Τοῦ κ. Λάμπρου Κ. Σκόντζου, Θεολόγου – Καθηγητοῦ
«Ἀναστάσεως ἡμέρα, λαμπρυνθῶμεν λαοί»! Μὲ αὐτὴ τὴν θεσπέσια προτροπὴ ὁ θεορρήμων ὑμνογράφος τοῦ Ὄρθρου τῆς πασχαλινῆς ἀκολουθίας, καλεῖ ἐμᾶς καὶ ὁλόκληρη τὴν κτίση, «οὐρανός τε καὶ γῆ καὶ τὰ καταχθόνια», νὰ ἑορτάσουμε τὸ ὑπέρλαμπρο καὶ κοσμοσωτήριο γεγονὸς τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου μας. Νὰ συμμετάσχουμε στὸ εὐφρόσυνο συμπόσιο τῆς πίστεως. Νὰ πανηγυρίσουμε τὰ λαμπρὰ ἐπινίκια τῆς μεγαλύτερης νίκης ὅλων τῶν ἐποχῶν, κατὰ τοῦ προαιώνιου ὀλετήρα μας Σατανᾶ, τῆς κατάργησης τοῦ Ἅδου, τοῦ φρικώδους σκοτεινοῦ βασιλείου του καὶ τὴν νέκρωση τοῦ θανάτου ἀπὸ τὸν Μέγα Τροπαιοῦχο τοῦ Πάσχα, τὸν Ἀναστημένο Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό.
Ἡ σημασία τοῦ ὑπέρτατου αὐτοῦ γεγονότος δὲν περιορίζεται σὲ κάποια χρονικὴ στιγμή, ἀλλὰ διαποτίζει ὁλόκληρη τὴν ἀνθρώπινη ἱστορία καὶ ἐκτείνεται στὴν αἰωνιότητα. Τὴν ἁγία αὐτὴ ἡμέρα, πανηγυρίζουμε τὴν μετοχή μας στὴν εὐφρόσυνη χαρὰ τῆς πρόγευσης τῆς ἐσχατολογικῆς ὁλοκλήρωσης, ἡ ὁποία θὰ πραγματοποιηθεῖ «ἐν τῇ Ἀνεσπέρῳ ἡμέρᾳ τῆς βασιλείας» [1] τοῦ Ἀναστημένου Λυτρωτῆ μας Χριστοῦ.
Τὸ Πάσχα εἶναι ἡ κατεξοχὴν ἡμέρα τοῦ Κυρίου καὶ ὁρίζεται ἀπὸ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησία μας ὡς ἡ «Ὀγδόη Ἡμέρα», ἡ ἀνέσπερη, ἡ ἀτελεύτητη καὶ αἰώνια, ἔχουσα ἀρχή, τὸ ἱστορικὸ γεγονὸς τῆς Ἀναστάσεως, ἀλλὰ χωρὶς τέλος. Στὸν Ὄρθρο τῆς Ἀναστάσεως δὲν πανηγυρίζουμε ἕνα ἱστορικὸ γεγονὸς τοῦ παρελθόντος, ἀλλὰ τὸ αἰώνιο Πάσχα, «Πάσχα κροτοῦντες αἰώνιον» [2]. Προσερχόμαστε στὶς ἐκκλησίες «λαμπαδηφόροι, τῷ προϊόντι Χριστῷ ἐκ τοῦ μνήματος, ὡς νυμφίῳ» [3], ἵνα «βασιλείας τε Χριστοῦ κοινωνήσωμεν» [4]. Νὰ γίνουμε κοινωνοὶ τῆς βασιλείας τοῦ Χριστοῦ, τῆς οὐράνιας καὶ μελλοντικῆς, τὴν ὁποία μποροῦμε νὰ προγευτοῦμε ἀπὸ τώρα.
