Γιατί τόσος κόσμος στὶς διαδηλώσεις μνήμης καὶ διαμαρτυρίας γιὰ τὰ Τέμπη, περισσότερος ἀπὸ ποτέ; Δὲν ξανασκοτώθηκαν ἄνθρωποι στὴν Χώρα μας; Ὁ λόγος, πιστεύω, εἶναι ἡ προκλητικὴ ἀναλγησία καὶ ἡ μεθοδικὴ ὑποκρισία ἐκ μέρους τῶν ἐπηρμένων καὶ ἀλαζόνων ἰθυνόντων. Διάλεξαν, μέν, ἐπικοινωνιακὰ προσηνῆ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ πορίσματος. Βάλανε στὸ πόρισμα καὶ κάποιες διηγηματικὰ οὐδέτερες διαγνώσεις γιὰ τὸ ἱστορικό τῆς πορείας νομικῶν θεμάτων περὶ τῶν σιδηροδρόμων. Καὶ μὲ προσχηματικὴ ἐπιστημοσύνη πασπάλισαν τὸ γενικὸ κατασκεύασμα τοῦ πορίσματος. Ὅμως, μόνο κατ’ ἐπίφαση. Στὰ κρίσιμα θέματα: αἶσχος.
Αἶσχος στὴν ἀνεδαφικὴ εἰκασία, πλασαριζόμενη σὰν καταλυτικὴ «ἐκτίμηση», ὅτι, τάχα, δὲν ὑπῆρξε κεντρικὴ ἐντολὴ γιὰ τὴν ἐκσκαφὴ καὶ γιὰ τὸ μπάζωμα τοῦ πεδίου. Τί λέτε τώρα; Πῶς ἀποδεικνύεται τὸ μὴ ὄν; Δὲν βρῆκαν τὴν ἐντολὴ καδραρισμένη στὸ Μαξίμου καὶ αὐτό, τάχα, ἀποδεικνύει ὅτι δὲν ὑπῆρξε; Στὴν Ἑλλάδα τῆς εὐθυνοφοβίας νὰ μετακινήσει δημόσιος ὑπάλληλος ἀκόμη καὶ ἀνθοδοχεῖο, κάποιοι ἀνέσκαψαν καὶ ἐξαφάνισαν ὁλόκληρη πλαγιά, μέσα σὲ λίγες ὧρες μετὰ τό πολύνεκρο δυστύχημα-ἔγκλημα, καὶ αὐτὸ ἔγινε, τάχα, ἀπὸ φοβικοὺς ὑπαλληλίσκους ἐν συγχύσει χωρὶς ἄνωθεν κεντρικὴ ἐντολή; Αἶσχος. Μ’ αὐτὴν τὴν ἐντεταλμένη ὑπηρεσία τοῦ αἴσχους σκοπεύουν νὰ ἀθωώσουν, μεθαύριο, τοὺς ὑπαιτίους, ποὺ τοὺς διόρισαν.
Αἶσχος στὴν καταλυτικὴ ἀμφιβολία, πιθανολογώντας, μόνο, τὴν ὕπαρξη φορτίου καυσίμου. Δὲν ὑπάρχει ἡ παραμικρὴ ἀμφιβολία. Ἐπὶ πλέον, ἂν ἤθελαν, μποροῦσαν πολὺ περισσότερα στοιχεῖα, ποὺ τὸ ἀποδεικνύουν, νὰ συλλέξουν. Ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὶς σωρούς. Ἀπὸ τὸν τύπο τῆς ἔκρηξης, τὰ ἀποτελέσματα τῆς καύσης καὶ τὰ ὑπολείμματά της. Ἡ ἐπιστήμη δείχνει μὲ ἀκρίβεια καὶ βεβαιότητα ἂν ὑπῆρχε ἢ δὲν ὑπῆρχε εὔφλεκτο καύσιμο καὶ ὄχι ἔλαια σιλικόνης. Πλήν, ἐπέλεξαν νὰ διατυπώσουν «πιθανὴ» παρουσία καυσίμου. Αἶσχος. Μ’ αὐτὴν τὴν ἀμφιβολία σκοπεύουν νὰ ἀθωώσουν, μεθαύριο, τοὺς ὑπαιτίους.
Αἶσχος καὶ στὴν ἀποτόλμηση πιθανολόγησης ἰδιαίτερα μικροῦ ἀριθμοῦ θυμάτων μὲ αἰτία θανάτου τὴν φωτιά, πέντε (5) ὥς ἑπτὰ (7), λένε. Μὰ καλά, εἶχαν ἀρνητικὴ ἐξέταση εἰσπνευθέντων ἀερίων λοιπῶν ἀπανθρακωμένων σωρῶν, γιὰ νὰ ἀποκλείσουν τὴν φωτιὰ ὡς αἰτία θανάτου; Πῶς τὸ εἰκάζουν, αὐτοί, οἱ, κατὰ τὰ ἄλλα, τόσο «πολιτικῶς ὀρθοὶ» καὶ ἐπιφυλακτικοί; Ἀποτολμοῦν καὶ τὸ πρωτοφανὲς στὰ ἰατροδικαστικὰ χρονικὰ «πειστήριο αἰτίας θανάτου», ὅτι, δηλαδή, «τὰ θύματα, ἀκόμα κι ἂν δὲν καίγονταν ζωντανά, ἦταν τόσο κακοποιημένα, πού θὰ πέθαιναν μετὰ οὕτως ἢ ἄλλως ἀπὸ τὰ τραύματά τους, ἄρα ποιὸς ὁ λόγος νὰ ἀποδώσουμε στὴν φωτιὰ τὸν θάνατό τους;». Αἶσχος, αἶσχος, αἶσχος.
Μὲ τιμή,
Πέτρος Τριανταφύλλου,
Ἀθήνα




