Έχουν καταφέρει να διαμορφώσουν ένα διεθνές περιβάλλον στο οποίο οι περισσότεροι αξιωματούχοι αποφεύγουν οποιαδήποτε κριτική στις γενοκτονικές πολιτικές της Άγκυρας και του Μπακού.
Γράφει ο Αρντασές Γιαγουπιάν
Ο Πάπας Λέων ΙΔ΄ πραγματοποίησε το πρώτο του αποστολικό ταξίδι στο εξωτερικό στις 27 Νοεμβρίου, με επίσημη επίσκεψη στην Τουρκία, όπου έγινε δεκτός από τον Πρόεδρο Ερντογάν στην Άγκυρα. Επισκέφθηκε το Μαυσωλείο του Μουσταφά Κεμάλ, αυτού που φέρει πολιτική και στρατιωτική ευθύνη για την τελική φάση των γενοκτονιών των χριστιανικών πληθυσμών (Αρμενίων, Ελλήνων του Πόντου και της Μικράς Ασίας, Ασσυρίων), ενώ στις δημόσιες παρεμβάσεις του μίλησε για την ειρήνη, τον διάλογο και τον υποτιθέμενο ρόλο της Τουρκίας ως «γέφυρας» μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Επίσης παρέμεινε απόλυτα σιωπηλός για τον ρόλο της Τουρκίας στην Γενοκτονία των Αρμενίων (1915–1923), όπως και για την πρόσφατη εθνοκάθαρση του χριστιανικού αρμενικού πληθυσμού του Αρτσάχ μεταξύ 2020 και 2023.
Μετά την επίσημη τελετή υποδοχής στο Διεθνές Αεροδρόμιο της Άγκυρας, ο Πάπας επισκέφθηκε το Ανίτκαμπιρ, όπου υπέγραψε το Βιβλίο της Τιμής σημειώνοντας:
«Ευχαριστώ τον Θεό που μπόρεσα να επισκεφθώ την Τουρκία και επικαλούμαι άφθονη ειρήνη και ευημερία σε αυτή τη χώρα και τον λαό της».
Στο Προεδρικό Μέγαρο είχε διμερή συνάντηση με τον Ερντογάν και στη συνέχεια συμμετείχε σε σύσκεψη με τις αρχές, εκπροσώπους της κοινωνίας των πολιτών και το διπλωματικό σώμα, στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Τουρκίας.
Στις ομιλίες του υπογράμμισε ότι η Τουρκία είναι «άρρηκτα συνδεδεμένη με τις απαρχές του Χριστιανισμού» και τη χαρακτήρισε «χώρα–γέφυρα» μεταξύ Ασίας και Ευρώπης. Ζήτησε την οικοδόμηση «γεφυρών αδελφοσύνης και ειρήνης» και προειδοποίησε για τους κινδύνους της τεχνολογίας και της τεχνητής νοημοσύνης. Την ίδια στιγμή, ο Ερντογάν παρουσίασε την Τουρκία ως κράτος που «αναλαμβάνει την ευθύνη για την ειρήνη και τη δικαιοσύνη» σε ένα διεθνές περιβάλλον γεμάτο κρίσεις, δήλωση που αντιφάσκει πλήρως με τις πρόσφατες στρατιωτικές και γεωπολιτικές πρακτικές της Άγκυρας.
Η Τουρκία απέχει πολύ από τον ρόλο της «γέφυρας» θρησκειών και πολιτισμών. Στον τομέα της θρησκευτικής ελευθερίας καταγράφει από τις χειρότερες επιδόσεις. Δεν ανοίγει τη Θεολογική Σχολή της Χάλκης, παρεμβαίνει στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, περιορίζει αρμενικά και ελληνικά σχολεία και ασκεί αυστηρό κρατικό έλεγχο μέσω της Diyanet (κρατικός θεσμός που ελέγχει πλήρως τη θρησκευτική ζωή στη χώρα), διατηρώντας υπό πολιτικό έλεγχο τις μη μουσουλμανικές μειονότητες. Παράλληλα, έχει αλλοιώσει ή καταστρέψει χιλιάδες αρμενικά, ελληνικά και ασσυριακά μνημεία, ενώ η μετατροπή της Αγίας Σοφίας και της Μονής της Χώρας σε τζαμιά υπογραμμίζει την εργαλειοποίηση της πολιτιστικής κληρονομιάς.