Αὐτὸ εἶναι τὸ μυστήριο τῆς Ὀγδόης Ἡμέρας. Μία ἡμέρα ἡ ὁποία ἑνώνει τὸν χρόνο μὲ τὴν αἰωνιότητα, τὸ κτιστὸ μὲ τὸ ἄκτιστο, τὸ φθαρτὸ μὲ τὸ ἄφθαρτο. Χάρις στὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου καὶ Λυτρωτῆ μας Χριστοῦ, ὄντες ὑποκείμενοι στοὺς περιορισμοὺς τοῦ χωροχρόνου, τὴ φθορὰ καὶ τὸ θάνατο, ἔχουμε τὴ δυνατότητα νὰ βιώσουμε τὴν αἰωνιότητα, νὰ προγευθοῦμε τὴν ἀφθαρσία καὶ τὴν ἀθανασία. Καὶ τοῦτο διότι ὁ Ἀναστημένος Κύριός μας, μὲ τὸ ἐπὶ γῆς ἀπολυτρωτικό Του ἔργο, τὸν ζωοποιὸ θάνατό Του καὶ τὴν λαμπροφόρο Ἀνάστασή Του, νίκησε τὸν Σατανᾶ, τὸν αἴτιο τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου καὶ μᾶς χάρισε τὴ δυνατότητα νὰ γίνουμε ἄφθαρτοι καὶ ἀθάνατοι. Νὰ ἔχουμε ζωὴ αἰώνια, χάρις στὴν ζωτικὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, «τοῦ ζωοποιοῦντος τοὺς νεκροὺς καὶ καλοῦντος τὰ μὴ ὄντα ὡς ὄντα» (Ρωμ. 4,17). Ὅπως ψάλλει καὶ ὁ θεσπέσιος ὑμνογράφος τοῦ Πάσχα, «θανάτου ἑορτάζομεν νέκρωσιν, Ἅδου τὴν καθαίρεσιν» [5]. Ἑορτάζουμε δηλαδὴ τὴν κατάργηση τοῦ θανάτου καὶ τὴν ὁριστικὴ συντριβὴ τοῦ Ἅδη.
Ἡ φθορὰ καὶ ὁ θάνατος εἶναι ἀφύσικες μεταπτωτικὲς καταστάσεις στὴν «καλὴ λίαν» (Γέν. 1,31) θεία δημιουργία. Ὁ κόσμος δὲν δημιουργήθηκε ἀπὸ τὸ Θεὸ νὰ εἶναι ὑποκείμενος στὴ φθορά, στὴν καταστροφὴ καὶ -ὅσον ἀφορᾶ τὸν ἄνθρωπο- στὸ θάνατο. Ὅπως διδάσκει ὁ Μ. Βασίλειος, «ἑαυτῷ τὸν θάνατον ὁ Ἀδὰμ διὰ τῆς ἀναχωρήσεως τοῦ Θεοῦ κατεσκεύασε, … Οὕτως οὐχὶ Θεὸς ἔκτισε θάνατον, ἀλλ’ ἡμεῖς ἐαυτοῖς ἐκ πονηρᾶς γνώμης ἀπεσπασάμεθα» [6]. Ὁ ἄνθρωπος, μὲ τὴν ἀνταρσία του κατὰ τοῦ Θεοῦ κατασκεύασε τὸν θάνατο γιὰ τὸν ἑαυτό του, ὁ ὁποῖος ἔχει διττὸ χαρακτήρα, τὴν φθορὰ τοῦ σώματος, ἡ ὁποία ὁδηγεῖ στὸν σωματικὸ θάνατο καὶ στὸν πνευματικὸ θάνατο, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ αἰώνιος χωρισμὸς ἀπὸ τὸ Θεό, τὴν πηγὴ τῆς ζωῆς. Ἡ ἁμαρτία γεννᾶ τὴν φθορὰ καὶ ἡ φθορὰ ὁδηγεῖ στὸ θάνατο, «τὰ γὰρ ὀψώνια τῆς ἁμαρτίας θάνατος» (Ρωμ. 6, 23).
Ἡ πτώση τοῦ ἀνθρώπου ἐπηρέασε ὄχι μόνο τὸν ἴδιο, ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρη τὴ δημιουργία. Ὁ ἄνθρωπος, ὡς ψυχοσωματικὴ ὀντότητα, ἔλαβε τὴ θεία πνοὴ καὶ ἔγινε «ψυχὴ ζῶσα» (Γέν. 2,7), φέροντας μέσα του τὴ δυνατότητα τῆς ἀθανασίας. Κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Θεολόγο, εἶναι ὂν «διττό», ἐπίγειο καὶ οὐράνιο, πρόσκαιρο καὶ ἀθάνατο, ὁρατὸ καὶ νοητὸ [7].
Ἡ ἰδιαίτερη αὐτὴ σύσταση τὸν καθιστᾶ σύνδεσμο μεταξὺ κτιστοῦ καὶ ἀκτίστου κόσμου, γέφυρα ποὺ καλεῖται νὰ ἑνώσει τὴν κτιστὴ δημιουργία μὲ τὸν Δημιουργό. Καὶ γι’ αὐτὸ ὁ Θεὸς τὸν ἔθεσε κύριο καὶ ἐξουσιαστὴ τῆς δημιουργίας του. Ὡς ἔλλογο ὄν, καλοῦνταν νὰ πραγματώσει τὴν δυνατότητα τῆς ἀθανασίας στὸ πρόσωπό του καὶ ταυτόχρονα νὰ πραγματοποιήσει τὴν ἐσχατολογικὴ προοπτική, τὴν ἀφθαρτοποίηση, τοῦ ὑπολοίπου κτιστοῦ κόσμου.
