Ἡ Περιεκτικὴ Ἐκκλησιολογία, μία ἐφεύρεσις Οἰκουμενιστική – 3ον

Share:

Γράφει ὁ κ. Γεώργιος Καραλὴς

3ον.-Τελευταῖον

  Εἶναι ἀλήθεια ὅμως ὅτι χωρίζοντας, μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο, τὴν ἐλευθερία ἀπὸ τὴν θέληση, φθάνει σὲ μία ἄλλη ἀνάγκη, στὴν ἀνάγκη τῆς ἐλευθερίας! Δηλαδή, γιὰ νὰ τὸ καταλάβουμε καλύτερα, ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι εἴμαστε ἀναγκασμένοι νὰ εἴμαστε ἐλεύθεροι. Ἀναγκασμένοι γιατί ἡ ἐλευθερία δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν θέλησή μας. Κανένας δὲν μᾶς ρώτησε ἂν θέλουμε νὰ εἴμαστε ἐλεύθεροι, μὰ ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ γεννιόμαστε εἴμαστε ἐλεύθεροι καὶ θέλοντας ἢ ὄχι πρέπει νὰ ἀσκήσουμε τὴν ἐλευθερία μας. Ἄραγε καὶ στὸν Θεὸ ὑπάρχει αὐτὴ ἡ ἀνάγκη γιὰ ἐλευθερία, πέφτει καὶ ὁ Θεὸς στὴν ἀνάγκη νὰ εἶναι ἐλεύθερος; Ἂν καὶ στὸν Θεὸ ἡ ἐλευθερία εἶναι προσωπικὴ ἐπιλογὴ καὶ ὄχι αὐθόρμητο ἀνάβρυσμα τῆς φύσεώς Του, τότε καὶ τὸ πρόσωπο τοῦ Πατρὸς εἶναι ἀναγκασμένο νὰ εἶναι ἐλεύθερο. Λύνεται τὸ ζήτημα ἂν πέσουμε ἀπὸ τὴν μία ἀνάγκη στὴ ἄλλη;

  Ἂς ὑποθέσουμε γιὰ μία στιγμὴ ὅτι λύνεται, τί θὰ κάνουμε στὸ θεολογικὸ ἐπίπεδο; Γιατί τὰ ὑποστατικὰ ἰδιώματα, τὰ ὁποῖα χαρακτηρίζουν ἕνα πρόσωπο, ἀνήκουν μόνα σὲ αὐτὸ καὶ ὄχι σὲ ἄλλα πρόσωπα. Δὲν ὑπάρχει ὑποστατικὴ κοινωνία προσώπων, γιατί τὰ πρόσωπα εἶναι ὑποστατικῶς ἀκοινώνητα. Ἂν λοιπὸν ἡ ἐλευθερία εἶναι δεμένη μὲ τὸ πρόσωπο τοῦ Πατρὸς ἀνήκει μόνο σὲ αὐτὸν καὶ δὲν κοινωνεῖται σὲ κανένα ἄλλο πρόσωπο. Ρωτᾶμε λοιπὸν ὑπάρχει ἐλευθερία στὸν Υἱὸ καὶ στὸ Πνεῦμα; Καὶ ἂν ὑπάρχει τί εἴδους ἐλευθερία εἶναι αὐτὴ Κτιστὴ ἢ ἄκτιστη; Ἂν εἶναι ἄκτιστη ποιὰ θὰ εἶναι ἡ διαφορὰ τῆς ἐλευθερίας τοῦ Υἱοῦ ἢ τῆς ἐλευθερίας τοῦ Πνεύματος ἀπὸ τὴν ἐλευθερία τοῦ Πατρός; Μήπως μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο σκέψεως εἴμαστε ἀναγκασμένοι νὰ διακρίνουμε τρεῖς ἐλευθερίες διαφορετικὲς στὰ τρία πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος; Δὲν πέφτουμε ἔτσι στὸν κίνδυνο τῆς τριθεΐας; Καὶ μάλιστα ἂν κανεὶς ἰσχυρίζεται ὅτι τὸ ἑνιαῖον τοῦ Θεοῦ ὀφείλεται στὸ πρόσωπο τοῦ Πατρός, ἂν στὴν Τριάδα οἱ διακρίσεις προηγοῦνται τῶν ἑνώσεων, τότε ὁ ἕνας Θεὸς ἐξαφανίζεται. Καὶ δὲν σώζουμε τὴ κατάσταση ἂν στὸν Πατέρα ἀποδώσουμε ἁπλῶς τὴν αἰτία τῆς ὕπαρξης τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Πνεύματος. Καὶ στὴν ἑλληνικὴ μυθολογία ὁ Δίας εἶναι ἡ αἰτία τῶν ἄλλων θεῶν, ἀλλὰ βέβαια δὲν ἔχουμε ἕνα Θεὸ ἀλλὰ δώδεκα. Καὶ ὁ Ἀδὰμ εἶναι ἡ αἰτία τῆς Εὔας, ἀλλὰ δὲν συναποτελεῖ μὲ τὴ Εὔα ἕνα ἄνθρωπο.