Στο Αρτσάχ η Τουρκία δεν υπήρξε ειρηνοποιός αλλά ενεργός εμπλεκόμενη χώρα. Εκπαίδευσε και εξόπλισε το αζερικό στρατιωτικό σύστημα, χρησιμοποίησε Σύρους μισθοφόρους και υποστήριξε την εθνοκάθαρση του αρμενικού πληθυσμού το 2020 και το 2023. Τέλος, με την εξαγωγή νεο-οθωμανισμού με χρηματοδοτήσεις τζαμιών, παρεμβάσεις σε Συρία, Ιράκ, Λιβύη και Καύκασο και ενίσχυση δικτύων πολιτικής επιρροής στο εξωτερικό, η Άγκυρα χρησιμοποιεί τη θρησκεία ως εργαλείο ισχύος, όχι ως μέσο διαλόγου.
Σε καμία από τις δημόσιες δηλώσεις του, ο Πάπας Λέων ΙΔ΄ δεν αναφέρθηκε στη Γενοκτονία των Αρμενίων, την οποία ο Μουσταφά Κεμάλ συνέχισε με μαζικές σφαγές, εκτοπισμούς και πολιτικές εθνοκάθαρσης κατά την περίοδο 1919–1923, ούτε στον ρόλο της Τουρκίας στον πόλεμο που διεξήγαγε το Αζερμπαϊτζάν εναντίον της Δημοκρατίας του Αρτσάχ, ούτε στην εθνοκάθαρση του αρμενικού πληθυσμού που κορυφώθηκε με την επίθεση του 2023 και τον αναγκαστικό εκτοπισμό περισσότερων από 120.000 Αρμενίων.
Αυτή η σιωπή είναι ιδιαίτερα ηχηρή αν ληφθεί υπόψη η πρωτοφανής εκστρατεία διεθνούς χρηματοδότησης και επιρροής που έχει εξαπολύσει το Αζερμπαϊτζάν την τελευταία δεκαετία.
Το Μπακού διατηρεί εκτεταμένα δίκτυα lobbying, χρηματοδοτώντας, οργανώσεις, think tanks και ιδρύματα σε Ευρώπη και Μέση Ανατολή, θρησκευτικούς και πολιτικούς παράγοντες, προγράμματα διαθρησκευτικού διαλόγου με στόχο τη νομιμοποίηση του καθεστώτος Αλίγιεφ, και, σε ορισμένες περιπτώσεις, προσφέροντας προσωπικές παροχές και προσκλήσεις υψηλού επιπέδου σε κληρικούς ή αξιωματούχους, ώστε να καλλιεργηθεί η εικόνα του ανεκτικού και ειρηνοποιού Αζερμπαϊτζάν.
Αυτά τα δίκτυα χρηματοδότησης, συχνά σε συνέργεια με την τουρκική διπλωματία, έχουν καταφέρει να διαμορφώσουν ένα διεθνές περιβάλλον στο οποίο οι περισσότεροι αξιωματούχοι αποφεύγουν οποιαδήποτε κριτική στις γενοκτονικές πολιτικές της Άγκυρας και του Μπακού.
Στο πλαίσιο αυτό, η επιλογή του Πάπα Λέοντα ΙΔ΄ να μην αναφερθεί ούτε στη Γενοκτονία ούτε στον εκτοπισμό των Αρμενίων στο Αρτσάχ μοιάζει με συνειδητή αποδοχή της αζερο-τουρκικής γραμμής σιωπής και εξωραϊσμού.
Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτή η στάση βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με την πορεία του Πάπα Φραγκίσκου, ο οποίος το 2015 αναγνώρισε επίσημα τη Γενοκτονία των Αρμενίων ως «την πρώτη γενοκτονία του 20ού αιώνα» και κατήγγειλε δημόσια την κράτηση Αρμενίων αιχμαλώτων από το Αζερμπαϊτζάν.
Το Σάββατο, ο Πάπας Λέων ΙΔ΄ αναμένεται να επισκεφθεί τον Αρμενικό Αποστολικό Καθεδρικό Ναό στην Κωνσταντινούπολη, πριν αναχωρήσει για τη Βηρυτό.