Ὁ ἄνθρωπος εἶχε κληθεῖ νὰ ὁδηγήσει τὴ δημιουργία πρὸς τὴν ἀφθαρσία καὶ τὴ θέωση. Ὅπως τονίζει ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, εἶναι ὁ «φυσικὸς σύνδεσμος» τῆς ἑνότητας τῶν πάντων. Φέροντας αὐτὸς τὴν θεία εἰκόνα στὴν ὕπαρξή του καλεῖται νὰ ἑνώσει τὸ δημιουργημένο (κτιστὸ) μὲ τὸ ἀδημιούργητο (ἄκτιστο). Ὅμως, μὲ τὴν πτώση, αὐτὴ ἡ προοπτικὴ ἀνετράπη. Ὁ ἄνθρωπος ἀπώλεσε τὴ δυνατότητα τῆς ἀθανασίας καὶ παρέσυρε μαζί του καὶ τὴ δημιουργία στὴ φθορά. Ἔτσι, «ἡ κτίσις συστενάζει καὶ συνωδίνει» (Ρωμ. 8, 20-22), ἀναμένοντας τὴν ἀπολύτρωσή της μέσῳ τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου.
Ὁ Θεὸς ὅμως, «πλούσιος ὤν ἐν ἐλέει, διὰ τὴν πολλὴν ἀγάπην αὐτοῦ ἥν ἠγάπησεν ἡμᾶς, καὶ ὄντας ἡμᾶς νεκροὺς τοῖς παραπτώμασι συνεζωοποίησε τῷ Χριστῷ» (Ἐφ. 2, 4-5). Ἔστειλε τὸν Υἱό Του στὸν κόσμο «ἵνα σωθῇ ὁ κόσμος δι’ αὐτοῦ» (Ἰωάν. 3,17). Ἡ ἐνανθρώπηση ἀποτελεῖ τὸ μέγα μυστήριο τῆς θείας κενώσεως: ὁ Χριστὸς «ἐταπείνωσεν ἑαυτόν… μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ» (Φιλιπ. 2,8). Μὲ τὸν θάνατό Του κατήργησε τὸν θάνατο, «θανάτῳ θάνατον πατήσας», καὶ κατῆλθε στὸν Ἅδη, γιὰ νὰ ἐλευθερώσει τοὺς δεσμίους.
Ὡς Θεὸς ἀληθινός, δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ κρατηθεῖ ἀπὸ τὸν Ἅδη. Μὲ τὴν Ἀνάστασή Του «ἠχμαλώτευσεν αἰχμαλωσίαν» (Ἐφ. 4,8), χαρίζοντάς μας τὴν ἐλευθερία καὶ τὴν υἱοθεσία. Καὶ ὡς ἀπόδειξη, ἀπελευθέρωσε καὶ ἀνέβασε μαζί του τὰ πνεύματα τῶν νεκρῶν, τὰ ὁποῖα πίστεψαν στὸ σωτήριο κήρυγμά Του στὸν Ἅδη.
Μὲ τὴ σταυρική Του θυσία καὶ τὴν Ἀνάστασή Του, ὁ Χριστὸς ἐγκαινιάζει τὴν «καινὴ κτίση» καὶ ἐπαναφέρει τὸν ἄνθρωπο στὴν κοινωνία μὲ τὸν Θεό. «Συνηγέρθημεν τῷ Χριστῷ» (Κολ. 3,1), καὶ προσδοκοῦμε τὴ μελλοντικὴ δόξα, ὅταν «φανερωθῇ ὁ Χριστός, ἡ ζωὴ ἡμῶν». Τότε θὰ μετέχουμε πλήρως στὴ ζωή Του, ἐφόσον τὸ Πνεῦμα Του κατοικεῖ ἐντὸς μας (Ρωμ. 8,11) τονίζει ὁ ἀπόστολος Παῦλος.