  Τὰ πρόσωπα σὰν ἐλεύθερα ποὺ εἶναι καὶ οἱ προσωπικὲς διαφορές τους, σύμφωνα μὲ τὸν στοχασμὸ τοῦ Μητρ. Περγάμου, προηγοῦνται τῆς δῆθεν ἀναγκαστικότητος τῆς φύσεώς τους. Μὲ ἄλλα λόγια τὴν καταργοῦν ὁριστικά. Γιατί πλέον δὲν τὴν ἔχουν ἀνάγκη ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ μόνα τους μποροῦν νὰ βρεθοῦν σὲ σχέση καὶ νὰ ἐπικοινωνήσουν. Δὲν εἶναι τυχαῖο τὸ γεγονὸς ὅτι μιλάει γιὰ τὴν ὀντολογία τῆς ἑτερότητος, τὴν ὀντολογία δηλαδὴ τῆς διαφορᾶς.

  Εἶναι ὅμως ἀλήθεια ὅτι, αὐτὸ ποὺ διατύπωσαν μὲ πομπώδη τρόπο, οἱ μοντέρνοι στοχαστὲς (Μητρ. Ζηζιούλιας, Γιανναρᾶς καὶ ἄλλοι), δὲν εἶναι σημερινό, ἀλλὰ τὸ εἶχαν σκεφτεῖ καὶ διατυπώσει καὶ αἱρετικοὶ στὸν παρελθόν. Οἱ ἀρειανοὶ γιὰ παράδειγμα, πίστευαν, ἑρμηνεύοντας ὅπως νόμιζαν τὸν Ἀριστοτέλη, ὅτι: πᾶν φυσικὸν πάντως καὶ ἠναγκασμένον, ὅτι δηλαδὴ ἡ φύση εἶναι ἀναγκαστική, σὲ ὑποχρεώνει νὰ εἶσαι αὐτὸ ποὺ εἶσαι καὶ ἡ φύση κινεῖται πάντοτε μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο. Καὶ γιατί λοιπὸν ἐκμεταλλεύονταν ἔτσι τὸν Ἀριστοτέλη; Ἐπειδὴ ἤθελαν νὰ ἀποδείξουν ὅτι ὁ μόνος ἄκτιστος εἶναι ὁ Πατέρας καὶ ὅτι ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Πνεῦμα εἶναι δημιουργήματα τοῦ Θεοῦ, δηλαδὴ προϊόντα τῆς Θείας θελήσεως, ὅπως εἴμαστε ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι. Ὁ Πατέρας, σύμφωνα μὲ αὐτούς, ἤθελε νὰ γεννήσει τὸν Υἱὸν καὶ τὸν γέννησε μὲ τὴν θέλησή Του. Ἑπομένως ὁ Υἱὸς ὡς προϊὸν εἶναι ἕνα κτίσμα καὶ δὲν ἔχει ἄκτιστη φύση. Γιατί ἡ θέληση, ὅπως εἴδαμε, εἶναι μία ἄκτιστη ἐνέργεια τοῦ ἀκτίστου Πατρὸς καὶ παράγει κτίσματα. Οἱ ὀρθόδοξοι ὅμως ἔλεγαν ὅτι ὁ Υἱὸς δὲν εἶναι προϊόν τῆς θελήσεως, ἀλλὰ τῆς φύσεως τοῦ Πατρός. Δηλαδὴ ὁ Πατὴρ τὸν γεννάει κατὰ φύσιν (φυσικὰ) καὶ ὄχι ἀπὸ τὴν θέλησή Του. Ἀπὸ τὴν μοναδικὴ κοινὴ θέληση τοῦ Πατρὸς καὶ τῶν ἄλλων δύο προσώπων, πηγάζει ὁ ὁρατὸς καὶ ἀόρατος κόσμος. Ἄλλο λοιπὸν γιὰ τοὺς ὀρθοδόξους σήμαινε τὸ ρῆμα γεννῶ καὶ ἄλλο τὸ ποιῶ. Τὸ γεννῶ εἶναι ὑποστατικὸ ἰδίωμα ἀκοινώνητο τοῦ Πατρός, τὸ ποιῶ ὅμως εἶναι ἐνέργεια καὶ ἀνήκει καὶ στὰ τρία πρόσωπα, γιατί ἀνήκει στὰ κοινά, ποὺ ἔχουν στὸν ἴδιο βαθμὸ καὶ τὰ τρία πρόσωπα τῆς Παναγίας Τριάδος.

