3ον
γ. Τὸ πνευματικὸν ἔργον τῆς Ἐκκλησίας
Οἱ κοσμικοὶ ἄνθρωποι, ἀλλὰ καὶ ἀρκετοὶ κληρικοί, θεωροῦν ὅτι τὸ κύριο ἔργο τῆς Ἐκκλησίας πρέπει νὰ εἶναι κοινωνικὸ καὶ νὰ προσφέρει ὑλικὰ ἀγαθὰ στοὺς ἀνθρώπους, ἐνῶ δὲν μιλοῦν διὰ πνευματικὰ ἀγαθὰ καὶ προφανῶς ἀγνοοῦν ὅτι ἡ Ἐκκλησία κυρίως καὶ προπαντὸς ἔχει ὡς σκοπὸ νὰ ὁδηγεῖ τοὺς ἀνθρώπους στὴ σωτηρία μὲ τὴν τήρηση τῶν ἐντολῶν καὶ τὸν ἀγώνα τους γιὰ τὴν καταπολέμηση τῆς ἁμαρτίας. Δὲν εἶναι ἵδρυμα κοινωνικῆς πρόνοιας καὶ δὲν πρέπει νὰ ἀντικαθιστᾶ τὴν πολιτεία ἢ νὰ συμπληρώνει τὸ ἔργο ἐκείνης. Δείχνει ὅμως ἔμπρακτη ἀγάπη πρὸς τοὺς ἀνθρώπους μὲ τὴν παροχὴ ὑλικῶν ἀγαθῶν, χωρὶς ὅμως νὰ θέτει σὲ δεύτερη μοῖρα τὸ πνευματικό της ἔργο.
Ἡ Ἐκκλησία μὲ τοὺς ἄξιους κληρικούς της ποιμαίνει τὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ καὶ πάντοτε μὲ τὸ λόγο, τὸ παράδειγμα, τὴν ἁγιαστικὴ χάρη τῶν ἱερῶν μυστηρίων, τὴν προβολὴ τῶν βίων τῶν ἁγίων, τὴν παράδοσή της καὶ τὸ καθοδηγητικό της φῶς.
Δὲν εἶναι εὔκολο νὰ πεισθοῦν οἱ κοσμικοὶ ἄνθρωποι γιὰ τὸ πνευματικὸ ἔργο τῆς Ἐκκλησίας, γιατί πρέπει προηγουμένως νὰ ἀναθεωρήσουν τὶς ἐπιλογές τους στὴ ζωή, κάτι ποὺ δὲν τὸ ἐπιθυμοῦν. Ὅταν ἕνας κληρικὸς συνομιλεῖ μὲ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, διαπιστώνει ὅτι ἔχουν πλήρη ἄγνοια τοῦ σωτηρίου ἔργου τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ ἐρωτήσεις τους εἶναι χαμηλοῦ ἐπιπέδου, ὅπως καὶ οἱ ἀντιρρήσεις τους στὰ λόγια τοῦ συνομιλητῆ τους.
Κάτι παρόμοιο συμβαίνει καὶ μὲ μερικοὺς ἀνθρώπους, ποὺ ἐπισκέπτονται τὰ διάφορα μοναστήρια, στὰ πλαίσια τοῦ θρησκευτικοῦ τουρισμοῦ. Ἔχουν μία ἀνώφελη περιέργεια νὰ μάθουν γιὰ τὴ ζωὴ τῶν μοναχῶν καὶ κάποτε προσπαθοῦν νὰ τοὺς πείσουν ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ στραφοῦν στὸν κόσμο κι ἐκεῖ νὰ προσφέρουν κοινωνικὲς ὑπηρεσίες! Καὶ τὸ παράδοξο εἶναι ὅτι ζητοῦν ἀπὸ τοὺς μοναχοὺς κοινωνικὸ ἔργο, ἀλλὰ οἱ ἴδιοι εἶναι περιορισμένοι στὸν ἐπαγγελματικό τους χῶρο κι ἐνδιαφέρονται μόνο γιὰ τὴν οἰκογένειά τους!
