Σχέδιον καταλύσεως τῶν Ἱερῶν Κανόνων;      Ἡ «ἄγνωστος» μελέτη τοῦ Πατριάρχου Κων/λεως

Share:

Τοῦ κ. Παύλου Τρακάδα

Μέρος Ε΄ – Τελευταῖον

Θεία Λειτουργία εἰς τὴν δημοτικήν;

Ὅπως παρετηρήσαμεν μέχρι τώρα ὁ «ἐκσυγχρονισμὸς» τῆς Ἐκκλησίας εὑρίσκεται εἰς τὰ σχέδια τοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου ἤδη ἀπὸ τὴν ἐποχὴν ποὺ ἦτο Ἀρχιμανδρίτης. Τὸ περιεχόμενον αὐτοῦ τοῦ «ἐκσυγχρονισμοῦ» εἶναι συγκεκριμένον καὶ ἀπαντᾶ εἰς διάφορα μέρη τῆς διατριβῆς. Ἕνα πρῶτον σημεῖον ἀφορᾶ εἰς τὴν γλῶσσαν:

«Εἰς τὴν ἑλληνικὴν γλῶσσαν ποιᾶς ἐποχῆς θὰ γραφῆ ὁ Κῶδιξ, τὴν τῆς ἐποχῆς τῶν συνόδων, αἵτινες ἐξέδωκαν τοὺς κανόνας ἢ τὴν τῆς σήμερον; Ἀσφαλῶς θὰ προτιμηθῆ ἡ δευτέρα. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θιγῆ κἄν ἐνταῦθα τὸ θέμα τῆς σκοπιμότητος καὶ δυνατότητος ἢ μὴ τῆς εἰς τὴν ἑλληνικὴν γλῶσσαν τῆς σήμερον ἀποδόσεως τοῦ κειμένου τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ τῆς θείας Λειτουργίας. Περὶ τῶν κανόνων ὅμως καὶ δὴ τοῦ Κώδικος αὐτῶν ὄντος ἐνταῦθα τοῦ λόγου, τασσόμεθα ὑπὲρ τῆς συντάξεως αὐτοῦ εἰς τὴν γλῶσσαν τῆς συγχρόνου ἑλληνοφώνου θεολογίας» σ. 104.

Ὁ Πατριάρχης τάσσεται ἀναφανδὸν καὶ ἄνευ ἐπιφυλάξεως ὑπὲρ τῆς συγχρόνου γλώσσης. Βεβαίως τὴν ἐποχὴν ποὺ γράφει ἀκόμη ὑπῆρχεν ἡ καθαρεύουσα καὶ ἑπομένως δὲν εἶναι βέβαιον ἂν θὰ ἐτάσσετο ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς. Ἂν ὅμως ἡ σύγχρονος ἑλληνόφωνος θεολογία χρησιμοποιῆ τὴν δημοτικήν, δὲν διαφαίνεται λόγος νὰ ἀρνηθῆ αὐτήν. Ὡστόσον τὸ ἰδιαίτερον στοιχεῖον εἶναι ὅτι δὲν προκρίνεται αὐτὴ ἡ γλῶσσα μόνον διὰ τὴν κωδικοποίησιν ἀλλὰ καὶ διὰ τοὺς Ἱ. Κανόνας. Εἶναι κακὴ ἡ μετάφρασις; Ὄχι, ἀλλὰ διαφαίνεται ἡ τάσις νὰ ἐπικρατήση εἰς κάθε τομέα, ἀκόμα καὶ εἰς τὴν Θ. Λειτουργίαν! Ὁ Πατριάρχης ἀποφεύγει νὰ τοποθετηθῆ, αὐτὸ ὅμως δὲν δηλώνει ὅτι διάκειται κατά, ἀλλὰ μᾶλλον ὑπέρ, διότι ὅσοι μένουν πιστοὶ εἰς τὴν Παράδοσιν εὐθὺς μόλις τεθῆ λόγος περὶ μεταφράσεως τῆς Θ. Λειτουργίας ἀπορρίπτουν αὐτὴν ἀμέσως καὶ δὲν ἀφήνουν κανένα ἐνδεχόμενον ἀνοικτόν.