  Οἱ Ἀρειανοὶ ὅμως, ὅταν ἄκουσαν ἀπὸ τοὺς ὀρθοδόξους νὰ λένε ὅτι ὁ Πατὴρ γεννᾶ τὸν Υἱόν κατὰ φύσιν (φυσικὰ) καὶ Αὐτὸς δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς θελήσεως τοῦ Πατρός, ταράχτηκαν καὶ σκέφτηκαν ὡς ἑξῆς. Ἀφοῦ λοιπὸν δὲν εἶναι προϊόν τῆς θελήσεως ὁ Υἱός, ὁ Πατέρας εἶναι ἀναγκασμένος ἀπὸ τὴν φύση Του νὰ Τὸν γεννᾶ. Ἑπομένως τὸ κατὰ φύσιν γι’ αὐτοὺς ἦταν συνώνυμο μὲ τὸ κατ’ ἀνάγκην. Δηλαδή πᾶν φυσικὸν πάντως καὶ ἠναγκασμένον. Νομίζοντας ὅτι μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο σκέψης θὰ στριμώξουν τοὺς ὀρθοδόξους, ἔκαναν μία δύσκολη ἐρώτηση: πῶς ὁ Πατὴρ γεννᾶ τὸν Υἱόν; ἆραγε ἐπειδὴ Τὸν θέλει; Ἢ μήπως Τὸν γεννάει φυσικά; Ἂν ἀπαντοῦσε κάποιος ἐπειδὴ Τὸν θέλει θὰ τοῦ λέγανε: ἄρα ὁ Υἱὸς εἶναι προϊὸν τῆς θελήσεως, δηλαδὴ κτίσμα, τὸν ἔκτισε ὁ Πατὴρ πρὶν ἀπὸ ὅλους τοὺς αἰῶνες καὶ βέβαια ὑπῆρχε χρόνος ποὺ ὑπῆρχε ὁ Πατὴρ ἄνευ τοῦ Υἱοῦ (ἦν ποτέ ὃτε οὐκ ἦν). Ἂν ἀπαντοῦσε κάποιος ὅτι Τὸν γεννᾶ φυσικά, γιατί δὲν ὑπῆρχε ποτὲ καιρὸς ποὺ ὑπῆρχε ὁ Πατὴρ ἄνευ τοῦ Υἱοῦ (οὐκ ἦν ποτέ ὃτε οὐκ ἦν), τότε θὰ τοῦ ἔλεγαν. Ἄρα εἶναι ἀναγκασμένος νὰ Τὸν γεννᾶ χωρὶς νὰ Τὸν θέλει, ἁπλῶς ἡ φύση Του Τὸν ἀναγκάζει νὰ Τὸν γεννήσει. Σ’αὐτὴν τὴν δύσκολη ἐρώτηση πρῶτος ἀπάντησε ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, μὲ πολὺ ὡραῖο τρόπο καὶ αὐτὴν τὴν ἀπάντηση τὴν συναντᾶμε σ’ ὅλους βέβαια τοὺς Πατέρες: ἐπειδὴ αὐτὸς εἶναι φυσικὸς Υἱὸς καὶ ὄχι κατὰ θέληση, μήπως νομίζετε ὅτι εἶναι Υἱὸς ἀθέλητος ἀπὸ τὸν Πατέρα καί, εἶναι Υἱὸς μὴ θέλοντος τοῦ Πατρός; ὄχι βέβαια! Ἀντιθέτως εἶναι Υἱὸς ἐπιθυμητὸς καὶ ἀποδεκτὸς ἀπὸ τὸν Πατέρα καί, ὅπως αὐτὸς λέγει, ὁ Πατὴρ ἀγαπᾶ τὸν Υἱὸν καὶ ὅλα τὰ δείχνει σ’ αὐτόν. Καὶ ὅπως ὁ Πατὴρ δὲν ἄρχισε νὰ εἶναι καλὸς ἀπὸ θέληση καὶ εἶναι καλὸς ὄχι ἐνάντια στὴν θέληση καὶ πρόθεσή Του, ἔτσι καὶ ὁ Υἱὸς δὲν ἄρχισε νὰ ὑπάρχει ἀπὸ θέληση, δὲν ὑπάρχει ὅμως παρὰ τὴ θέληση, οὔτε ἐνάντια στὴν πρόθεσή Του. Τὸν θέλει καὶ τὸν ἀγαπᾶ ὁ Πατὴρ τὸν Υἱὸν καὶ τὸ θέλειν τοῦ Θεοῦ, κάποιος ἂν σκέπτεται μὲ εὐσέβεια, δὲν πρέπει νὰ τὸ ἐννοήσει χωρὶς βούληση. Καὶ βέβαια ὁ Υἱὸς ἀγαπήθηκε καὶ θελήθηκε μὲ τὴν ἴδια θέληση ἀπὸ τὸν Πατέρα ποὺ καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος ἀγαπᾶ καὶ θέλει καὶ τιμᾶ τὸν Πατέρα, καὶ μία εἶναι ἡ θέληση τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ. Ἔτσι λοιπὸν πρέπει νὰ θεωρήσουμε τὸν Πατέρα  ἐν  τῷ  Υἱῷ. Κανένας λοιπὸν δὲν πρέπει νὰ νομίζει ὅτι ἡ θέληση στὸν Θεὸ προηγεῖται ἀπὸ τὴν φύση, σύμφωνα μὲ τὸν Οὐαλεντίνον. Ἀσφαλῶς δὲν ὑπάρχει τίποτε ἐνδιάμεσο μεταξὺ Πατρὸς καὶ Υἱοῦ δηλαδὴ κάτι σὰν θέληση. Γιατί βέβαια θὰ ἦταν τρελλὸς αὐτὸς ποὺ εἰσάγει μεταξὺ Πατρὸς καὶ Υἱοῦ θέληση καὶ σκέψη. (κατὰ Ἀρειανῶν ΙΙΙ,LXVI)