Τὸ ἔργο τῆς θείας Οἰκονομίας, τὸ ἐπὶ γῆς ἔργο τοῦ Χριστοῦ, εἶναι ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἡ «ἀνακεφαλαίωσις τῶν πάντων ἐν τῷ Χριστῷ» (Ἐφ. 1,10): ἡ ἀποκατάσταση τῆς δημιουργίας στὴν προπτωτική της κατάσταση καὶ ἡ ὁλοκλήρωσή της στὴν ἐσχατολογική της προοπτική, δηλαδὴ ἐπαναφορὰ τῆς δημιουργίας στὴν ἑνότητά της. Ὁ ἅγιος Εἰρηναῖος Λυῶνος ἀναπτύσσει ἐκτενῶς τὴ θεολογία αὐτή, παρουσιάζοντας τὸν Χριστὸ ὡς νέο Ἀδάμ. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἐξηγεῖ τὸ ἀνακεφαλαιωτικὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ: «ἦτε ἐν τῷ καιρῷ ἐκείνῳ χωρὶς Χριστοῦ, ἀπηλλοτριωμένοι… ξένοι τῶν διαθηκῶν τῆς ἐπαγγελίας, ἐλπίδα μὴ ἔχοντες καὶ ἄθεοι ἐν τῷ κόσμῳ». Ἀλλὰ τώρα «ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ ὑμεῖς οἱ ποτὲ ὄντες μακρὰν ἐγγὺς ἐγενήθητε ἐν τῷ αἵματι τοῦ Χριστοῦ. …δι’ αὐτοῦ ἔχομεν τὴν προσαγωγὴν οἱ ἀμφότεροι ἐν ἑνὶ πνεύματι πρὸς τὸν πατέρα. ἄρα οὖν οὐκέτι ἐστὲ ξένοι καὶ πάροικοι, ἀλλὰ συμπολῖται τῶν ἁγίων καὶ οἰκεῖοι τοῦ Θεοῦ» (Ἐφ. 2,12-19).
Μὲ τὴν λαμπροφόρο Ἀνάστασή Του «τὴν οἰκουμένην ἑαυτῷ συνέστηκεν», ὅπως τονίζει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, «ἥνωσε τὰ τὸ πρὶν διεστῶτα», τὰ ὁποῖα διαίρεσε ἡ εἴσοδος τοῦ κακοῦ στὸν κόσμο καὶ ἡ κυριαρχία τῆς ἁμαρτίας. «Εἰ γὰρ ἐχθροὶ ὄντες κατηλλάγημεν τῷ Θεῷ διὰ τοῦ θανάτου τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ, πολλῷ μᾶλλον καταλλαγέντες σωθησόμεθα ἐν τῇ ζωῇ αὐτοῦ» (Ρωμ. 5,10) «Νυνὶ δὲ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ ὑμεῖς οἱ ποτὲ ὄντες μακρὰν ἐγγὺς ἐγενήθητε ἐν τῷ αἵματι τοῦ Χριστοῦ. αὐτὸς γὰρ ἐστιν ἡ εἰρήνη ἡμῶν, ὁ ποιήσας τὰ ἀμφότερα ἓν καὶ τὸ μεσότοιχον τοῦ φραγμοῦ λύσας… ἐλθὼν εὐηγγελίσατο εἰρήνην ὑμῖν τοῖς μακρὰν καὶ τοῖς ἐγγύς, 18 ὅτι δι’ αὐτοῦ ἔχομεν τὴν προσαγωγὴν οἱ ἀμφότεροι ἐν ἑνὶ πνεύματι πρὸς τὸν πατέρα» (Ἐφ. 2,13-18).