Θεσμοθέτησις τῶν συμπροσευχῶν

Ἂν τὸ πρῶτον βῆμα τοῦ «ἐκσυγχρονισμοῦ» περιλαμβάνει τὰς μεταφράσεις, τὸ δεύτερον σχετίζεται μὲ τὰς συμπροσευχάς. Ἀπὸ τὰ ἐσωτερικὰ λοιπὸν τῆς Ἐκκλησίας διαβαίνει πρὸς τὰς σχέσεις μὲ τοὺς ἑτεροδόξους:

«δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθοῦν σήμερον καὶ πρέπει νὰ τροποποιηθοῦν αἱ διατάξεις αἱ κανονίζουσαι τὰς σχέσεις τῶν ὀρθοδόξων Χριστιανῶν πρὸς τοὺς ἑτεροδόξους καὶ ἑτεροθρήσκους. Δὲν δύναται ἡ Ἐκκλησία νὰ ἔχη διατάξεις ἀπαγορευούσας τὴν εἴσοδον εἰς τοὺς ναοὺς τῶν ἑτεροδόξων καὶ τὴν μετ’ αὐτῶν συμπροσευχὴν καθ’ ἥν στιγμὴν αὕτη διὰ τῶν ἐκπροσώπων αὐτῆς προσεύχεται ἀπὸ κοινοῦ μετ’ αὐτῶν διὰ τὴν τελικὴν ἕνωσιν ἐν τῇ πίστει, τῇ ἀγάπῃ καὶ τῇ ἐλπίδι… Ἡ Ἐκκλησία δὲν δύναται καὶ δὲν πρέπει νὰ ζῆ ἐκτὸς τόπου καὶ χρόνου» σ. 73

Μὲ λύπην παρατηροῦμεν ὅτι θεωρεῖ κατ’ οὐσίαν ἀναχρονιστικοὺς ὅλους τοὺς Ἱ. Κανόνας ποὺ ἀπαγορεύουν τὴν οἱανδήποτε κοινωνίαν μὲ τοὺς αἱρετικούς. Ἀντὶ νὰ προβληματισθῆ διατί ὑπάρχουν αὐτοὶ οἱ Κανόνες καὶ ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ καταργηθοῦν, λαμβάνει ὡς ἀφετηρία τί συμβαίνει σήμερα. Μήπως ἡ Ἐκκλησία ἤρχισεν ἐπὶ Ἀθηναγόρα ἢ Βαρθολομαίου τὴν πορείαν της; Μήπως οἱ σύγχρονοι εἶναι θεοφώτιστοι, ἐνῶ οἱ Πατέρες ὄχι; Πῶς θὰ λάβη ὡς Κανόνα τὴν «πραγματικότητα», ὅταν ὁ ἴδιος ὁ Πατριάρχης θεωρῆ ὅτι αὐτὴ πάσχει π.χ. ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Διασπορὰ εἶναι ἀντικανονική; Κατ’ ἐπιλογὴν λοιπὸν ἡ ἀλλαγὴ τῶν Ἱ. Κανόνων, διὰ νὰ ἐξυπηρετηθοῦν συγκεκριμένα συμφέροντα… Τὸ ἀδιανόητον τοῦ ζητήματος εἶναι ὅτι ἐπικαλεῖται ὡς ἐπιχείρημα, αὐτὰ τὰ ὁποῖα ὁ ἴδιος σχεδιάζει: θεωρεῖ ὡς ἐπιχείρημα ὅτι ἐκπρόσωποι τῶν Ὀρθοδόξων συμπροσεύχονται, δηλ. πρῶτα τοὺς ἀποστέλλει ὁ ἴδιος καὶ ἔπειτα λέει «ὁρίστε, ἀφοῦ συμπροσευχόμεθα πρέπει νὰ καταργήσουμε τοὺς Κανόνες»!