  Δηλαδὴ ὁ Μέγας αὐτὸς Πατὴρ μᾶς λέει ὅτι ἡ φύση δὲν εἶναι ἀναγκαιότητα καὶ ἐξηγεῖ τὸ γιατί. Κατὰ τὸν Μέγα Ἀθανάσιο, ὁ αὐθορμητισμὸς τῆς φύσεως δὲν ἐλέγχεται οὔτε καθορίζεται ἀπὸ τὴ θέληση, ἀλλὰ ὑπέρκειται τῆς θελήσεως. Ἔτσι ὁ Πατήρ, ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Πνεῦμα εἶναι ἀγαθοί, ὄχι γιατί τὸ διάλεξαν καὶ τὸ θέλησαν, ἀλλὰ ἐπειδὴ αὐθορμήτως καὶ ἀνάρχως ἡ φύση τους ἐκδηλώθηκε ἔτσι, γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς καὶ δὲν ὑπάρχει ἀναγκαιότητα οὔτε στὸν Θεό, οὔτε στὸν ἄνθρωπο. Καὶ βέβαια δὲν ὑπάρχει καμμιὰ ἐνδιάμεση θέληση, ἀκριβῶς γιατί ἡ φύση εἶναι αὐθόρμητη, μὰ ὁ αὐθορμητισμὸς αὐτὸς τῆς φύσεως, δὲν εἶναι οὔτε κατὰ τῆς θελήσεως, οὔτε καὶ ἀκούσιος. Τηρώντας τὶς ἀναλογίες ἂς πάρουμε ἕνα παράδειγμα, γιὰ νὰ τὸ καταλάβουμε καλύτερα. Ἂν κάποιος συζητᾶ μ’ ἕνα συνάθρωπό του, ἐντελῶς αὐθόρμητα ἀκουμπᾶ τὸ χέρι στὸν ὦμο του, ἐντελῶς αὐθόρμητα τοῦ σφίγγει τὸ χέρι. Δὲν τὸ σκέφτηκε ἀπὸ πρὶν νὰ τὸ κάνει, δὲν τὸ ἀποφάσισε, μὰ ἐντελῶς αὐθόρμητα τὸν ἀκούμπησε. Καὶ ὁ ἄλλος ἐντελῶς αὐθόρμητα ἀπάντησε σ’ αὐτὴ τὴν κίνηση μὲ τὸ ἴδιο τρόπο. Βέβαια αὐτὴ ἡ πράξη δὲν εἶναι κατὰ τῆς θελήσεως, οὔτε καὶ ἀκούσια. Γιατί ἡ φύση καὶ ἡ ἀνθρωπίνη καὶ ἡ θεία δὲν εἶναι μόνο ἀκούσια καὶ αὐτεξούσια, μὰ καὶ αὐθόρμητη.

  Συνεχίζοντας ὁ μέγας αὐτὸς Πατήρ, τονίζει, μὲ ἰδιαίτερο τρόπο, ὅτι κοινὴ καὶ μία εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ. Ἐπειδὴ λοιπὸν εἶναι μία ἡ θέληση καὶ ἡ ἀγάπη, μὲ τὴν ἴδια θέληση καὶ ἀγάπη ποὺ ὁ Πατέρας ἀγαπᾶ καὶ θέλει τὸν Υἱὸν μὲ τὴν ἴδια θέληση καὶ ὁ Πατὴρ ἀγαπιέται καὶ θέλεται ἀπὸ τὸν Υἱόν. Καταλαβαίνουμε λοιπὸν ὅτι στὴν Παναγία Τριάδα δὲν ὑπάρχει ὁ ἐρῶν καὶ ὁ ἐρώμενος, δηλαδὴ αὐτὸς ποὺ ἀγαπάει καὶ αὐτὸς ποὺ ἀγαπιέται. Ἀλλά, ἐπειδὴ ἡ ἀγάπη εἶναι κοινὴ καὶ μοναδική, μὲ τὴν ἴδια ἀγάπη ποὺ ὁ Πατὴρ ἀγαπάει τὸν Υἱὸν καὶ τὸ Πνεῦμα μὲ τὴν ἴδια ἀγάπη ἀγαπιέται καὶ ἀπὸ τοὺς δύο. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν ἀμοιβαιότητα στὴν Παναγία Τριάδα, γι’ αὐτὸ εἶναι ἕνας ὁ Θεὸς μὲ τρία πρόσωπα ποὺ τὰ πάντα τὰ ἔχουν κοινά, ἐκτὸς ἀπὸ τὰ ἀκοινώνητα ὑποστατικὰ ἰδιώματα. Δηλαδὴ ἡ φύση εἶναι αὐθόρμητη, αὐτεξούσια (μὲ ἐλευθέρα θέληση) καὶ ἑκούσια.

  Ἀργότερα ἄλλοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας θὰ ἐπαναλάβουν αὐτὴν τὴν ἀπάντηση τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου καὶ θὰ καταλήξουν ὅτι: ὄχι μόνο ἡ θεία καὶ ἄκτιστη φύση εἶναι ἀπαλλαγμένη ἀπὸ ἀναγκασμό, ἀλλὰ καὶ ἡ νοερὰ καὶ κτιστή. Καὶ αὐτὸ εἶναι φανερό. Γιατί ἀφοῦ ὁ Θεὸς εἶναι κατὰ φύση ἀγαθὸς κατὰ φύση δημιουργὸς καὶ κατὰ φύση Θεός, ὅλα αὐτὰ δὲν ὑπόκεινται στὴν ἀνάγκη. Ἄλλωστε ποιὸς θὰ μποροῦσε νὰ εἰσαγάγει στὸν Θεὸ αὐτὴ τὴν ἀνάγκη;[8] καὶ ὁ Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς λέει: ἂν τὸ φυσικὸ ἦταν ἀναγκασμένο, τότε καὶ ὁ Θεὸς ποὺ φυσικὰ εἶναι Θεὸς ,φυσικὰ ἀγαθὸς καὶ φυσικὰ δημιουργός, θὰ ἦταν ἀναγκασμένος νὰ εἶναι Θεὸς καὶ ἀγαθὸς καὶ δημιουργός. Ἑπομένως ἂν κάποιος ἁπλῶς διανοηθεῖ νὰ πεῖ ποτὲ κάτι τέτοιο, αὐτὸ συνιστᾶ ἐσχάτη βλασφημία, γιατί ποιὸς θὰ μποροῦσε νὰ εἰσαγάγει στὸν Θεὸ αὐτὴν τὴν ἀνάγκη;… βέβαια ὁ μακάριος Κύριλλος, στὸ τρίτο κεφάλαιο πρὸς τὶς πέμψεις τοῦ Θεοδωρήτου, μᾶς ἀπάλλαξε ἀπὸ περιττὰ πράγματα διασαφηνίζοντας μὲ μεγάλη ἀκρίβεια ὅτι κανένα φυσικὸ δὲν εἶναι ἀκούσιο στὴν νοερὴ φύση. Καὶ ὅποιος θέλει νὰ μάθει περὶ τούτου ἂς πάρει νὰ διαβάσει αὐτὸ τὸ κεφάλαιο.

