Ὑπὸ Δρ. Φίλ. Μαρίας – Ἐλευθερίας Γ. Γιατράκου
2ον
Ὁ νοῦς ἦταν γιὰ τὸν Ἀναξαγόρα αὐτὸς ποὺ ἔβαλε τάξη σὲ ὅλα τὰ πράγματα ποὺ ὥς τότε βρίσκονταν σὲ ἀταξία καὶ ἀκοσμία. Κι ὁ Ἀριστοτέλης ἦταν ὁ πρῶτος ποὺ μελέτησε συστηματικὰ τὴν παλαιότερη φιλοσοφία, ζητώντας νὰ βάλει σὲ τάξη τὶς δόξες παλαιότερων φιλοσόφων. Αὐτὸ τὸ γνωρίζουμε χάρη καὶ στὰ ἔργα του ποὺ διασώθηκαν ὁλόκληρα, ὅπως τὰ «Μετὰ τὰ φυσικὰ» π.χ. ἢ αὐτὸ τὸ «Περὶ Ψυχῆς», καθὼς ἐπίσης σὲ ἔργα του ποὺ διασώθηκαν ἀποσπασματικά. Ὁ Πλάτων συνήθιζε νὰ ὀνομάζει τὸν Ἀριστοτέλη καὶ «ἀναγνώστη». Τὴν πληροφορία αὐτὴ ἀντλοῦμε ἀπὸ τὸν «Μαρκιανὸ βίο» «οὕτω φιλοπόνως συνῆν Πλάτωνι εἰς τὴν οἰκίαν αὐτοῦ, ἀναγνώστου οἰκίαν προσαγορευθῆναι. Θαμὰ γὰρ Πλάτων ἔλεγεν, “ἀπίωμεν εἰς τὴν τοῦ ἀναγνώστου οἰκίαν”». Μὲ δικά μας λόγια, «τὸν καιρὸ ποὺ μαθήτευε κοντὰ στὸν Πλάτωνα ὁ Ἀριστοτέλης ἐργαζόταν μὲ τόση φιλοπονία, ὥστε τὸ σπίτι του πῆρε τὸ ὄνομα «τὸ σπίτι τοῦ ἀναγνώστη», γιατί συχνὰ ὁ Πλάτων ἔλεγε: «ἐλᾶτε νὰ πᾶμε στὸ σπίτι τοῦ ἀναγνώστη». Στὸν χῶρο τῆς Ἀκαδημίας ὅσοι ἀνῆκαν σ’ αὐτὴν εἶχε ὁ καθένας τὴ δική του «οἰκία», τὸ δικό του κελλί, θὰ λέγαμε. Ἐκεῖ κατοικοῦσαν, ἐκεῖ μελετοῦσαν, καὶ τοὺς εὕρισκαν ὁ Διευθυντὴς τῆς Σχολῆς ἢ οἱ συνάδελφοί τους. Στὴν περίπτωση ποὺ ἀναφερόμαστε, ὁ ἐπικεφαλῆς τῶν νεαρῶν σπουδαστῶν τῆς Σχολῆς Πλάτων, πήγαινε νὰ συναντήσει στὴν «οἰκία» του τὸν πιὸ ἐργατικό, «φιλόπονον», τὸν ἀναφέρει ἡ ἀρχαία πηγή, ἀπὸ τοὺς μαθητές του, τὸν Μακεδόνα Ἀριστοτέλη.11
Ὁ Πλάτων καὶ οἱ ἄλλοι πλησιάζουν μὲ θαυμασμὸ στὸ κελλὶ τοῦ Ἀριστοτέλη. Στὴν ἀρχαιότητα, κατὰ τὸν Ingemar During12 «ἀναγνώστης» λεγόταν ὁ δοῦλος ποὺ ἔργο του ἦταν νὰ διαβάζει στοὺς συγκεντρωμένους Ἀκαδημαϊκοὺς βιβλία· οἱ Ἀκαδημαϊκοὶ ἔλεγαν ὅτι εἶχαν διαβάσει ἕνα βιβλίο, ἂν τὸ εἶχαν ἀκούσει ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ ἀναγνώστου. Αὐτὴ τὴ συνήθεια τὴν ἔσπασε ὁ Ἀριστοτέλης, ὁ ὁποῖος διάβαζε βιβλία μὲ τὸν τρόπο ποὺ τὰ διαβάζουμε κι ἐμεῖς. Διάλεγε κομμάτια ποὺ τὸν ἐνδιέφεραν κι ὕστερα τὰ κατέτασσε μεθοδικά, συγκροτώντας ἔτσι χρήσιμες συλλογές.
Ὁ ἴδιος ὁ Ἀριστοτέλης περιγράφει τὸν τρόπο τῆς δουλειᾶς του στὸ ἔργο του Τοπικὰ Α’ 14.105612 ἑξ: «ἐκλέγειν δὲ χρὴ ἐκ τῶν γεγραμμένων λόγων, τὰς δὲ διαγραφὰς ποιεῖσθαι περὶ ἑκάστου γένους ὑποτιθέντας χωρίς, οἷον περὶ ἀγαθοῦ ἢ περὶ ζῴου… παρασημαίνεσθαι δὲ καὶ τὰς ἑκάστων δόξας» = πρέπει, δηλαδή, νὰ κάνεις ἐκλογὲς ἀπὸ τὰ βιβλία ποὺ διαβάζεις, νὰ κάνεις τὰ διαγράμματά σου ξεχωριστὰ κατὰ θέμα, π.χ. γιὰ τὴν ἔννοια ἀγαθό, ἢ γιὰ τὴν ἔννοια ζῷο … καὶ μαζὶ νὰ καταγράφεις τὶς γνῶμες τῶν ἐπιμέρους στοχαστῶν».
Εἶναι χαρακτηριστικὴ ἡ ἐπιγραμματικὴ φράση τοῦ F. Kenyon γιὰ τοὺς ἀναγνῶστες στὴν ἀρχαία Ἑλλάδα καὶ Ρώμη: «… μὲ τὸν Ἀριστοτέλη ὁ ἀρχαῖος κόσμος πέρασε ἀπὸ τὴ μόρφωση μέσῳ τοῦ προφορικοῦ λόγου στὴ συνήθεια τοῦ διαβάσματος». Ἔτσι, γύρω στὰ 360 π.Χ. ὑπῆρχε στὴν Ἀθήνα ἕνα ἀρκετὰ πλατὺ ἀναγνωστικὸ κοινό. Ἡ προσωνυμία λοιπὸν ποὺ ἔδωσε ὁ Πλάτων στὸν Ἀριστοτέλη χαρακτηρίζοντάς τον ὡς ἀναγνώστη δὲν εἶχε καμία αἰχμή, ἀφοῦ ὁ δοῦλος – ἀναγνώστης ἦταν πιὰ μία παλιὰ συνήθεια.13 Ὁ Ξενοφῶν στὰ Ἀπομνημονεύματά του ἀναφέρει ὅτι ἡ πολυμάθεια ποὺ κερδίζεται μόνο μὲ τὴν ἀνάγνωση πολλῶν βιβλίων δὲν ὑποστηριζόταν ἀπὸ τὸν Σωκράτη, ὁ Πλάτων ὅμως μᾶς πληροφορεῖ ὅτι ἡ σωκρατικὴ αὐτὴ στάση ἔγινε παράδοση μεταξὺ τῶν μαθητῶν του. Ὁ Πλάτων στὸ Φαῖδρο μιλᾶ περιφρονητικὰ γι’ αὐτοὺς οἱ ὁποῖοι «χρῶνται τροφὴ δοξαστῆ» (2486), δηλαδὴ τρέφονται μὲ τὶς γνῶμες τῶν ἄλλων, γι’ αὐτοὺς δηλαδὴ ποὺ «ἀντὶ σοφῶν» γίνονται «δοξόσοφοι» (2756), κυνηγώντας τὶς δόξες, τὶς γνῶμες δηλαδὴ ποὺ διατύπωσαν πάνω σ’ αὐτὸ τὸ θέμα οἱ παλαιότεροι στοχαστές.