Τὸ ζήτημα ὅμως δὲν ἀφορᾶ μόνον εἰς πρακτικὰς ἀντιφάσεις, ἀλλὰ εἰς τὴν οὐσίαν του εἶναι θεολογικόν. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γίνωνται ἀπὸ κοινοῦ προσευχαὶ μὲ ἀνθρώπους ἐκτὸς Ἐκκλησίας; Ἡ προσευχὴ μπορεῖ νὰ εἶναι μία πανανθρώπινος ἔννοια, ἀλλὰ διὰ τοὺς Ὀρθοδόξους εἶναι ἐπίκλησις συγκεκριμένα τοῦ Ἁγίου Τριαδικοῦ Θεοῦ. Προφανῶς ὅμως ὅσοι ἰσχυρίζονται ὅτι μποροῦμε νὰ συμπροσευχώμεθα ἀντιμετωπίζουν τὴν προσευχὴν κοσμικά, ὡς ἀνθρωπίνην ἐνέργειαν, ὅπως ἡ σκέψις, ἡ βούλησις κ.λπ. καὶ ὄχι ὡς κοινωνία μὲ τὸν ἀληθινὸν Θεόν. Αὐτὸ καθιστᾶ τὴν προσευχὴν ἀνθρωποκεντρικήν, καταλύει τὸ ἱερὸν καὶ ἅγιον ἔργον, διὰ νὰ τοποθετήση τὰς καλὰς σχέσεις μὲ τοὺς αἱρετικοὺς ὑπεράνω αὐτῆς, δηλ. ὡς νὰ δύναται ἡ ἑνότης νὰ ὑπερβαίνη τὴν σωτηρίαν. Τὸ ἐζήσαμεν αὐτὸ μὲ τὴν ἐπιδημίαν τοῦ κορωνοϊοῦ, ὅπου ἡ «διαφύλαξις» τοῦ ἀτόμου ἐγκαθιδρύθη εἰς τὰς συνειδήσεις τῶν ποιμένων ὡς σπουδαιοτέρα τῶν σωτηριωδῶν ἁγιαστικῶν πράξεων. Ἡ ἰδία αὐτὴ ἀνθρωπίνη ἀλαζονεία ἀναδύεται μέσα ἀπὸ τὰς φράσεις «δὲν δύναται ἡ Ἐκκλησία νὰ ἔχη διατάξεις» καὶ «εἶναι ἐκτὸς τόπου καὶ χρόνου», ὡς ὁ Ἀρχιμανδρίτης νὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ κρίνη τὴν Ἐκκλησίαν!

Ἀποδοχὴ τοῦ βαπτίσματος τῶν ἑτεροδόξων

Μετὰ καὶ τὴν θεσμοθέτησιν συμπροσευχῶν μὲ κατάργησιν τῶν Ἱ. Κανόνων ἀκολουθεῖ καὶ κατάργησις καὶ ἑτέρων Κανόνων:

«Πλὴν τῶν ἀρχαίων κανόνων ὑπάρχουν καὶ μεταγενέστεραι διατάξεις ὁμοίως ἐκ λόγων σκοπιμότητος ἐκδοθεῖσαι, ὡς αἱ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, αἱ ἐπιβάλλουσαι τὸν ἀναβαπτισμὸν τῶν ἐκ τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας εἰς τὴν Ὀρθοδοξίαν προσερχομένων καὶ ἀποβλέπουσαι εἰς τὴν καταπολέμησιν τοῦ ἐκ μέρους τῆς Ἐκκλησίας ἐκείνης διενεργουμένου προσηλυτισμοῦ εἰς βάρος τῶν μελῶν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Εἶναι αὐτονόητον ὅτι οἱ τοιοῦτοι κανόνες καὶ διατάξεις οὐδεμίαν θέσιν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχουν ἐν τῷ Κώδικι» σ. 82.

Τελικῶς, διαφαίνεται ὡς οἱ Ἱ. Κανόνες νὰ εἶναι τὸ πρόβλημα τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι αὐτοὶ ποὺ ἐμποδίζουν τὴν ἑνότητα καὶ ὄχι αἱ αἱρέσεις ἢ αἱ ἁμαρτίαι μας! Εἰς τὴν πυράν! Νὰ «βγοῦν ἀπὸ τὴν μέση»! Ὅ,τι δὲν ἀρέσει εἰς τὸν Πατριάρχην Βαρθολομαῖον πρέπει νὰ ἐξοβελισθῆ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησίαν!

