Γρηγόριος Ε΄ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως – 6ον

Share:

(1746-1821) Ο ΠΡΩΤΟΚΑΘΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΓΕΝΟΥΣ

Τῆς Μαρίας -Ἐλευθερίας Γ. Γιατράκου, Δρ. Ἱστορίας, Π.Α.

6ον

  Μὲ «φετφὰ» τοῦ νέου σεϊχουλισλάμη Φεϊζιμάμη, ποὺ ἐπέτρεπε τὴν τιμωρία τῶν ὑπόπτων, ὁ Σουλτᾶνος ἐξέδωσε φιρμάνι, μὲ τὸ ὁποῖο θὰ χορηγοῦσε ἀμνηστία, μόνον ἐφόσον τὸ Πατριαρχεῖο ἀποδοκίμαζε τὴν ἐπανάσταση καὶ ἀφόριζε τὸν Ἀλέξανδρο Ὑψηλάντη, τὸ Μιχαὴλ Σοῦτσο καὶ τοὺς ὀπαδοὺς του[62] . Συγχρόνως ἐκδίδεται διάταγμα, νὰ μετοικήσουν ἐντός τοῦ Φαναριοῦ ὅλες οἱ ἡγεμονικὲς καὶ ἀρχοντικὲς οἰκογένειες ποὺ κατοικοῦσαν στὸ Βόσπορο. Ὁ ἀκάματος Γρηγόριος προσπαθώντας νὰ οἰκονομήσει τὰ ἀνοικονόμητα, συγκροτεῖ συμβούλιον, γιὰ νὰ συσκεφθεῖ μετὰ τῶν ἐγκρίτων τοῦ Γένους πῶς θὰ ἐνεργήσουν. Ἐγκρίθηκε λοιπὸν κατὰ τὴν συνέλευση αὐτὴ νὰ ὑποβάλουν ἀναφορὰ στὴν Πύλη, μὲ τὴν ὁποίαν ὅλοι οἱ πρόκριτοι θὰ ἐγγυόνταν ὑπὲρ ἀλλήλων στὴν Κωνσταντινούπολη, ὡς πιστοὶ ὑπήκοοι τῆς βασιλείας καὶ ὅτι θὰ συνέπρατταν γιὰ τὴν ἀποκατάσταση τῆς κοινῆς ἡσυχίας[63]. Τὴν ἀλληλέγγυον αὐτὴν ἀναφορὰν πῆγε ὁ Πατριάρχης νὰ δώσει στὸν Βεζύρη στὶς 10 Μαρτίου 1821, Κυριακὴ τῆς Σταυροπροσκυνήσεως. Ἐπειδὴ ὅμως ἀπουσίαζεν ὁ Βεζύρης ἀναγκάσθηκε ὁ Πατριάρχης νὰ παρουσιασθεῖ στὸν Κεχαγιάν (Τοποτηρητὴν) τοῦ Ὑπουργοῦ, Ζανὴπ Ἐφέντην, τὰ μέγιστα χριστιανομάχον. Ὁ Πατριάρχης μὲ ἑτοιμότητα καὶ συγκινητικὴ προσπάθεια φρόντισε νὰ πείσει τὸν Κεχαγιὰ γιὰ τὴν ἀθῳότητα τοῦ Γένους ἀλλὰ ὁ Βεζύρης προσπάθησε νὰ ἐνοχοποιήσει τὸν κλῆρον, ὅσον ἀφορᾶ τὰ γεγονότα τῆς Μολδοβλαχίας, ἐφόσον ἔγινε γνωστὸν ὅτι τὸν Ὑψηλάντην «περιέζωσεν τὴν ρομφαίαν στὴν Ἐκκλησία ὁ Μητροπολίτης Μολδαυ­ίας [64] ». Ὁ Πατριάρχης, Γρηγόριος ὁ Ε΄ προσπάθησε νὰ πείσει τὸν Κεχαγιὰ ὅτι ὁ κλῆρος δὲν ἀναμιγνύεται σὲ ἀνάλογες ἐνέργειες, διότι τὸ θρήσκευμά μας καθαιρεῖ τοὺς ἐνόχους ἀπὸ τὸ Ἐκκλησιαστικὸ ἀξίωμα καὶ ἡ ἐξουσία τοὺς τιμωρεῖ ὡς ἀποστάτες. Ὁ Πατριάρχης προσ­πάθησε νὰ πείσει τὸν ἐκπρόσωπο τῆς τουρκικῆς ἐξουσίας. Ἡ συνέχεια ὑπῆρξε ἀλγεινή. Ὁ Πατριάρχης διατάσσεται νὰ στείλει στὴν Πύλη τρεῖς ἐκ τῶν Ἀρχιερέων, τὸν Θεσσαλονίκης, τὸν Ἀνδριανουπόλεως καὶ τὸν Τουρνόβου, ὡς ἐνέχυρα ἀσφαλείας. Ὁ Πατριάρχης ἀφοῦ τοὺς κάλεσε σὲ γεῦμα καὶ συν­έφαγε μαζί τους τοὺς ἀνακοίνωσε τὴν θλιβερή εἴδηση, ὅτι δηλαδὴ θὰ σταλοῦν στὴν φυλακὴ ὡς ἐνέχυρα. Καὶ μετὰ τὴν θλιβερὴ ἀνακοίνωση ἔκλαυσε πικρῶς καὶ πρόσθεσεν ὁ Γρηγόριος ὁ Ε΄: «Τί τὸ ἀποβησόμενον, καὶ εἰς ὑμᾶς καὶ εἰς ἐμὲ Κύριος οἶδεν. Εἰ δὲ καὶ ἀποβήσεται ὑμῶν εἰς μαρτύριον, δὲν θέλω πάντως βραδύνει νὰ σᾶς ἀκολουθήσω κἀγώ[65]». Συνεθρήνουν μετὰ τῶν Ἀρχιερέων καὶ οἱ παρεστηκότες. Καὶ προσελθόντες οἱ Ἀρχιερεῖς ἐποίησαν μετὰ τοῦ Πατριάρχου τὸν τελευταῖον ἐπὶ γῆς ἐν Χριστῷ ἀσπασμὸν καὶ ἀφοῦ ἔκλιναν οἱ Ἀρχιερεῖς τὴν κεφαλὴν ὁδηγήθηκαν στὴν φυλακή.