  Δηλαδὴ ὄχι μόνο ἡ θεία φύση δὲν ἔχει τίποτε τὸ ἀναγκαστικό, μὰ οὔτε καὶ ἡ δική μας ποὺ εἶναι κτιστή, γιατί κατὰ πρῶτον ἡ ἀνθρωπίνη φύση εἶναι αὐθόρμητη. Ἑπομένως δὲν χρειάζεται προγενέστερη σκέψη καὶ ἀπόφαση, γιὰ νὰ εἶναι αὐτὸ ποὺ ὁ Θεὸς τὴν ἔκανε. Μὲ ἄλλα λόγια δὲν χρειάζεται μία προγενέστερη θέληση, γιὰ νὰ εἶναι κανεὶς ἄνθρωπος, ἁπλῶς ἡ φύση τὸν κάνει νὰ εἶναι ἔτσι. Κατὰ Δεύτερον ἡ φύση εἶναι μία δωρεὰ τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο, μία δωρεὰ ποὺ πηγάζει ἀπὸ τὴν ἀμέτρητη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ μία δωρεὰ ἀγάπης ποτὲ δὲν μπορεῖ νὰ ὑπόκειται σὲ καμμία ἀναγκαιότητα, ἄρα εἶναι αὐθόρμητη, αὐτεξούσια καὶ ἑκούσια. Αὐτὴ ἡ δωρεὰ ἀγάπης χαρίζει στὸν ἄνθρωπο τὴν ὕπαρξη καὶ τὸν κάνει νὰ εἶναι αὐτὸ ποὺ εἶναι, δηλαδὴ ἕνα ἐλεύθερο προϊὸν ἀγάπης, χωρὶς ἐξαναγκασμοὺς καὶ ἀναγκαιότητες.

Ἡ εὐχαριστιακὴ ἐκκλησιολογία τοῦ πρωτείου

  Πῶς συνδέεται ἡ τριαδολογικὴ θεολογικὴ ἔννοια τοῦ Μητρ. Ζηζιούλα (κοινωνία Προσώπων) μὲ τὴν ἐκκλησιολογία καὶ εἰδικότερα μὲ τὴν εὐχαριστιακὴ ἐκκλησιολογία τοῦ πρωτείου; Ἂν ὑποθέσουμε γιὰ μία στιγμὴ ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ἀπελευθερωμένος ἀπὸ τὴν ἀναγκαιότητα τῆς φύσης, τότε ἔχουμε τρία Πρόσωπα στὴν Τριάδα ποὺ κοινωνοῦν μεταξύ τους.

  Αὐτὰ τὰ τρία Πρόσωπα, μὲ διαφορετικὲς ἐλευθερίες, αὐτὲς οἱ τρεῖς διακρίσεις-ἑτερότητες ποὺ προηγοῦνται τῆς ἑνότητας, πρέπει νὰ ἔχουν ἕνα πρῶτο. Καὶ ὁ πρῶτος εἶναι ὁ Πατήρ. Ὁ Μητρ. Ζηζιούλας ἐξηγεῖ τὴ μοναρχία τοῦ Πατρὸς μὲ τὸ γεγονὸς ὅτι ὑπάρχει μόνο ὁ πρῶτος-Πατήρ. Χωρὶς ἕνα πρῶτο, δὲν ὑπάρχει ἡ ἑνότης στὴν Παναγία Τριάδα, ἐπειδὴ ἡ ὁμοουσιότητα τῆς κοινῆς φύσης, ὡς προϊὸν ἀνάγκης καταργεῖται. Στὴν εὐχαριστιακὴ ἐκκλησιολογία ποὺ ἀνέπτυξε ὁ Μητρ. Ζηζιούλας, ἡ Ἐκκλησία εἶναι μία εὐχαριστιακὴ κοινότητα, ἡ σύναξη τῶν πιστῶν καὶ τοῦ κλήρου γύρω ἀπὸ τὸ κοινὸ ποτήριο μὲ τὸν ἐπίσκοπο ὡς πρῶτο, καὶ μόνο ἡ Εὐχαριστία συγκροτεῖ τὴν Ἐκκλησία καὶ ἐκφράζει καλύτερα τὴν κοινωνία τῶν τριῶν Προσώπων τῆς Τριάδας, τῆς ὁποίας ἡ Ἐκκλησία εἶναι εἰκόνα! Γι’ αὐτό, γιὰ τὸν Μητρ. Ζηζιούλα, ἡ εὐχαριστιακὴ ἐκκλησιολογία εἶναι ἡ ἀληθινὴ ἐκκλησιολογία – ἐνῶ ἡ ἀσκητικὴ ἐκκλησιολογία εἶναι, κατὰ τὴ γνώμη του, αἵρεση, ἱδρυμένη ἀπὸ αἱρετικοὺς γνωστικιστικῆς προέλευσης, ὅπως ὁ Εὐάγριος ὁ Ποντικός.