Κατ’ ἀρχάς, καὶ εἰς τοὺς ἀρχαίους Κανόνας προβλέπεται ἀναβαπτισμός. Δεύτερον, ὅσον ὑπάρχει καὶ διατηρεῖται ἡ Οὐνία τόσον παραμένουν ἐπίκαιροι εἰς τὸ ἀκέραιον οἱ Κανόνες περὶ ἀναβαπτισμοῦ. Τρίτον, πῶς Πατριάρχης Κων/λεως ὤν καταφρονεῖ τὰς ἀποφάσεις τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου; Πῶς ἰσχυρίζεται ὅτι τηρεῖ ἅπασαν τὴν τάξιν τοῦ Πατριαρχείου καὶ ὑπονομεύει τὰ θεμέλιά του; Πῶς ἀξιώνει νὰ μὴ τὸν ἀμφισβητῆ κανείς, ἀλλὰ ὁ ἴδιος διαγράφει τοὺς Προκατόχους του; Ἐπιπολαιότης ἢ ἀλαζονεία; Ἴσως ὅλα, ἀλλὰ ἴσως καὶ τίποτε ἀπὸ αὐτά, καθὼς δὲν εἶναι τὸ κίνητρον, ἀλλὰ ὁ σκοπὸς ποὺ κατευθύνει τὰ γραφόμενά του καὶ αὐτὸς εἶναι ἡ ἕνωσις μὲ τὸν Παπισμόν! Διότι, ἀναφορὰ γίνεται μόνον εἰς τοὺς παπικούς, καθὼς ἐκεῖ ἐγαλουχήθη ἐπιστημονικῶς καὶ ἐκκλησιαστικῶς.

Ἐμελέτησε τοὺς Πατέρας νὰ ἀντιληφθῆ ὅτι τὸ «filioque» καταργεῖ ὁλόκληρον τὴν Ἁγίαν Τριάδα; Διὰ τοῦτο καὶ ἐμπεριστατωμέναι μελέται καὶ γνωμοδοτήσεις τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς, ποὺ ἄλλοτε ἐδημοσίευσε καὶ ὁ «Ο.Τ.», λέγουν ὅτι ἡ ἀκρίβεια εἶναι τὸ βάπτισμα, ἔστω καὶ ἂν γίνεται οἰκονομία καὶ γίνονται δεκτοὶ μὲ Χρῖσμα. Μήπως ὅμως ἀκόμη καὶ ἂν καταργηθῆ ὁ ἀναβαπτισμός, τὸ Ἱ. Μυστήριον τοῦ Ἁγίου Χρίσματος εἶναι κατώτερον; Ἀντιλαμβάνεται ὅτι τὸ Ἅγιον Βάπτισμα ἄνευ τοῦ Ἱεροῦ Χρίσματος δὲν νοεῖται;

Ἀποδοχὴ τῆς ἱερωσύνης

τῶν αἱρετικῶν

Προφανῶς ὅμως τὸ ὅλον σκεπτικὸν ὁδηγεῖ εἰς τὸ νὰ γίνωνται δεκτοὶ ἁπλῶς διὰ λιβέλλου, γεγονὸς τὸ ὁποῖον προϋποθέτει ὅτι ἔχουν Μυστήρια, διότι ἔχουν κανονικὴν ἱερωσύνην! Ἰδοὺ τί πιστεύει καὶ γράφει ὅτι πρέπει νὰ εἶναι ἀντικείμενον τοῦ «ἐκσυγχρονισμοῦ» τῶν Ἱ. Κανόνων:

«ἡ περὶ Οἰκονομίας διδασκαλία τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας καὶ δὴ ὡς πρὸς τὰ μυστήρια, ὁ ἐκ καθαρῶς ὀρθοδόξου ἐπόψεως καθορισμὸς τοῦ χαρακτῆρος τῶν μυστηρίων, ὁ ἔλεγχος τῶν γεννήσεων κλπ… Διὰ νὰ ἐκλείψουν ἐν τῷ μέλλοντι περιπτώσεις ὡς ἡ τοῦ κύρους τῶν Ἀγγλικανικῶν χειροτονιῶν κατὰ τὸ Ὀρθόδοξον Ἐκκλησιαστικὸν Δίκαιον» σ. 60.