Ὁ ἅγιος Παΐσιος ὁ ἁγιορείτης πολλὲς φορὲς ἄκουγε κοσμικοὺς ἀνθρώπους νὰ τὸν προτρέπουν νὰ βγεῖ στὸν κόσμο κι ἐκεῖ νὰ διδάσκει καὶ νὰ προσφέρει. Οἱ ἀπόψεις τους τὸν ἐνοχλοῦσαν καὶ προσπαθοῦσε νὰ τοὺς πείσει ὅτι ἡ πνευματικὴ προσφορὰ τῶν μοναχῶν στὸν κόσμο εἶναι πολὺ μεγάλη. Εἶναι χαρακτηριστικὴ μία σχετική του διήγηση:
«Ἦρθαν μία φορὰ στὸ Καλύβι δύο δημοσιογράφοι. Τὸν ἕνα τὸν γνώριζα ἀπὸ παλιά, ὁ ἄλλος ἦταν φίλος του καὶ ἐρχόταν γιὰ πρώτη φορὰ στὸ Ἅγιον Ὄρος. Αὐτὸς μὲ ρώτησε:
-Τί κάνετε ἐδῶ πέρα, πάτερ; Γιατί ἤρθατε ἐδῶ;
Τοῦ εἶπα:
– Ἤρθαμε γιὰ νὰ πεθάνουμε
Ἐκεῖνος συνέχισε:
– Δὲν θὰ ἦταν καλύτερα νὰ βγαίνατε ἔξω στὸν κόσμο, ποὺ ἔχει τόσες ἀνάγκες; Θὰ προσφέρατε πάρα πολλά.
Τοῦ ἀπάντησα:
– Καὶ ἐδῶ οἱ μοναχοὶ ἔχουν προορισμὸ νὰ προσεύχονται γιὰ ὅλον τὸν κόσμο.
Ἐκεῖνος εἶπε:
– Δὲν μπορῶ νὰ τὸ καταλάβω αὐτό.
Τότε τοῦ εἶπα:
– Ἄλλη δουλειὰ κάνουν τὰ φανάρια στοὺς δρόμους καὶ ἄλλη δουλειὰ κάνουν οἱ φάροι, ποὺ εἶναι ψηλὰ στὰ βράχια καὶ φωτίζουν τὰ πελάγη». 8
Ὁ ἴδιος Ἅγιος Παΐσιος ἀποδείχθηκε φάρος ψηλὰ στὸ βράχο καὶ καθοδήγησε χιλιάδες ἀνθρώπους στὸ ἀσφαλὲς λιμάνι τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ ἴδιος δὲν εἶχε βγεῖ στὸν κόσμο, ἀλλὰ ὁ κόσμος πήγαινε στὸ ὑπαίθριο ἀρχονταρίκι τῆς Παναγούδας! Ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν κοίμησή του συνεχίζει νὰ παρηγορεῖ τοὺς ἄνθρωπους, ποὺ ἐπισκέπτονται τὸν τάφο του καὶ ἀποθέτουν τὸν πόνο τους καὶ τὰ προβλήματά τους στὶς θεοπειθεῖς πρεσβεῖες του πρὸς τὸν οὐράνιο Πατέρα. Ἡ ἀγάπη του πρὸς τοὺς ἀνθρώπους ἦταν μεγάλη. Ἔλεγε: «Ἡ δική μου καρδιὰ σκιρτᾶ γιὰ ὅλον τὸν κόσμο. Καὶ ὁ νοῦς μου γυρίζει συνέχεια σὲ ἄνθρωπους ποὺ ταλαιπωροῦνται. Τόσο κόσμο εἶδα αὐτὲς τὶς μέρες ποὺ εἶμαι ἐδῶ, μικρούς, μεγάλους· ἄλλους τοὺς πόνεσα, ἄλλους τοὺς χάρηκα, ὅλους τοὺς ἔνιωσα δικούς μου. Ἀνάλογα μὲ τὴν ἡλικία τους αἰσθανόμουν σὰν παππούς, σὰν πατέρας, σὰν ἀδελφός».9 Τόνιζε ἐπίσης τὸ ἔργο τοῦ μοναχοῦ μέσῳ τῆς προσευχῆς. «Ἔχει τὴ δυνατότητα νὰ δώσει μὲ τὴν προσευχή του ὁλόκληρους καταρράχτες στὸν κόσμο ποὺ πεθαίνει ἀπὸ τὴν ἀνομβρία»10. Πείθει τὸν Θεὸ νὰ ραγίσει τὴν καρδιὰ ἑνὸς σκληρόκαρδου πλούσιου, γιὰ νὰ βοηθήσει κάποιους ποὺ βρίσκονται σὲ μεγάλη ἀνάγκη».11 Ἐπιστρατεύει τὶς θεῖες δυνάμεις, γιὰ νὰ βοηθηθοῦν ἄνθρωποι».12
Πρεσβ. Διονύσιος Τάτσης
Σημειώσεις:
8. Ἁγίου Παϊσίου τοῦ ἁγιορείτου, Μοναχικὴ ἀφιέρωση, τόμος Α΄, Βασιλικὰ Θεσσαλονίκης 2024, σελ. 34-35. 9. Ὅπ. παρ., σελ. 208. 10. Ὅπ. παρ., σελ. 36. 11. Αὐτόθι. 12. Ὅπ. παρ., σελ. 37.