Μὲ τὴν ὑπακοή Του στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ Πατέρα νὰ ταπεινωθεῖ, προκειμένου νὰ σώσει τὸν κόσμο, «ὁ Θεὸς αὐτὸν ὑπερύψωσε καὶ ἐχαρίσατο αὐτῷ ὄνομα τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα, ἵνα ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ πᾶν γόνυ κάμψῃ ἐπουρανίων καὶ ἐπιγείων καὶ καταχθονίων, καὶ πᾶσα γλῶσσα ἐξομολογήσηται ὅτι Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς εἰς δόξαν Θεοῦ πατρὸς» (Φιλιπ.2,9). Ἀναμένουμε δοξασμό, χάρις στὸν Ἀναστημένο Κύριό μας, διότι «συνηγέρθημεν τῷ Χριστῷ» (Κολ. 3,1). «Ὅταν ὁ Χριστὸς φανερωθῇ, ἡ ζωὴ ἡμῶν», τότε καὶ ἐμεῖς συνδοξασθοῦμε μαζί Του. «εἰ δὲ τὸ Πνεῦμα τοῦ ἐγείραντος Ἰησοῦν ἐκ νεκρῶν οἰκεῖ ἐν ὑμῖν, ἐγείρας τὸν Χριστὸν ἐκ νεκρῶν ζωοποιήσει καὶ τὰ θνητὰ σώματα ὑμῶν διὰ τὸ ἐνοικοῦν αὐτοῦ Πνεῦμα ἐν ὑμῖν» (Ρωμ. 8,11)
Αὐτὴ εἶναι ἡ μεγαλειώδης καὶ ἐλπιδοφόρα ἐσχατολογικὴ προοπτικὴ νὰ γίνει «τὰ πάντα καὶ ἐν πᾶσι Χριστὸς» (Κολ. 3,11) καὶ ἡ ὁποία περικλείει τὸ μυστήριο τῆς «Ὀγδόης Ἡμέρας», τοῦ «ἀτελέστατου χρόνου», τοῦ αἰώνιου γαμήλιου δείπνου, τῆς ἀνέσπερης Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, κατὰ τὴν ὁποία ὁ δοξασμένος Χριστὸς θὰ παραδώσει «τὴν βασιλείαν τῷ Θεῷ καὶ πατρί, ὅταν καταργήση πᾶσαν ἀρχὴν καὶ πᾶσαν ἐξουσίαν καὶ δύναμιν. …ὅταν δὲ ὑποταγῇ αὐτῷ τὰ πάντα, τότε καὶ αὐτὸς ὁ υἱὸς ὑποταγήσεται τῷ ὑποτάξαντι αὐτῷ τὰ πάντα, ἵνα ᾖ ὁ Θεὸς τὰ πάντα ἐν πᾶσιν» (Α΄ Κορ. 15, 24-28).
Ὅσοι ἐλεύθερα παραδίδουμε τὴ ζωή μας στὸν Ἀναστημένο Κύριο, ἐλπίζουμε στὴν αἰώνια κοινωνία μαζί Του, τὴν ὁποία ὁ ἅγιος Μάξιμος περιγράφει ὡς «θείαν καὶ ἀνεννόητον ἡδονήν». Ἀντίθετα, ἡ ἀπομάκρυνση ἀπὸ Αὐτὸν ὁδηγεῖ στὴν αἰώνια ὀδύνη τοῦ χωρισμοῦ. Ἡ κοινωνία μαζί Του εἶναι «ἀγαλλίαμα αἰώνιον, εὐφροσύνη γενεῶν γενεαῖς» (Ἡσ. 60,15).
Τὸ μυστήριο τῆς Ἀναστάσεως καὶ τῆς «Ὀγδόης Ἡμέρας» ἀποκαλύπτει τὸν τελικὸ προορισμὸ τοῦ ἀνθρώπου καὶ τῆς δημιουργίας: τὴ μετοχὴ στὴν ἄκτιστη ζωὴ τοῦ Θεοῦ. Ἡ Ἐκκλησία καλεῖ τὸν ἄνθρωπο νὰ ζήσει ἤδη ἀπὸ τώρα αὐτὴ τὴν πραγματικότητα, προσδοκώντας «καὶ σπεύδων τὴν παρουσίαν τῆς τοῦ Θεοῦ ἡμέρας» (Β΄ Πέτρ. 3,12). Καὶ ἡ ἡμέρα αὐτὴ δὲν εἶναι ἄλλη ἀπὸ τὴν ἀτελέστατη «Ὀγδόη Ἡμέρα», τὴν ἀνέσπερη καὶ ὁλόφωτη, στὴν ὁποία θὰ ζοῦν αἰώνια οἱ δίκαιοι καὶ ὅπου, «νὺξ οὐκ ἔσται ἔτι, καὶ οὐ χρεία λύχνου καὶ φωτὸς ἡλίου, ὅτι Κύριος ὁ Θεὸς φωτιεῖ αὐτούς, καὶ βασιλεύσουσιν εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων» (Ἀποκ.22,5)!
Χριστὸς Ἀνέστη –
Ἀληθῶς Ἀνέστη!
Σημειώσεις:
[1] Κανὼν Πάσχα, γ΄ τρόπ. Θ΄ ὠδῆς. [2] Κανὼν Πάσχα β΄ τρόπ. Ε΄ ὠδῆς. [3] Κανὼν Πάσχα γ΄ τρόπ. Ε΄ ὠδῆς. [4] Κανὼν Πάσχα β΄ τρόπ. Η΄ ὠδῆς. [5] Κανὼν Πάσχα β΄ τρόπ. Ζ΄ ὠδῆς. [6] Μ. Βασίλειος Ὁμιλία ὅτι οὐκ ἔστιν αἴτιος τῶν κακῶν ὁ Θεός, PG 31, 345. [7] vatopedi.gr