Μέσα εἰς τὸν σαρωτικὸν ἄνεμον τοῦ «ἐκσυγχρονισμοῦ» περιλαμβάνεται καὶ ὁ ἔλεγχος τῶν γεννήσεων! Ἂς μὴ ὅμως πελαγοδρομήσωμεν εἰς τὴν τρικυμίαν τῶν προτάσεων τοῦ Πατριάρχου, χαμένος εἰς τὸν ὠκεανὸν ἄνευ τοῦ φάρου τῆς Πατερικῆς Διδασκαλίας. Τὸ κύριον ζήτημα εἶναι ἡ ἐπικέντρωσις εἰς τὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας. Διατί; Συνεκτικὸς σύνδεσμος τῶν μυστηρίων εἶναι ἡ ἱερωσύνη, ποὺ εἶναι ἡ ὑπουργὸς τῶν μυστηρίων. Ἂν ὑπάρχη ἱερωσύνη, τότε ὑπάρχει καὶ Χάρις καὶ ἑπομένως Μυστήρια. Ὁ Πατριάρχης θέτει λοιπὸν ζήτημα προσδιορισμοῦ τῶν Ἁγίων Μυστηρίων, διὰ νὰ καταλήξη ὅτι τοιουτοτρόπως θὰ ἐκλείψη καὶ κάθε πρόβλημα μὲ τὰς χειροτονίας τῶν Ἀγγλικανῶν! Ἂν τελικῶς καὶ αὐτοί ἔχουν ἱερωσύνην, ἔχουν καὶ Βάπτισμα καὶ Χρῖσμα καὶ Θ. Κοινωνίαν, ἑπομένως τίποτε πλέον δὲν κωλύει ἀπὸ τὴν ἑνότητα! Ἂν λυθοῦν αὐτὰ τὰ βασικά, τότε ὅλα τὰ ἄλλα (τελετουργικόν, διατάξεις κ.λπ.) θὰ θεωρηθοῦν ὡς θεμιταὶ παράλληλοι παραδόσεις! Ἂν γενικῶς ἐπιμένη εἰς τὰς σχέσεις μὲ τοὺς παπικούς, διὰ τῶν Ἀγγλικανῶν ἀνοίγεται διάπλατα ἡ θύρα καὶ εἰς τὸν Προτεσταντισμόν! Ἐμερίμνησεν ὅμως ὁ Θεός, διὰ νὰ ἀποστομωθῆ ὁ Πατριάρχης, ἀφοῦ ἐτύφλωσε τοὺς Ἀγγλικανοὺς νὰ δεχθοῦν καὶ γυναῖκας καὶ ὁμοφυλοφίλους κληρικούς, καταδεικνύων ὅτι αἱ «παραδόσεις» μαρτυροῦν τὴν πηγὴν τοῦ προβλήματος: τὸ ἀλλότριον δόγμα καὶ τὴν ἀπουσίαν Χάριτος, ποὺ ὁδηγεῖ εἰς τὰ βάραθρα τοὺς αἱρετικούς.

Συμπόρευσις Ὀρθοδόξου

καὶ παπικοῦ δικαίου

Πῶς θὰ ἐπιτευχθοῦν ὅλα αὐτά; Ἡ ἕνωσις πρέπει νὰ ἀρχίση ἀπὸ κάποιο σημεῖον καὶ αὐτὸ θὰ εἶναι ἡ ἀνάμειξις τοῦ δικαίου τῶν Ὀρθοδόξων μὲ αὐτοῦ τῶν παπικῶν, «ἐμπλουτίζοντες» τὸν Κανονικὸν Δίκαιον:

«Διὰ κανονικῶν διατάξεων ἐκ τοῦ CICO (διατὶ ὄχι καὶ ἐκ τοῦ CIC;) προερχομένων καὶ συμφωνουσῶν πρὸς τὰ καθ΄ ἡμᾶς. Ὅσον ὕποπτον καὶ παρακινδυνευμένον θὰ φανῆ ὁπωσδήποτε τοῦτο εἴς τινας, τόσον δυνατὸν ἀλλὰ καὶ χρήσιμον εἶναι ἐν τῇ πραγματικότητι. Δυνατὸν μὲν καθ’ ὅσον δὲν πρόκειται περὶ ἄρθρων τοῦ τομέως τῆς πίστεως, ἐν ᾧ ὑπάρχουν αἱ γνωσταὶ διαφοραὶ μεταξὺ τῆς Ὀρθοδόξου καὶ τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ περὶ διατάξεως καὶ θεσμῶν ἀνθρωπίνου ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ δικαίου, περὶ ὧν, καίτοι τοιούτων, ἐτέθη ἀνωτέρω ὁ ὅρος τῆς συμφωνίας πρὸς τὰς ἀρχὰς καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ Ὀρθοδόξου Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαίου. Χρήσιμον δὲ καὶ ἐπωφελές, διότι διὰ τῆς κοινότητος ὅσον τὸ δυνατὸν περισσοτέρων ὄψεων τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ βίου παρὰ τοῖς Ὀρθοδόξοις καὶ τοῖς Ρωμαιοκαθολικοῖς ἐπέρχεται μεγαλυτέρα προσέγγισις αὐτῶν καὶ διευκολύνεται τὸ ἔργον τῆς καταλλαγῆς καὶ τῆς ἑνότητος, τῆς ὑπ’ ἀμφοτέρων τῶν πλευρῶν διακαῶς ἐπιθυμουμένης καὶ ἐπιδιωκομένης. Τὸ Ἐκκλησιαστικὸν Δίκαιον καὶ διὰ τῆς ὡς ἄνω ὁδοῦ καὶ δι’ ἄλλων καλεῖται νὰ διαδραματίση σημαντικὸν ρόλον εἰς τὸν οἰκουμενικὸν διάλογον καὶ τὴν δι’ αὐτοῦ μείωσιν τῆς ἀποστάσεως μεταξὺ τῶν Ἐκκλησιῶν Ἀνατολῆς καὶ Δύσεως, αἵτινες ἀπὸ τῆς ἐν Τρούλλῳ συνόδου καὶ ἐφεξῆς «εἶναι σχεδὸν ἄνευ δικαιικῆς ἐπαφῆς»» σ. 87

