“Ψυχρός πόλεμος” αι σχέσεις μεταξύ των Πατριαρχείων Κωνσταντινουπόλεως – Μόσχας

Ορθόδοξος Τύπος Εφημερίδα

 

Του κ. Γεωργίου Κ. Τραμπούλη, θεολόγου

Στις 26 Οκτωβρίου συνήλθε στην Αλεξάνδρεια η ετήσια Συνεδρία της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής. Στην παρούσα Συνεδρία ο Σεβ. Μητροπολίτης Ζιμπάμπουε κ. Σεραφείμ έκανε εισήγηση με θέμα οι Θεολογικοί Διάλογοι και η προοπτική τους.

Ο Σεβασμιώτατος στην ομιλία του έκανε λόγο για την απουσία της ενότητας μεταξύ των τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών, ένα πρόβλημα το οποίο είχε επισημάνει και ο Μητροπολίτης Μεσσηνίας κ. Χρυσόστομος στην πρόσφατη εισήγησή του στην Ιεραρχεία της Εκκλησίας της Ελλάδος. Πρόβλημα το οποίο δημοσιοποιήθηκε και οξύνθηκε ακόμα περισσότερο στην Σύνοδο της Κρήτης με την απουσία των τεσσάρων Ορθοδόξων Πατριαρχείων. Ο κ. Σεραφείμ αναφερόμενος στο πρόβλημα μεταξύ των άλλων σημείωσε ότι «Τις περισσότερες φορές οι εκπρόσωποι των Ορθοδόξων Εκκλησιών συναντούνται πλέον εκτάκτως και τυχαίως στο διάλογο με τους Ρωμαιοκαθολικούς, Αγγλικανούς, Προχαλκηδονίους, Λουθηρανούς και Παλαιοκαθολικούς η ακόμη σε διαθρησκειακές συν­αντήσεις, όπου τις περισσότερες φορές προβάλλουμε θέσεις διαφορετικές δίνοντας την εντύπωση ότι η Ορθόδοξη Φωνή της Ορθοδοξίας δεν είναι μία κοινή, αλλά πολλές και διάφορες και καμμιά φορά αντίθετες, όπως συμβαίνει στον χώρο του Προτεσταντισμού». Την στιγμή μάλιστα, όπως τόνισε, που οι εσωτερικές δυσκολίες, οι οποίες εμπόδιζαν τους Ορθοδόξους στο παρελθόν, όπως η καταδυνάστευση από τους αλλοθρήσκους Ισλαμιστές η των αθέων κομμουνιστών, τώρα έχουν εκλείψει, «σήμερα το μόνο εμπόδιο για την συνάντηση των Ορθοδόξων Εκκλησιών είναι η εντύπωση που μας δίνεται για την άρνησή μας ως Ορθοδόξων να δώσουμε προτεραιότητα στον διάλογο της αγάπης, για να πορευθούμε μαζί και μάλιστα μερικών εξ αυτών που μας ηγούνται».

Ο Σεβασμιώτατος στην συνέχεια της εισήγησής του αρκέσθηκε να προτείνη λύσεις, όπως την προετοιμασία στελεχών των Τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών που θα εργασθούν επί καθημερινής βάσεως στον τομέα των Διορθοδόξων σχέσεων, την έκδοση εντύπου αλλά και την δημιουργία νέων θεσμικών δομών και διορθοδόξων οργάνων μαρτυρίας, στις οποίες θα εργάζωνται από κοινού οι Ορθόδοξες Εκκλησίες, για να δίνουν ορθόδοξη μαρτυρία στα σύγχρονα προβλήματα της εποχής μας. Όμως ο κ. Σεραφείμ δεν κατονόμασε αυτό καθ’ εαυτό το πρόβλημα, το οποίο δεν είναι άλλο από τις ανταγωνιστικές σχέσεις μεταξύ των Πατριαρχείων Κωνσταντινουπόλεως και Μόσχας, οι οποίες με την πάροδο του χρόνου τείνουν να χαρακτηριστούν ως «“ψυχρός πόλεμος” μεταξύ Ανατολής και Δύσης», όπως χαρακτηριστικά έχει σημειώσει ο Σεβ. Μητροπολίτης Μεσσηνίας κ. Χρυσόστομος. Κατά κοινή ομολογία τόσο η Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως όσο και η Εκκλησία της Ρωσίας διακατέχονται από τον πειρασμό του πρώτου, μέσω τίνος δηλαδή θα εκφράζεται η παγκόσμια ενότητα της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Ο μεν Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ερμηνεύοντας τα πρεσβεία τιμής ως ένα είδος πρωτείου εξουσίας στην Ορθόδοξη Ανατολική Εκκλησία, ο δε Πατριάρχης Μόσχας προβάλλοντας την πληθυσμιακή υπεροχή της Ρωσικής Εκκλησίας αλλά και την ισχύ που του προσδίδουν οι σχέσεις του με την ρωσική πολιτεία, παραχαράσσοντας έτσι και οι δύο την διδασκαλία της Εκκλησίας σχετικά με το επισκοπικό αξίωμα.