  Κατὰ τὴν 20 τοῦ Μαρτίου ἡ Πύλη παραδίδει στὸν Μέγα Διερμηνέα Διάταγμα περὶ ἀμνηστίας, νὰ τὸ ἐξελληνίσει, γιὰ νὰ ἀναγνωσθοῦν καὶ τὰ δύο καὶ τὸ πρωτότυπον καὶ ἡ μετάφραση στὴν Ἐκκλησία, εἰς ἐπήκοον ὅλων. Συγχρόνως δὲ νὰ ἐκδώσει ἐξάπαντος ἀφορισμὸν κατὰ τοῦ Ὑψηλάντου καὶ αὐτῶν ποὺ ἀποστάτησαν μαζί του, νὰ συγχωρήσει τὸν ὅρκον τῶν Ἑταιριστῶν καὶ νὰ ἀποδέχεται μὲ προθυμία ὅσους προσέρχονται ἐπὶ μετανοίᾳ καὶ θὰ ἀπολαμβάνουν τὴν προσ­ήκουσαν ἀσφάλειαν γιὰ τὴν εἰλικρινῆ καὶ πιστή τους ὑπηκοότητα. Διότι, ἔλεγεν ὁ Βεζύρης, ἡ ἐλπὶς τῆς ἐκ τοῦ τοιούτου γράμματος περιγενομένης ἡσυχίας ἀνέβαλε τὸ κατὰ τῶν Ὑπηκόων Γραικῶν ἐπικρεμάμενον ξίφος τοῦ Σουλτάνου[66]».

  Κι ὁ Γρηγόριος ὁ Ε΄ ἀφοῦ ἔλαβε τὴν διαταγὴν διέταξε νὰ συνταχθεῖ τὸ ἀπαιτούμενο γράμμα, ὁ δὲ Μέγας Διερμηνεὺς φέρει τὸ διάταγμα τῆς ἀμνηστίας καταρώμενον μὲν τοὺς περὶ τὸν Ὑψηλάντην ἀποστάτες ἀμνηστεῦον δὲ τοὺς ἄλλους Ἑταιριστές, ὅσοι ἐπανέλθουν στὴν πρότερη ὑπακοή τους .[67]

  Στὶς 23 Μαρτίου λοιπὸν (Ε΄ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν) ἀφοῦ συνῆλθαν στὴ Μεγάλη Ἐκκλησία ὅλοι οἱ πρόκριτοι τοῦ Γένους, καὶ Ἡγεμόνες καὶ οἱ δύο Διερμηνεῖς καὶ οἱ λοιποὶ ἄρχοντες καὶ Ἀρχιερεῖς, συμπαρόντος καὶ τοῦ Πατριάρχου τῶν Ἱεροσολύμων Πολυκάρπου, καὶ ἀναγνώσθηκε τὸ Διάταγμα ἀπὸ τοῦ ἄμβωνος πρῶτον μὲν τουρκιστί, ἔπειτα δὲ ἑλληνιστὶ ὑπὸ Ἀρχιερέως, ