αρχιεπισκόπου ήταν η παρέμβαση του μητροπολίτη Ηλείας, ο οποίος φέρεται να είπε πως άλλα αποφασίζει η ΙΣΙ κι άλλα γίνονται, με αποτέλεσμα να παρέμβει ο Αρχιεπίσκοπος ο οποίος κάλεσε το Σώμα να ψηφίσει, ώστε να είναι σαφής η θέση της Ιεραρχίας. Από τους 62 παρόντες Μητροπολίτες οι 57 υπερψήφισαν την πρόταση του Αρχιεπισκόπου, ενώ υπήρξαν δύο αρνητικές ψήφοι, δύο άκυρες και μία λευκή. Στη μία εκ των άκυρων ο ιεράρχης είχε γράψει «ναι στον διάλογο όχι στο νέο πρόγραμμα».
«Αν κάποια στιγμή καταλάβω ότι δε με αγαπούν οι αδελφοί μου θα φύγω να πάω εκεί που αγαπάω εγώ καλύτερα, στο μοναστήρι μου» είπε ο Αρχιεπίσκοπος απαντώντας σε ερώτηση του orthodoxia.info σημειώνοντας πως «δεν έχει γίνει καμία τέτοια έννοια, αλλά τους ευχαριστώ, γιατί από τους 62 οι 57 κάθισαν στο πλευρό μου και αυτό με συγκινεί και μου δίνει δύναμη περισσότερη».

Συμπεράσματα

Με την εισήγησίν του ο Σεβ. Ύδρας εκάλυψε κατ’ ουσίαν τον σύνδεσμον «ΚΑΙΡΟΣ», διότι αντί να λάβη θέσιν υπέρ του επισήμου και πολυαρίθμου σωματείου της ΠΕΘ προέτεινε την δήθεν απόστασιν απ’ όλους, ενώ γνωρίζει ότι εις το ΙΕΠ πρόσβασιν έχουν τα μέλη του «ΚΑΙΡΟΣ». Παραλλήλως έρριξε και το «δηλητήριον» ότι παρήλθεν η εποχή που θα κατοικούν αμιγώς Ορθόδοξοι Έλληνες εις την Ελλάδα (!) συμφωνών απολύτως με τας απόψεις του κ. Στ. Γιαγκάζογλου περί πολυπολιτισμικής κοινωνίας. Τέλος, η άποψίς του περί «κοσμολογίας και ανθρωπολογίας» συνδυαζομένη με την απουσίαν αναφοράς εις τον «ομολογιακόν» χαρακτήρα του μαθήματος (Ανεφέρθη μόνον εις ορθόδοξον προσανατολισμόν, τον οποίον υποστηρίζουν όλοι)  καταδεικνύει εναργώς προς τα που κατατείνει ο Σεβασμιώτατος. Διατηρούμεν ωστόσο επιφυλάξεις, διότι φέρεται να είπεν επίσης ότι οι φάκελοι υλικού είναι «Δούρειος Ίππος» δια την επικράτησιν του νέου προγράμματος.
Φαίνεται ότι ο υποτιθέμενος διάλογος θα συγκλίνη προς το νέον πρόγραμμα… άλλωστε ήδη ομάδες υπό την καθοδήγησιν του κ. Γιαγκάζογλου και εις γνώσιν Ιεραρχών προχωρούν δια την συγγραφήν νέων εγχειριδίων. Οι πλείονες των Ιεραρχών έχουν την ψευδαίσθησιν ότι θα γίνη διάλογος;
Την Κυριακήν της Ορθοδοξίας, κατά το επίσημον δείπνον που παρέθεσεν ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο κ. Δ. Κρεμαστινός, συμφώνως προς την εφημερίδα «Καθημερινή» της 11ης Μαρτίου, είπε προς τον Αρχιεπίσκοπον: «Μήπως θα ήταν καλή ιδέα μαζί με το μάθημα των Θρησκευτικών να υπάρχει και μάθημα Θρησκειολογίας, για να μπορούν οι μαθητές να επιλέξουν ανάμεσα στα δύο η ακόμη και κανένα από τα δύο;» και ο κ. Ιερώνυμος ηρκέσθη εις ένα υπομειδίαμα. Αυτός που εξανέστη –με ευγένειαν- ήταν ο κ. Γαβρόγλου.

Παντοκράτορας