Μετά την πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος το 1989 παρουσιάζεται μία μεγάλη άνθιση της πίστεως στην Ρωσία· έτσι η αυξανόμενη ισχύς της Ρωσικής Εκκλησίας είχε σαν αποτέλεσμα την αμφισβήτηση αφενός του συντονιστικού ρόλου του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως και αφετέρου την προσπάθεια του Πατριάρχη Βαρθολομαίου να επιβληθή στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Σήμερα εμφανίζεται η Εκκλησία της Ρωσίας ως η μεγαλύτερη ορθόδοξη κοινότητα στον κόσμο, με 100 εκατομμύρια πιστούς αλλά και ως υπερασπιστής των χριστιανικών αξιών τόσο στο εσωτερικό της ρωσικής χώρας όσο και στην παγκόσμια κοινότητα, όταν στην Πόλη έχουν απομείνει μερικές χιλιάδες πιστών. Επίσης το Ρωσικό κράτος παρουσιάζεται στην διεθνή κοινότητα ως υπέρμαχο του Ορθοδόξου πολιτισμού, την στιγμή που στην Ελλάδα αλλά και σε όλη την Δύση βιώνεται ένας πρωτόγνωρος αθεϊσμός, μία έντονη προσπάθεια από το εκκοσμικευμένο κράτος να περιθωριοποιήση την Εκκλησία αλλά και μία βαθειά ηθική και πολιτιστική παρακμή της κοινωνίας.

Η παλαιά πολιτική της Ρωσίας, όπου το ρωσικό κράτος χρησιμοποιούσε την Εκκλησία στις πολιτικές επιδιώξεις του έχει επανέλθει στο προσκήνιο στην εποχή μας. Το ρωσικό κράτος επεδίωκε, αλλά και επιδιώκει τον έλεγχο των ορθοδόξων λαών, μέσω της Εκκλησίας, για να αυξήση την επιρροή του στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Την ίδια στιγμή το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, ειδικότερα από την εποχή του Αθηναγόρα, απολαμβάνει την πλήρη υποστήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, οι οποίες βλέπουν το Πατριαρχείο ως πολύτιμο αντίβαρο στην επιρροή της Μόσχας στην Ανατολική Μεσόγειο, αλλά και την προστασία του από την τουρκική επιθετικότητα. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Πατριάρχης Αθηναγόρας, ο οποίος κατηγορείται για τις σχέσεις του με μασωνικές στοές, είχε ιδιαίτερα στενές σχέσεις με τον μασώνο αμερικανό πρόεδρο Χάρρυ Τρούμαν. Μάλιστα, ο Πατριάρχης είχε αφιχθή το 1949 στην Κωνσταντινούπολη με το προσωπικό αεροσκάφος του Αμερικανού Προέδρου, συνοδευόμενος από τον ιδιαίτερο υπασπιστή του. Έτσι κατά βάση το πρόβλημα των σχέσεων των δύο Εκκλησιών είναι αποτέλεσμα των ανταγωνιστικών πολιτικών επιδιώξεων των δύο ισχυρών κρατών.

Παρ’ όλο που οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής και η Ρωσία βρίσκονται σε ανταγωνισμό μεταξύ τους όμως και οι δύο εργάζονται για την οικοδόμηση μιας παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας. Και προς αυτήν την κατεύθυνση προσφέρουν τις υπηρεσίες τους και τα δύο Πατριαρχεία, υπηρετώντας τα πολιτικά κέντρα, που προωθούν την παγκοσμιοποίηση, με το να στηρίζουν και να προωθούν τόσο τους διαχριστιανικούς όσο και τους διαθρησκειακούς διαλόγους, όπως και με τη συμμετοχή τους ως πλήρη και ισότιμα μέλη στον οργανισμό του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών.

Σε αυτή την διαμάχη το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως προσπαθεί να επιβάλη την αντίληψη ότι αυτό είναι ο εκφραστής του «φιλελεύθερου μοντέλου κοινωνίας, το οποίο είναι ανοικτό και έτοιμο για διαλόγους με τους ετεροδόξους, τους αλλοθρήσκους, τον άθρησκο άνθρωπο και γενικά με κάθε προβληματισμένο άνθρωπο της εποχής μας». Ενώ την Ρωσική Εκκλησία την παρουσιάζει ως «σκοταδιστική, με φοβικά σύνδρομα και απορριπτική διάθεση και άρνηση προς κάθε τι που υποδεικνύει ένα δυτικό προσανατολισμό». Είναι άξιο προβληματισμού ότι το Πατριαρχείο, αν και είναι έτοιμο και ανοικτό για συζητήσεις με τον κάθε ετερόδοξο και αλλόθρησκο, όμως για συζητήσεις που θα όφειλε να επιδιώκη, ώστε να αποτραπούν οι ανταγωνισμοί μεταξύ των Ορθοδόξων Εκκλησιών, είναι απρόθυμο.

Οι αρμοδιότητες του Πατριάρχη Βαρθολομαίου αλλά και κάθε Πατριάρχη, σύμφωνα με την διδασκαλία της Εκκλησίας, σταματούν στα όρια της Εκκλησίας του. Τα πρεσβεία τιμής που απολαμβάνει ο Πατριάρχης δεν έχουν την έννοια ότι αναγνωρίζεται ως κεφαλή, διότι η κεφαλή της Εκκλησίας είναι ο Χριστός. Ο Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος είναι καθ’ όλα ίσος με τον συνεπίσκοπό του κ. Κύριλλο. Ο εκκοσμοκευμένος ανταγωνισμός που έχει επιλέξει ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος δυστυχώς μόνο κακό μπορεί να προκαλέση στην Εκκλησία. Το Πατριαρχείο  πρέπει να αντιληφθή ότι μόνον εάν ακολουθή την αγιοπνευματική διδασκαλία της Εκκλησίας και το πατερικό φρόνημα και εάν κατορθώση με ταπείνωση να εμπνεύση τον σεβασμό και των άλλων Ορθοδόξων Εκκλησιών θα μπορέση να επιτευχθή η ενότητα και η συνεργασία στην καθ’ όλη Ορθόδοξη Εκκλησία.

 

Παντοκράτορας