  Στὴν εὐχαριστιακὴ σύναξη, σύμφωνα μὲ τὸν Μητρ. Ζηζιούλα, δὲν ὑπάρχουν ἄτομα, ἀλλὰ πρόσωπα. Τὰ ἄτομα εἶναι κλειστὰ καὶ ὑποταγμένα στὴν ἀναγκαιότητα τῆς φύσης καὶ τῆς κοινῆς πίστης, ἐνῶ τὰ πρόσωπα εἶναι ἀπελευθερωμένα ἀπὸ αὐτὲς τὶς ἀναγκαιότητες, ἀπεικονίζουν τὴν Ἁγία Τριάδα καὶ βρίσκονται σὲ κοινωνία μὲ τὸν πρῶτο, ποὺ εἶναι ὁ ἐπίσκοπος. Τὸ γεγονὸς τῆς κοινωνίας, ἐξάλλου, ἀπαιτεῖ τὴν παρουσία ἑνὸς πρώτου. Τί συμβαίνει ὅταν, σὲ περιφερειακὸ ἐπίπεδο, περισσότεροι ἐπίσκοποι συλλειτουργοῦν; Δημιουργεῖται ἕνα νέο εὐχαριστιακὸ σῶμα. Ἡ εὐχαριστιακὴ ἐκκλησιολογία προϋποθέτει, ἀκόμα καὶ ὅταν περισσότεροι ἐπίσκοποι συλλειτουργοῦν, τὴν παρουσία ἑνὸς πρώτου. Ποιὸς ἀπὸ τοὺς ἐπισκόπους εἶναι ὁ πρῶτος σὲ μία τέτοια εὐχαριστιακὴ σύναξη; Ἡ ἀπάντηση ποὺ δίνει ὁ Ζηζιούλας εἶναι ὅτι, σὲ περιφερειακὸ ἐπίπεδο, ὁ μητροπολίτης ἢ ὁ πρῶτος τῆς συνόδου εἶναι ὁ πρῶτος. Ἄν, γιὰ παράδειγμα, οἱ ἐπίσκοποι τῆς Ἑλλάδας συλλειτουργοῦν, ὁ πρῶτος θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι ὁ πρόεδρος τῆς συνόδου, δηλαδὴ ὁ ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν. Ἄν, τέλος, ἐπίσκοποι τῆς οἰκουμενικῆς Ἐκκλησίας συλλειτουργοῦν, τότε δημιουργεῖται ἕνα νέο εὐχαριστιακὸ σῶμα καὶ ὁ πρῶτος θὰ πρέπει νὰ εἶναι ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, δηλαδὴ ὁ «οἰκουμενικὸς Πατριάρχης», καὶ ἔτσι καθίσταται ὁ ἀληθινὸς πρῶτος. Αὐτὸς ὁ πρῶτος ἐκφράζει τὸ ὁρατὸ σημεῖο τῆς ἑνότητας τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, τώρα ποὺ οἱ ἱστορικὲς ἐκκλησίες εἶναι διηρημένες. Ἡ ἐκκλησία λοιπὸν κατὰ τὸν Μητρ. Ζηζιούλα δὲν εἶναι τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ μὲ κεφαλὴ τὸν ἴδιο τὸν Χριστό, ἀλλὰ ἡ κοινωνία προσώπων ὑπὸ ἑνὸς πρώτου, ἀνεξαρτήτου πίστεως, ἡ ὁποία εἰκονίζει τὶς ἀπόρρητες, κατὰ τοὺς Πατέρες, σχέσεις τῆς Παναγίας Τριάδος ποὺ μετατρέπεται σὲ μία συνομοσπονδία προσώπων.

  Τὸ πρωτεῖο ποὺ νοεῖ ὁ Μητρ. Ζηζιούλας δὲν εἶναι τιμητικό, ἀλλὰ πραγματικὸ – ὁ ἐπίσκοπος ποὺ διοικεῖ σὲ τοπικὸ ἐπίπεδο τὸν κλῆρο του εἶναι ὁ πραγματικὸς πρῶτος. Ὁ Μητρ. Ζηζιούλας ἑπομένως διαμορφώνει μία ἔννοια τοῦ πρωτείου ποὺ μπορεῖ νὰ γίνει ἀποδεκτὴ ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὴ Ρωμαιοκαθολικὴ ἐκκλησία. Ὅπως ὁ ἐπίσκοπος πρέπει νὰ ἐκφράζει τὸ πρωτεῖο του τοπικὰ σὲ κοινωνία μὲ τὸν κλῆρο του, ἔτσι καὶ ὁ πρῶτος ἑνὸς ἔθνους πρέπει νὰ ἀσκεῖ τὸ πρωτεῖο του σὲ περιφερειακὸ ἐπίπεδο μὲ τοὺς ἄλλους ἐπισκόπους, καὶ ὁ παγκόσμιος πρῶτος πρέπει νὰ ἐκφράζει τὸ πρωτεῖο του σὲ οἰκουμενικὸ ἐπίπεδο μὲ τοὺς ἄλλους πρώτους. Μὲ ἄλλα λόγια, κανένας πρῶτος δὲν μπορεῖ νὰ ἐνεργήσει χωρὶς τὴ γνώμη ὅλων τῶν ἐπισκόπων ποὺ εἶναι σὲ κοινωνία μαζί του καὶ κανένας ἐπίσκοπος δὲν μπορεῖ νὰ ἐνεργήσει χωρὶς τὴν ἔγκριση τοῦ πρώτου του.

