Γράφει ἡ κα Αἰκατερίνη Παπαθωμᾶ- Μαστοροπούλου, Φιλόλογος-Ἀρχαιολόγος,
Λέκτωρ Κλασ.φιλολ. Φιλοσοφικῆς Σχολῆς Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν
Ὅποιος περάσει, χειμώνα –καλοκαίρι, ἀπὸ τὴν παραλία τῆς Καρδάμαινας πρὸς τὰ Τσουκαλαριά, πλησίον τοῦ περίφημου Ναοῦ τοῦ Ἀλασσαρναίου Ἀπόλλωνος, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ προσέξει τὴν σημαία ποὺ κυματίζει μέρα-νύχτα φυτεμένη σὲ ἕνα βραχάκι (λίγα μέτρα ἀπὸ τὴν ἀκτὴ) ἀπὸ ἕνα ἁγνὸ καὶ καλόκαρδο πατριώτη ψαρὰ τὸν Ἀποστόλη. Τὴν φροντίζει τόσο, ὥστε νὰ εἶναι πάντα ὁλοκαίνουργια.
Σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν πόλη τῆς Κῶ, ὅπου σὲ καίρια σημεῖα βλέπομε πολλὲς φορὲς μὲ βαθύτατη θλίψη κουρελιασμένα γαλανόλευκα ἀπομεινάρια ποὺ κάποτε ἦταν σημαῖες. Χαρακτηριστική, γιὰ παράδειγμα, ἡ περίπτωση στὴν εἴσοδο τοῦ λιμανιοῦ, ποὺ ἀντικρύσαμε πρόσφατα περπατώντας περιφερειακά τοῦ κάστρου.Ἀναφέρομαι συγκεκριμένα στὸ δεμένο πλοῖο «Νῆσος Κῶς» στὴν πρύμνη τοῦ ὁποίου κρέμεται ἕνα «κουρελόπανο», δῆθεν σημαία, εἰς κοινὴν θέαν πάντων τῶν διερχομένων ποὺ τὸ προσπερνοῦμε ἀπαθεῖς καὶ ἀδιάφοροι.
Νομίζω πὼς εἶναι χρέος καὶ τῶν ἰδιοκτητῶν καὶ τοῦ Λιμεναρχείου, ἀλλὰ καὶ ὅλων μας ἡ ἀξιοπρεπὴς ἐμφάνιση τοῦ ἐθνικοῦ μας συμβόλου. Ὑπενθυμίζω τὸ περιστατικὸ τοῦ Καστελλόριζου τὸ φθινόπωρο μὲ τὴν βεβήλωση τῆς τηλε-θεατής σημαίας, ποὺ δεσπόζει βαμμένη σὲ βράχο τοῦ Καστελλόριζου. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἐγκατάλειψη καὶ ἡ ἀδιαφορία δὲν εἶναι μία μορφὴ βεβήλωσης καὶ μάλιστα ἀπὸ ἐμᾶς τοὺς ἴδιους; Δὲν θὰ ξεχάσω ποτὲ τὴν ἐντύπωση ποὺ μᾶς προκάλεσε ἡ ἀλλεπάλληλη προβολὴ τοῦ ἐθνικοῦ συμβόλου τῆς Τσεχίας, σχεδὸν κάθε πεντακόσια μέτρα σ’ ὅλες τὶς κεντρικὲς διαδρομὲς ὁλόκληρης τῆς χώρας. Ἄσε πιὰ τὴν γείτονα χώρα ποὺ λόγῳ κοντινῆς ἀποστάσεως εἶναι γνωστὸ σ’ ὅλους μας. Δὲν ὑπάρχει κτήριο, ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς δημοσίους χώρους βέβαια, σπουδαῖο ἢ ταπεινὸ χωρὶς τὴν σημαία καὶ τὸ πορτραῖτο τοῦ Ἀτατούρκ.