Ὁ Ἀριστοτέλης δὲν δέχεται αὐτὴν τὴν σωκρατικὴ παράδοση, ἀλλὰ κλεισμένος μέσα στὸ δωμάτιό του διάβαζε τοὺς παλαιότερους σοφούς, γιὰ νὰ συζητήσει τὶς γνῶμες τους ἢ νὰ τὶς πολεμήσει. Γι’ αὐτὸ διέφερε οὐσιαστικὰ ἀπὸ τὸν δάσκαλό του τὸν Πλάτωνα, συνεχιστὴ τοῦ ἔργου τοῦ Σωκράτη, γιὰ τὸν ὁποῖο εἶχε ἀξία ἡ διαλεκτικὴ στὴν πιὸ καθαρή της μορφή. Ὁ Ἀριστοτέλης, ὅμως, θεωροῦσε ἀδιανόητο νὰ μὴ προσφεύγει μὲ βουλιμία στὴ σοφία ποὺ ἦταν ἀποθησαυρισμένη στὰ βιβλία.14 Ὁ Ἀριστοτέλης μετὰ ἀπὸ εἴκοσι χρόνια φοίτησής του στὴν Πλατωνικὴ Ἀκαδημία ἀσχολήθηκε μὲ τὴν ἐπιστημονικὴ ἔρευνα καὶ τὴ διδασκαλία στὴν Ἀκαδημία. Ὁ Henry Jackson ἀναπαριστᾶ μὲ πληρότητα καὶ ἀκρίβεια θὰ λέγαμε τὴν αἴθουσα ποὺ δίδασκε ὁ Ἀριστοτέλης.15 Οἱ σπουδαστὲς τῆς Ἀκαδημίας ἀντίκρυζαν στὴν αἴθουσα ποὺ δίδασκε ὁ Ἀριστοτέλης ἕνα τρίποδα, ἕνα ἀνδριάντα, μία χάλκινη σφαῖρα, ἕνα λευκὸ πίνακα (ὄχι μαυροπίνακα) καὶ πιθανῶς ἄλλα ἀντικείμενα. Ὁ Ἀριστοτέλης χρησιμοποιοῦσε παραδείγματα ἀναφερόμενος συχνὰ στὰ ὀνόματα Σωκράτης καὶ Καλλίας, δείχνοντας τὰ πρόσωπα αὐτά16 «φαμὲν γὰρ τὸ λευκὸν ἐκεῖνο Σωκράτην εἶναι καὶ τὸ προσιὸν Καλλίαν («αὐτὸ ἐκεῖ τὸ ἄσπρο εἶναι ὁ Σωκράτης καὶ αὐτὸ ποὺ πλησιάζει ὁ Καλλίας».
Σημειώσεις:
11. Δημήτριος Λυπουρλής, Ἠθικὰ Νικομάχεια, Βιβλία Α΄ – Δ΄, Θεσσαλονίκη 2006, ὅ.π., σ. 24, 25, 26. 12. Βλ. Δημ. Λυπουρλής, Ἠθικὰ Νικομάχεια Α΄ – Δ΄, ὅ.π., σ. 26, ὅπου ὑποσημείωση 1.13. Δ. Λυπουρλής, ὅ.π., σ. 27. 14. Ἴδιος, ὅ.π., σ. 28. 15. Ἴδιος, ὅ.π., σ. 29, ὅπου ὑποσημείωση 1. Aristotle’s lecture room an lectures, the Journal of Philology 35 (1920), 191 – 200. 16. Βλ. Ἀναλυτικὰ πρότερα, (43α, 35).