Ἀναφορικὰ μὲ μία ἐνδεχόμενη ἕνωση μὲ τὴ Ρωμαιοκαθολικὴ ἐκκλησία, ἂν μετὰ τὴν ἕνωση ὁ οἰκουμενικὸς πατριάρχης καὶ ὁ πάπας τῆς Ρώμης συμμετεῖχαν σὲ εὐχαριστιακὴ σύναξη (κάτι ποὺ τώρα, λόγω τοῦ σχίσματος, δὲν μπορεῖ νὰ συμβεῖ), ὁ πρῶτος θὰ ἦταν – πάντα σύμφωνα μὲ τὸν Μητρ. Ζηζιούλα – ὁ πάπας τῆς Ρώμης, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν πίστη ποὺ ἐκφράζει.

Στὴν ἐκκλησιολογία τῆς κοινωνίας δίνεται ἔμφαση στὴν κοινωνία, ἡ ὁποία θεωρεῖται ὡς σχέση-ἕνωση διακριτῶν προσώπων ὑπὸ ἕνα πρῶτο. Ἡ πίστη περνᾶ σὲ δεύτερη μοῖρα. Δὲν εἶναι ἡ ὀρθὴ πίστη στὸν Χριστὸ ποὺ συγκροτεῖ τὴν Ἐκκλησία, ἀλλὰ τὸ γεγονὸς τῆς κοινωνίας.

Γιὰ τὸν Μητρ. Ζηζιούλα, ἡ παρουσία ἑνὸς πρώτου εἶναι ἀναγκαία, διότι τὸ ἴδιο ἰσχύει στὴν Ἁγία Τριάδα. Μὲ ἄλλα λόγια, δὲν ἀπαιτεῖται κοινὴ πίστη, δηλαδὴ ζωὴ ἐν Χριστῷ, γιὰ ἕνωση, ἀλλὰ ἀπαιτεῖται ὁ πρῶτος. Ἄρα ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία χρειάζεται τὸν πρῶτο, γιὰ νὰ εἶναι οἰκουμενική. Χωρὶς τὴν παρουσία τοῦ πρώτου, ἐφαρμόζεται ἡ κοινωνία τῶν προσώπων μόνο σὲ τοπικὸ ἐπίπεδο. Ὁ Μητρ. Ζηζιούλας, ποὺ θεωρεῖ τὴν Ὀρθοδοξία καὶ τὴν ὀρθὴ πράξη ὡς ἀναγκαιότητα, υἱοθέτησε τὴ λατινικὴ ἐκκλησιολογία, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ἡ καθολικὴ ἐκκλησία εἶναι ἡ κοινωνία ὅλων τῶν ἐπισκόπων μὲ τὸν πρῶτο, ποὺ εἶναι ὁ πάπας τῆς Ρώμης.

  Ἐν κατακλεῖδι

  Ἡ εὐχαριστιακὴ ἐκκλησιολογία ἐφαρμόστηκε στὴν οἰκουμενιστικὴ ἐκκλησιολογία (περιεκτικὴ ἐκκλησιολογία – ἐκκλησιολογία τῆς κοινωνίας, ἀδελφὲς ἐκκλησίες). Κατὰ τὴν Ζηζιούλειον θεώρηση , ἡ μία, ἁγία, καθολικὴ καὶ ἀποστολικὴ Ἐκκλησία τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως εἶναι ἡ ἀδιαίρετη ἐκκλησία. Οἱ ἱστορικὲς Ἐκκλησίες συμμετέχουν στὴν ἀδιαίρετη ἐκκλησία, ἀλλὰ ὄχι πλήρως, καὶ βρίσκονται σὲ κοινωνία-σχέση μεταξύ τους ὡς διακριτὲς καὶ ἀδελφὲς ἐκκλησίες (ἐμπλουτισμός). Αὐτὴ ἡ ἀδιαίρετη Ἐκκλησία – πάντα κατὰ τὸν Μητρ. Ζηζιούλα – εἰκονίζει τὴν Ἁγία Τριάδα. Τὰ τρία Πρόσωπα τῆς Τριάδας βρίσκονται σὲ προσωπικὴ κοινωνία μὲ τὸν πρῶτο, τὸν Πατέρα, καὶ δὲν ἔχει σημασία ἂν εἶναι ὁμοούσια, γιατί ἡ φύση εἶναι ἀναγκαιότητα. Καμία ἀπὸ τὶς τρεῖς ἱστορικὲς ἐκκλησίες (Ρωμαιοκαθολική, Ὀρθόδοξη καὶ Προτεσταντικὴ) δὲν ἔχει εἰκονίσει τέλεια τὴν Τριάδα, γιατί ὅλες δημιούργησαν σχίσματα καὶ διαχωρισμοὺς καὶ ὅλες ἀπομακρύνθηκαν ἀπὸ τὴν καθολικὴ (ἀδιαίρετη) ἐκκλησία χωρίς, ὡστόσο, νὰ χάσουν πλήρως τὴν καθολικότητά τους. Πιὸ κοντὰ στὴν ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ (κατὰ τὴν Ζηζιούλειον θεώρηση) βρίσκεται ἡ παπικὴ ἐκκλησία, γιατί θεολογικὰ κατάλαβε ὅτι ἄνευ πρωτείου δὲν ὑπάρχει Καθολικὴ ἐκκλησία. Τὸ πρωτεῖο εἶναι τὸ ὁρατὸ σημεῖο ἑνότητος τῆς ἐκκλησίας ποὺ βοηθᾶ νὰ ξεπερασθεῖ ἡ ἰδέα τῆς ἀοράτου ἐκκλησίας τῶν προτεσταντῶν. Βέβαια κατὰ τὸν Μητρ. Ζηζιούλα τὸ πρωτεῖο δὲν ἐφαρμόσθηκε σωστά, γιατί γινόμενο αὐταρχικὸ δὲν μιμήθηκε τὸ πρωτεῖο ποὺ -κατ’ αὐτὸν- ὑπάρχει στὴν Ἁγία Τριάδα. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀπομακρύνθηκε πιὸ πολὺ ἀπὸ τὴν παπική, γιατί μπορεῖ νὰ ἐφήρμοσε ἕνα ἐπισκοπο- κεντρισμό, ἀλλὰ δὲν ἀντελήφθη ὅτι ἄνευ οἰκουμενικοῦ πρωτείου δὲν μπορεῖ νὰ ἐφαρμοσθεῖ ἡ κοινωνία τῶν προσώπων σὲ οἰκουμενικὸ ἐπίπεδο. Οἱ προτεστάντες ἀπομακρύνθησαν πιὸ πολὺ ἀπὸ τὴν ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, γιατί δὲν ὑπάρχει ἐπισκοποκεντρισμός. Δὲν ἀντελήφθησαν οἱ προτεστάντες ὅτι ἄνευ ἐπισκόπου δὲν ὑπάρχει σωτηρία, γιατί ἄνευ τοῦ πρώτου δὲν ὑπάρχει τo γεγονὸς τῆς κοινωνίας- σχέσης. Τὸ πρόβλημα δὲν βρίσκεται στὴν ἔλλειψη κοινῆς πίστης (ἡ πίστη εἶναι ἀναγκαιότητα, ἀπὸ τὴν ὁποία πρέπει νὰ ἀπελευθερωθοῦμε), ἀλλὰ στὸ ὅτι δὲν ἐφαρμόστηκε τέλεια ἡ προσωπικὴ κοινωνία.