Νὰ διευκρινίσωμεν ὅτι οἱ συντμήσεις CIC (Codex Iuris Canonici) καὶ CICO (Codex Iuris Canonici Orientalis) ἀναφέρονται εἰς τὸ ἐπίσημον κανονικὸν δίκαιον τοῦ παπισμοῦ καὶ τὸ κανονικὸν δίκαιον τοῦ παπισμοῦ τῶν οὐνιτικῶν κοινοτήτων ἀντιστοίχως. Ἀπὸ αὐτὰ πιστεύει ὁ Πατριάρχης ὅτι μπορεῖ νὰ ἀντλήση Ἱ. Κανόνες ἐπ’ ὠφελείᾳ τῆς Ὀρθοδοξίας! Ἐφόσον πιστεύει ὅτι οἱ Ἱ. Κανόνες εἶναι «ἀνθρώπινον δίκαιον» εἶναι λογικὸν νὰ θεωρῆ ὅτι διὰ τῆς «ἀντιγραφῆς» ἀπὸ ἕνα πιὸ αὐστηρῶς δομημένον δίκαιον θὰ ἐνισχυθῆ τὸ Κανονικὸν Δίκαιον. Εἶναι πέραν πάσης προσδοκίας νὰ ἀντιληφθῆ ὅτι οἱ Ἱ. Κανόνες εἶναι Συνοδικὸν ἀποτύπωμα, ποὺ σημαίνει «διαβούλευσις» Ἱεραρχῶν ὑπὸ τὴν καθοδήγησιν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Εἶναι προϊόν τῆς Χάριτος καὶ ὄχι διεργασία κοσμική, ὡς οἱ κρατικοὶ νόμοι ποὺ συνεχῶς ἀλλάζουν. Πῶς θὰ ἀποκόψη ἀπὸ ἕνα ἄλλο ἱστορικὸν καὶ μὴ ἁγιοπνευματικὸν πλαίσιον ἕνα Κανόνα καὶ θὰ τὸν ἐντάξη εἰς τὴν Ὀρθοδοξίαν; Δὲν ὑπάρχουν «μεταγραφαὶ» Κανόνων, διότι τὸ Κανονικὸν Δίκαιον δὲν εἶναι ψυχαγωγικὸν ἄθλημα, ἀλλὰ ἄθλησις πίστεως. Ἀκόμη καὶ ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ διαγράψωμεν ὅλον αὐτὸ τὸ θεολογικὸν ὑπόβαθρον, θὰ ἦτο ὄνειδος νὰ εἰσαγάγωμεν κανόνας ἀπὸ τὴν Οὐνίαν! Πῶς, πάλιν, θὰ ἀποδεχθῶμεν ἐμεῖς Κανόνας, ὅταν ἐκεῖνοι ὑποτιμοῦν τοὺς Ὀρθοδόξους Κανόνας; Ἡ Πενθέκτη ἐν Τρούλλῳ Σύνοδος εἶναι διὰ τοὺς Ὀρθοδόξους Οἰκουμενικὴ καὶ ἐν πλήρη ἰσχὺ, ἐνῶ διὰ τοὺς παπικοὺς εἶναι ἄνευ σημασίας. Ἂν ἀπὸ τότε ὑφίσταται χάσμα, κάτι περισσότερον θὰ ἐγνώριζαν οἱ Ἅγιοι Πατέρες, διὰ νὰ μὴ ἔχουν ἐπαφὴν μὲ τοὺς παπικοὺς καὶ τὸ δίκαιόν των. Ἀλλὰ ὁ Πατριάρχης θεωρεῖ ὅτι ὁ ἴδιος εὗρε τὴν λύσιν, ποὺ δὲν εὗρον οἱ Θεοφόροι Πατέρες!

Τὸ μεῖζον ζήτημα δὲν εἶναι ὅτι ὅσα γράφει εἶναι ἀπερίσκεπτα, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι δὲν ἔχουν διέλθει καθόλου ἀπὸ τὸ κόσκινον τῆς ἐκκλησιολογίας, ἀλλὰ ὅτι εἶναι ἐπικίνδυνα! Οἱ ἀκροβατισμοὶ αὐτοὶ θέτουν εἰς κίνδυνον τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν εἰς τὸν βωμὸν τῆς προωθήσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, μιᾶς προσπαθείας  ψευδενώσεως, ἐπιθέτοντες τὰ καλλωπιστικὰ στοιχεῖα Ὀρθοδοξίας ἐπὶ τοῦ σκελετοῦ τῆς παπωσύνης! Ὁ σκοπὸς ὅλης τῆς διατριβῆς, τῆς κωδικοποιήσεως, τῆς ἀναθεωρήσεως, τῆς καταργήσεως καὶ τῆς θεσπίσεως νέων Ἱ. Κανόνων εἶναι ἡ προσέγγισις μὲ τὸν Παπισμόν!

Τὸ ζοφερὸν μέλλον

Εἰς τὴν μελέτην μας ἐπὶ τῆς διατριβῆς τοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου κατεδείχθη ὅτι αὐτὸς ποὺ ἐπιθυμεῖ νὰ «ἡγῆται» τῆς Ὀρθοδοξίας εἶναι ἄνθρωπος ποὺ ἀπεργάζεται τὴν ἀνατροπὴν τῆς Ἱ. Παραδόσεως καὶ ὁδηγεῖ τὴν Ὀρθοδοξίαν εἰς τὸ ὄλεθρον τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Δικαιώνονται πλήρως ὅσοι ζητοῦν τὴν Συνοδικήν του καταδίκην καὶ ἀπομάκρυνσιν. Δὲν τὸν κατακρίνουν πλέον οἱ λόγοι καὶ αἱ πράξεις του, ἀλλὰ τὰ ἴδια τὰ γραπτά του. Ἡ διατριβή του ἀποτελεῖ ἀδιάσειστον ἀπόδειξιν ὄχι μόνον ὅτι ἔχει διαζύγιον μὲ τὴν ἀληθῆ θεολογίαν, ἀλλὰ ὅτι αὐτὸ ἐξεδηλώθη πολὺ ἐνωρίς, ὅταν ἐσπούδασεν εἰς τὴν Ρώμην καὶ ἦλθεν εἰς ἐπαφὰς μὲ μασόνους. Ὅλη ἡ περαιτέρω πορεία αὐτοῦ ἕως σήμερα ἐπιβεβαιώνει τὰς ἀπαρχάς της, διότι σαπροὶ καρποὶ προέρχονται ἀπὸ σαπρὸν δένδρον. Ἐπειδὴ οἱ Ἱεράρχαι μας δὲν θέτουν εἰς κίνησιν τὰς συνοδικὰς διαδικασίας, παρὰ τὰ ὁλοφάνερα τεκμήρια, ἂς ἀφυπνισθοῦν ὅλοι οἱ Ὀρθόδοξοι πιστοὶ νὰ μάθουν ποῖος εἶναι καὶ τί πρεσβεύει ὁ Πατριάρχης Κων/λεως. Τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας ὑπὸ τὸν φωτισμὸν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι ὁ πραγματικὸς θεματοφύλαξ τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ δὲν θὰ ἐπιτρέψη ποτὲ αὐτὰς τὰς καινοτομίας. Εὐχόμεθα νὰ ἀποκηρύξη ὅσα ἔχει γράψει εἰς τὴν διατριβήν καὶ νὰ ἀποστῆ πλήρως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.

Previous Article

Ἐπί τῶν ἐπιβληθέντων μέτρων, λόγῳ τοῦ covid-19, εἰς τήν  Αὐτοδιοίκητον Ἁγιορειτικήν Πολιτείαν

Next Article

Και για τα δικαιώματα της Ελληνικής Μειονότητας συζήτησαν Μητσοτάκης – Ράμα

Διαβάστε ακόμα