Τί συμβαίνει μὲ τὴν δική μας πατρίδα; Γιατί ἀποποιούμεθα τόσο τὰ ἐθνικά μας σύμβολα; Τὰ γκρεμίζομε, τὰ καῖμε, τὰ περιφρονοῦμε, χάριν τῆς προοδευτικότητας ἢ καλύτερα τοῦ ἐξευρωπαϊσμοῦ μας καὶ κυρίως χάριν τῆς παγκοσμιοποίησης, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖ θάνατο τῶν ἐθνικῶν συνειδήσεων, θάνατο τῆς Ἐθνικῆς μας Παιδείας καὶ γενικότερα τὴν κατάργηση ὅποιου δήποτε ἐθνικοῦ μας στοιχείου μὲ στόχο τὴν πλήρη μετάλλαξή μας, τὴν μεθοδικὴ ἀφομοίωσή μας καὶ ἐν τέλει τὸν ἀφανισμό μας. Δὲν ἐξηγεῖται ἀλλοιῶς τὸ ξερρίζωμα τῶν θεσμῶν μας καὶ ἡ ἀποκοπή μας ἀπὸ τὸν ἐθνικὸ γλωσσικὸ καὶ ἱστορικὸ ὀμφάλιο λῶρο μας.Ἄλλοι ἀποφασίζουν πλέον γιά ‘μᾶς. Τὸ εἶπε ἄλλωστε τόσο ξεκάθαρα ὁ Παπαδιαμάντης μας: «Ἐλευθερωθήκαμε ἀπὸ τὸν Τουρκικὸ ζυγὸ, γιὰ νὰ ὑποδουλωθοῦμε στὸ Εὐρωπαϊκὸ σύστημα ποὺ μᾶς κυβερνᾶ ἀφανῶς διὰ τῶν πρέσβεων» καὶ «…τῶν δικῶν μας ξενολάτρων», κατὰ τὸν Μακρυγιάννη, κοινοβουλευτικῶν ἀντιπροσώπων τους, προσθέτω ἐγώ.
Ἂς ἐπανέλθομε ὅμως στὴν σημαία μας.Δὲν θὰ ἀναφερθῶ στὴν ἐτυμολογικὴ καὶ ἐννοιολογικὴ προέλευση τῆς λέξης, οὔτε στὶς ἐξελικτικὲς φάσεις ποὺ πέρασε μέχρι νὰ καθιερωθεῖ ὡς δύο σταθερὰ σύμβολα, ἕνα γιὰ τὴν ξηρὰ καὶ ἕνα γιὰ τὴ θάλασσα, στὴν Ἐθνοσυνέλευση τῆς Ἐπιδαύρου τὸ 1822 (μέχρι τὸ 1978 ποὺ καθιερώθηκε μόνο ἡ σημαία τῆς θαλάσσης), ἀλλὰ θὰ σταθῶ στὸ τεράστιο συναισθηματικὸ φορτίο ποὺ κουβαλᾶ αὐτὸ τὸ ἀνάλαφρο γαλανόλευκο «πανί». Πόσο ἱερὸ φαινόταν στὰ μαθητικά μας μάτια.Πόσο δέος ἀσκοῦσε ἡ ἔπαρση καὶ ἡ ὑποστολή της. Πόσο ρῖγος νοιώθαμε στὸ ἄκουσμα τοῦ Ἐθνικοῦ μας Ὕμνου ποὺ τὴν συνόδευε.Πόσο ὑμνήθηκε ἀπὸ διάφορους ποιητές, πόσο τραγουδήθηκε καὶ πόσες γενιὲς χόρεψαν τὰ δημοτικὰ-πατριωτικά μας τραγούδια. Καὶ πόσοι ἡρωοποιήθηκαν μὲ τὴν βαθειὰ πίστη σὲ ὅ,τι ἱερὸ καὶ ὅσιο συμβόλιζε.