  Ἡ εὐχαριστιακὴ ἐκκλησιολογία γεννᾶ ἕνα νέο ἐκκλησιολογικὸ μοντέλο ἱκανὸ νὰ ὑπερβεῖ τὶς δογματικὲς διαφορὲς καὶ νὰ ἑνώσει τὶς τρεῖς ἐκκλησίες, χωρὶς τὴν ἀναγκαιότητα τῆς πίστης, ὑπὸ τὴν καθοδήγηση ἑνὸς πρώτου καὶ μὲ σεβασμὸ πρὸς τὴν τριαδολογικὴ ἀντιπατερικὴ θεολογία τοῦ Μητρ. Ζηζιούλα. Ἄλλωστε, ἡ ἐποχή μας εἶναι μεταμοντέρνα, δηλαδὴ μεταπατερική. Οἱ ἀρχαῖοι Πατέρες πρέπει νὰ ἀντικατασταθοῦν ἀπὸ τοὺς σύγχρονους «πατέρες», τοὺς ὁποίους ἡ ἐκκλησία μπορεῖ νὰ κάνει «ἁγίους» καὶ «οἰκουμενικοὺς διδασκάλους». Ἡ πολυπόθητη ἕνωση τῶν ἐκκλησιῶν θὰ πραγματοποιηθεῖ, σύμφωνα μὲ τοὺς νέους «πατέρες», μέσῳ τοῦ πρωτείου τοῦ ἐπισκόπου Ρώμης, ὁ ὁποῖος, φυσικά, «κατέχει τὸ ἀλάθητο». Ὅλα αὐτὰ μποροῦν νὰ συμβοῦν χάρη στὴ θεολογία τῶν προσωπικῶν σχέσεων τοῦ Μητρ. Ζηζιούλα.

Ὁλοκληρώνουμε τὸ ἄρθρο μὲ ἕνα ἀπόσπασμα – ἀπὸ τὸ Συν­οδικὸν τῆς Ὀρθοδοξίας – ἐποχῆς τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ, τοῦ ὁποίου ἡ θεολογία -ποὺ σήμερα θεωρεῖται ἀνάξια νὰ ἀπαντήσει στὸν σύγχρονο ἄνθρωπο- ἔχει καταργηθεῖ ἀπὸ τὴ ζηζιούλειον θεολογία:

«Ὅποιος πιστεύει ὅτι ἡ τέλεια ἕνωση μὲ τὸν Θεὸ ἐπιτυγχάνεται μόνο μέσῳ τῆς μίμησης καὶ τῆς προσωπικῆς σχέσης, χωρὶς τὴ θεία χάρη τοῦ Πνεύματος – ὅπως συμβαίνει μὲ αὐτοὺς ποὺ ἔχουν φιλικὰ αἰσθήματα καὶ ἀγαπιοῦνται μεταξύ τους – καὶ ὅτι ἡ θεία χάρη εἶναι μία συνήθεια ποὺ ἀποκτᾶται μὲ μίμηση καὶ ὄχι μία ὑπερφυσικὴ καὶ ἄρρητη ἀκτινοβολία καὶ θεία ἐνέργεια ποὺ βλέπεται ἀοράτως καὶ κατανοεῖται ἀνερμήνευτα ἀπὸ ὅσους εἶναι ἄξιοί της, ἂς γνωρίζει ὅτι ἔχει πέσει χωρὶς νὰ τὸ καταλάβει στὴν αἵρεση τῶν Μεσσαλιανῶν».

Previous Article

Ἡ λατρεία τοῦ ὀφθαλμοῦ τῆς πυραμίδος εἰς τὸ ἐπίκεντρον τῆς παγκοσμιοποιητικῆς θρησκείας

Next Article

Τιμή εἰς τήν Α΄ Οἰκουμενικήν Σύνοδον μέ ἀρειανικήν νοοτροπίαν;