Ὑπάρχουν δηλώσεις ποὺ μποροῦν νὰ δικαιολογηθοῦν ὡς διπλωματικὲς ἀβλεψίες. Ὑπάρχουν ὅμως καὶ δηλώσεις τόσο πολιτικὰ φορτισμένες, ὥστε ἡ δικαιολογία τῆς «ἀτυχοῦς διατυπώσεως» νὰ παύει νὰ εἶναι πειστική. Στὴ δεύτερη κατηγορία ἀνήκει ἡ τοποθέτηση τῆς προέδρου τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἐπιτροπῆς Οὔρσουλα φόν ντέρ Λάιεν στὰ Σκόπια.
«Καλωσορίζουμε τὴ Βόρεια Μακεδονία μὲ τὴν ταυτότητα καὶ τὴ γλώσσα της. Πιστεύουμε ὅτι ὁ μακεδονικὸς πολιτισμὸς καὶ ἡ μακεδονικὴ γλώσσα μποροῦν μόνο νὰ κάνουν τὴν Ἕνωσή μας πλουσιότερη», δήλωσε.
Ἡ πρόεδρος τῆς Κομισιὸν δὲν περιορίσθηκε στὴν ἐπίσημη ὀνομασία τοῦ κράτους τῶν Σκοπίων. Μίλησε γιὰ «μακεδονικὴ ταυτότητα», «μακεδονικὴ γλώσσα» καὶ —κυρίως— γιὰ «μακεδονικὸ πολιτισμό». Δηλαδὴ χρησιμοποίησε, χωρὶς τὴν παραμικρὴ ἐπεξήγηση, ἕνα λεξιλόγιο ποὺ ἀγγίζει τὸν πυρήνα μιᾶς ἱστορικῆς διαμάχης δεκαετιῶν.
Ποιὸν «μακεδονικὸ πολιτισμό» ἐννοεῖ ἡ φόν ντέρ Λάιεν; Ἐὰν ἐννοεῖ τὸν σύγχρονο πολιτισμὸ τοῦ κράτους τῶν Σκοπίων, γιατί δὲν τὸ λέγει καθαρά; Γιατί ἐπιλέγει μία γενικευμένη διατύπωση, ἱκανὴ νὰ δημιουργήσει τὴν ἐντύπωση ὅτι ὑπάρχει μία αὐτονόητη καὶ ἀδιαίρετη «μακεδονικὴ» πολιτισμικὴ κληρονομιά;
Ἡ Ἱστορία δὲν εἶναι ὑπηρεσία τῆς Κομισιόν. Δὲν τροποποιεῖται μὲ δελτία Τύπου καὶ δὲν προσαρμόζεται στὶς ἀνάγκες τῆς εὐρωπαϊκῆς διευρύνσεως.
Ἡ ἀρχαία Μακεδονία ἀποτελεῖ τμῆμα τοῦ ἀρχαίου ἑλληνικοῦ κόσμου. Τὸ σημερινὸ κράτος τῶν Σκοπίων ἀποτελεῖ διαφορετικὴ σύγχρονη κρατικὴ καὶ πολιτισμικὴ πραγματικότητα. Ἡ διάκριση αὐτὴ δὲν εἶναι «ἐθνικιστικὴ ἐμμονή», ὅπως κάποιοι θὰ ἔσπευδαν νὰ τὴ χαρακτηρίσουν. Εἶναι στοιχειώδης ἱστορικὴ ἀκρίβεια.
Ἀκόμη καὶ ἡ Συμφωνία τῶν Πρεσπῶν, μὲ ὅλες τὶς βαριὲς παραχωρήσεις ποὺ προκάλεσαν βαθὺ διχασμὸ στὴν Ἑλλάδα, περιέλαβε συγκεκριμένες διακρίσεις γιὰ τὴ σημασία τῶν ὅρων «Μακεδονία» καὶ «Μακεδονικός». Ἡ λεγόμενη «μακεδονικὴ γλώσσα» προσδιορίζεται ὡς νοτιοσλαβική. Ἡ ἀρχαία ἑλληνικὴ μακεδονικὴ κληρονομιὰ διακρίνεται ἀπὸ τὴ σύγχρονη πραγματικότητα τοῦ κράτους τῶν Σκοπίων.
Καὶ ἔρχεται τώρα ἡ πρόεδρος τῆς Κομισιὸν νὰ συμπυκνώσει ὅλα αὐτὰ σὲ μία ἀόριστη διακήρυξη περὶ «μακεδονικῆς ταυτότητας» καὶ «μακεδονικοῦ πολιτισμοῦ». Kάθε τέτοια δήλωση ἀποτελεῖ πολιτικὸ κεφάλαιο γιὰ τὰ Σκόπια. Αὔριο θὰ παρουσιάζεται ὡς «εὐρωπαϊκὴ ἀναγνώριση» μακεδονικῆς ταυτότητας καὶ πολιτισμοῦ. Καὶ τότε οἱ Βρυξέλλες θὰ προσποιηθοῦν ὅτι δὲν καταλαβαίνουν πῶς δημιουργήθηκε ἡ σύγχυση.
Ἡ Ἀθήνα δὲν δικαιοῦται νὰ παρακολουθεῖ ἀπαθῶς. Δὲν ἀρκοῦν οἱ γνωστὲς διπλωματικὲς κοινοτοπίες περὶ «πιστῆς τηρήσεως τῆς Συμφωνίας». Χρειάζεται ρητὴ πολιτικὴ ἀπάντηση. Χρειάζεται νὰ ἐρωτηθεῖ ἐπισήμως ἡ Κομισιὸν τί ἀκριβῶς ἐννοεῖ, ὅταν ὁμιλεῖ γιὰ «μακεδονικὸ πολιτισμό». Χρειάζεται νὰ καταστεῖ σαφὲς ὅτι ἡ Ἑλλάδα δὲν πρέπει νὰ ἀποδε-χθεῖ τὴ σταδιακὴ μετατροπὴ μιᾶς διπλωματικῆς συμφωνίας σὲ λευκὴ ἐπιταγὴ ἱστορικῆς οἰκειοποιήσεως.
Ἡ εὐρωπαϊκὴ πορεία τῶν Σκοπίων δὲν εἶναι ὑπεράνω τῆς Ἱστορίας. Καὶ ἡ Ἑλλάδα δὲν ὀφείλει νὰ πληρώνει, κάθε φορὰ μὲ νέα σιωπή, τὸ τίμημα γιὰ νὰ προχωρήσουν οἱ γεωπολιτικοὶ σχεδιασμοὶ τῶν Βρυξελλῶν.
Ἡ καλὴ γειτονία δὲν σημαίνει ἱστορικὴ παραίτηση. Ἡ εὐρωπαϊκὴ διεύρυνση δὲν σημαίνει ἱστορικὴ λήθη. Καὶ ἡ Μακεδονία δὲν εἶναι οὔτε διπλωματικὸ φιλοδώρημα.
Ν. Ρ.