Καὶ μιᾶς καὶ γιορτάζομε σήμερα τὴν διπλὴ γιορτή μας καὶ μάλιστα τὴν συμπλήρωση διακοσίων χρόνων, ἄς μοῦ ἐπιτραπεῖ νὰ θέσω μερικὰ ἐρωτήματα: Ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ ἀποϊστορικοποιοῦμε τὰ παιδιά μας καὶ κατεβάσαμε τὰ κάδρα τῶν ἡρῴων τοῦ ’21 ἀπὸ τὶς σχολικὲς αἴθουσες, ποιὰ Ἐπανάσταση γιορτάζομε; (Πολλὲς μητέρες μοῦ λένε « ἐγὼ θέλω τὸ παιδί μου, κ.Παπαθωμᾶ, νὰ διδάσκεται τοὺς ἥρωες τοῦ ’21 καὶ ὄχι τὴν Ὀλυμπιάδα…., γιὰ παράδειγμα). Πῶς θὰ τολμήσομε νὰ ἀπαιτήσομε ἀπὸ τοὺς σημερινοὺς νέους μας (ἂν ἡ πατρίδα τοὺς ξανακαλέσει) νὰ μιμηθοῦν τὸν λεβέντη στρατιώτη Κουκίδη ποὺ προτίμησε νὰ πέσει ἀπὸ τὰ βράχια τῆς Ἀκρόπολης τυλιγμένος στὴ σημαία μας, παρὰ νὰ τὴν παραδώσει. Γιατί προδώσαμε τοὺς ἥρωες τοῦ Ροῦπελ ποὺ βροντοφώναξαν ὁμόψυχα «τὰ ὀχυρὰ καταλαμβάνονται, δὲν παραδίδονται». Ἀντιθέτως ἐμεῖς καταχρεωμένοι ὄντες ξεπουλοῦμε ὅσα-ὅσα τὰ σημερινὰ «Ροῦπελ» στὶς πολυεθνικὲς ἑταιρεῖες «πρὸς τουριστικὴ ἀξιοποίηση».Αὐτὸς εἶναι ὁ σημερινὸς κατακτητής. Καὶ τὸν προσκυνοῦμε ἐπὶ πλέον, γιατί ἂν δὲν ἔρθει θὰ πεινάσομε…Ἔτσι μεταλλάξαμε τὴν πατρίδα, σὲ ἑτεροθαλῆ ἀδελφή τῆς «Λεωφόρου Συγγροῦ». Γιὰ ποιὰ λοιπὸν Ἐπανάσταση μιλοῦμε καὶ ποιὰ ἐλευθερία κερδίσαμε, ἀφοῦ εἴμαστε ὑποδουλωμένοι στὸ παγκόσμιο δικτατορικὸ οἰκονομικὸ σύστημα. Καὶ ἄλλο ἐρώτημα προκύπτει: Ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ μᾶς ἐπιβλήθηκαν τόσες χιλιάδες Μουσουλμάνοι στὰ ἱερὰ καὶ ματωμένα (γιὰ τὴν δῆθεν ἀνεξαρτησία) ἐδάφη μας, γιὰ ποιὰ ἀπελευθέρωση μιλοῦμε. Ποιὰ Ἐπανάσταση γιορτάζομε.
Ἔγινε ὄντως μεγαλειώδης στρατιωτικὴ παρέλαση. Ὁ ἀνώνυμος ὅμως Λαὸς ποὺ ξεσηκώθηκε μὲ μόνα ὅπλα τὴν φλογερή του πίστη καὶ τὴν ἀγάπη γιὰ τὶς πατρογονικὲς ἑστίες του, προκειμένου νὰ ἀποτινάξει τοὺς ποικίλους ζυγοὺς ποὺ τὸν συνέθλιβαν, τί ἀπέγινε; Ὁ ταπεινὸς λαϊκὸς κλῆρος μὲ τὰ ἁπλὰ τριμμένα ἀλλὰ τιμημένα ράσα (καὶ ὄχι τὰ ἀστραφτερὰ πολλῶν σημερινῶν συμβιβασμένων καρδιναλίων) ποὺ εὐλογοῦσε τὰ μπαϊράκια, τὰ φλάμπουρα καὶ τὰ λάβαρα τοῦ ἐπαναστατημένου Λαοῦ τί ἀπέγινε; Αὐτὸς κράτησε ζωντανὴ τὴν δᾴδα τῆς γλώσσας καὶ τὴν συνείδηση τοῦ Ἑλληνικοῦ Γένους, πέραν τοῦ αἵματος ποὺ ἔχυσε στοὺς αἰῶνες τῆς Τουρκοκρατίας. Οἱ σημαντικοὶ δηλαδὴ πρωταγωνιστὲς καὶ ἁγνοὶ ἀγωνιστὲς τῆς Ἐπανάστασης, ἐπώνυμοι καὶ ἀνώνυμοι, κλῆρος καὶ λαός, ὄχι ἁπλὰ δὲν τιμοῦνται, ἀλλὰ τοὺς ἐξαφανίζομε μὲ τὴν ἀπεθνο-ποίηση καὶ τὴν ἀπὸ-χριστιανοποίηση ποὺ μᾶς ἐπιβάλλεται «ἔξωθεν» καὶ «ἄνωθεν». Ὁ πιστὸς καὶ ἡρωϊκὸς ἐκεῖνος Λαὸς τοῦ ’21 ἔπρεπε νὰ ἀφανιστεῖ, ὅπως γράφει καὶ ὁ Μακρυγιάννης ἀπευθυνόμενος πρὸς τὶς «Προστάτιδες Δυνάμεις»!: «…τί φαντάζεσθε, ὅτι μᾶς βοηθήσατε ἢ μᾶς μολύνετε καὶ μᾶς ἀφανίσετε;…». Ἡ ἀπόφαση ἦταν εἰλημμένη ἀπὸ τὸ 1833, ἀφοῦ μὲ τὴν δῆθεν ἀπελευθέρωση ἔμελλε νὰ γίνει τὸ Ἑλληνικὸ κρατίδιο προτεκτορᾶτο, τότε μὲν τῆς Βρετανίας καὶ νῦν τῆς Ἀμερικῆς καὶ Γερμανίας, ἁπλῶς ὁλοκληρώνεται ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μας. Γιαυτὸ μᾶς «ἔφαγαν» τὸν Καποδίστρια διὰ χειρῶν Μαυρομιχαλαίων, γιατί διεῖδαν πὼς μόνον αὐτὸς μποροῦσε νὰ βάλει γερὰ θεμέλια γιὰ τὴν μακροπρόθεσμη δημιουργία ἀνεξάρτητου καὶ ἰσχυροῦ κράτους Δικαίου.
Σχετικὰ μὲ τὴν λέξη (ἐξ)ἀφανισμὸ ἀξίζει νὰ παραθέσομε ἐδῶ τὴν ἀντίδραση τοῦ Σουλτάνου μετὰ τὴν πυρπόληση τῆς ναυαρχίδας στὸ λιμάνι τῆς Χίου ἀπὸ τὸν μπουρλοτιέρη Κανάρη.Τοῦ ἔδειξαν στὸν χάρτη τὸ ἡρωϊκὸ νησὶ τῶν Ψαρῶν καὶ ἔξυσε μὲ τὸ νύχι του τὰ θρυλικὰ Ψαρὰ λέγοντας «αὐτὴ ἡ κουκίδα πρέπει νὰ ἐξαφανιστεῖ ἀπὸ τὸν χάρτη».Ὅπερ καὶ ἐγένετο μὲ τὸ ὁλοκαύτωμα τῆς Μαύρης Ράχης. Βέβαια ὁ ἀφανισμὸς τοῦ Λαοῦ τοῦ ’21 δὲν ἔγινε διὰ τῆς χατζάρας, ἀλλὰ διὰ τῆς Εὐρωπαϊκῆς σταδιακῆς μετάλλαξης καὶ ἀλλοτρίωσης. Ὁ ταλαίπωρος Λαὸς μας αἰῶνες ὑφίστατο ἑκών- ἄκων τὸν ἐξισλαμισμό, σειρὰ τώρα ἔχει ὁ ἐξευρωπαϊσμός… Πόσο προφητικὸ ἦταν πράγματι τὸ Greciae finis, ποὺ γράφτηκε πρὶν ἀπὸ δεκαετίες ἀπὸ τὸν Χρῆστο Γιανναρά. Ἡ συμπλήρωση πάντως τῶν 200 χρόνων θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι ἡμέρα πένθους καὶ ἐθνικῆς περισυλλογῆς γιὰ τὴν οὐσιαστικὴ ἀποτυχία τῶν σκοπῶν τῆς Ἐπανάστασης τοῦ 1821, ὅπως φαίνεται ξεκάθαρα πλέον σήμερα. Τὴν κρατήσαμε πάντως ὡς ἀνάμνηση καὶ τὴν γιορτάσαμε χωρὶς τὸν Λαό της σὰν τὸ κατ’ ἐξοχὴν ἑλληνικὸ φολκλόρ.
Σημείωση: Ὅσο γιὰ τοὺς βαθύτερους λόγους ποὺ ἔγινε ἡ Ἑλληνικὴ Ἐπανάσταση, ἢ γιὰ τὸ ἂν θὰ ἔπρεπε ἢ δὲν ἔπρεπε νὰ γίνει, θὰ ἐπανέλθομε μία ἄλλη φορά.




