Ανεξομολόγητα αμαρτήματα

Ένας Γέροντας είπε: «Μία είναι η φωνή που πρέπει να βοά στα αυτιά του ανθρώπου: Σήμερα να επιστρέψης»

Ένας άλλος Γέροντας είπε: «Αυτή η γενεά δεν ζητεί το σήμερον, αλλά το αύριον. (δηλαδή αναβάλλει τα έργα της μετανοίας)».

Ναι, αδελφοί μου, δεν πρέπει να αναβάλουμε την εξομολόγηση.

Γι’ αυτό και εμείς δεν πρέπει να αναβάλουμε την μετάνοιά μας, αλλά να κάνουμε αυτό που έκανε ένας Γέροντας. Όταν οι λογισμοί του, του ψιθύριζαν, άφησε σήμερα και αύριο μετανοείς, τους αντέκρουσε λέγοντας. Όχι εγώ θα μετανοήσω σήμερα και αύριο ας γίνη το θέλημα του Θεού.

*  *  *

Το 1963 ο μακαριστός π. Χαράλαμπος Βασιλόπουλος ευρίσκετο με άλλους σ’ ένα εστιατόριον του Αιτωλικού, που είναι κοντά στο Μεσολόγγι. Μεταξύ αυτών ήσαν και τρεις, που μόλις είχαν επιστρέψει από την Κεφαλλονιά, από τον Άγιο Γεράσιμο. Είχαν πάει στην γιορτή του. Ο ένας ήτο δικηγόρος, ο άλλος τελωνειακός και ο τρίτος καθηγητής.

Τους ρωτήσαμε πως πέρασαν και μας είπαν:

– Αφήστε τα. Μας κάμανε ρεζίλι οι δαιμονισμένοι. Ήταν αρκετοί από δαύτους στην αυλή κατά σειράν και μόλις μας είδαν, άρχισαν να μας βγάζουν τ’ άπλυτα. Τα φώναζαν στον κόσμο ο,τι είχαμε κάμει. Μόνο δεν έλεγαν τίποτε του καθηγητού. Τους ρωτήσαμε τότε τους δαιμονιζομένους:

– Γιατί τα δικά μας τα λέτε και δεν λέτε και του καθηγητού, όσα έχει κάμει;

– Αχ! Μας είπαν. Αυτός πρόλαβε και τα έσβησε.

– Τι συμβαίνει, τον ερωτήσαμε και μας είπε ότι έχει εξομολογηθή τα αμαρτήματά του!

Πράγματι! Τι δύναμη έχει το Μυστήριο της εξομολογήσεως! Τα σβήνει τελείως!

*  *  *

Αναφέρει ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος:

Κάποτε φθάνοντας σε ένα Κοινόβιο έτυχε να περάση κάποιος μοναχός, ο οποίος προηγουμένως ήταν ληστής. Αυτός είχε εντολή επί επτά ημέρες να απολαύση κάθε ανάπαυση και να παρατηρή την ζωή και την τάξη της Μονής.

Μετά την έβδομη ημέρα τον κάλεσε ο Ηγούμενος και του ζήτησε να εξομολογηθή όλα τα αμαρτήματά του και να τα φανερώση μπροστά σε όλη την αδελφότητα. Και εκείνος του απάντησε περιφρονώντας κάθε εντροπή ότι: «Και αν θέλης ακόμη, του λέγει, τα εξομολογούμαι και στο κέντρο της Αλεξανδρείας».

Ύστερα, αφού κάλεσε ο Ηγούμενος όλη την αδελφότητα διακόσους τριάντα αδελφούς και ενώ ετελείτο η θεία Λειτουργία, ήταν ημέρα Κυριακή, μετά την ανάγνωση του Ευαγγελίου, έφεραν τον αδελφό με τα χέρια πίσω φορώντας τρίχινο σάκκο και έχοντας ρι­γμένη στάχτη στο κεφάλι του. Μόλις πλησίασε στην πύλη της Εκκλησίας, ο Ηγούμενος φώναξε με δυνατή φωνή. «Στάσου! Είσαι ανάξιος να εισέλθης εδώ μέσα». Εκείνος τότε ταράχθηκε από την φωνή του Ποιμένος, που την άκουσε από το ιερό. (Όπως αργότερα μας βεβαίωνε με όρκο, του φάνηκε ότι άκουσε βροντή και όχι φωνή ανθρώπου). Πέφτει αμέσως φοβισμένος με το πρόσωπο στην γη και με δάκρυα άρχισε να εξομολογή­ται. Έλεγε ένα-ένα τα αμαρτήματά του, όχι μόνο σαρκικά παρά φύσιν, κατά φύσιν, με ανθρώπους, με ζώα, αλλά ακόμη και μαγείες και φόνους και άλλα που ούτε πρέπει να τα ακούση κανείς, ούτε να τα γράψη. Έπειτα από αυτήν την εξομολόγηση ο Ηγούμενος έδωσε εντολή να καρή μοναχός και να συγκαταριθμηθή στους αδελφούς. Εγώ ρώτησα ιδιαιτέρως το σοφό Γέροντα για ποιό λόγο έκανε αυτή την παράδοξη ενέργεια. Και απάντησε: «Πρώτον, χάριν του ιδίου, ώστε με την εντροπή της παρούσης εξομολογήσεως να τον απαλλάξω από την μέλλουσα εντροπή, πράγμα που ασφαλώς έγινε. Διότι, αδελφέ μου Ιωάννη, δεν σηκώθηκε από το έδαφος, μέχρις ότου πέτυχε την άφεση όλων των αμαρτιών του. Και μη αμφιβάλης γι’ αυτό, διότι κάποιος από τους αδελφούς που ευρισκόταν εκεί πήρε θάρρος και μου είπε· «Έβλεπα την ώρα εκείνη κάποιο φοβερό και επιβλητικό άνδρα που κρατούσε στα χέρια του ένα χαρτί γραμμένο και ένα κοντύλι στο καλάμι και κάθε φορά που ο ριγμένος στο έδαφος εξωμολογείτο μία αμαρτία του, εκείνος με το κοντύλι την διέγραφε.

Δεύτερον, το έκανα αυτό, επειδή έχω μερικούς αδελφούς με ανεξομολόγητες αμαρτίες και με το παράδειγμα αυτό τους παρακινώ και εκείνους στην εξομολόγηση, χωρίς την οποία κανείς δεν θα επιτύχη την άφεση των αμαρτιών του».

 

Παντοκράτορας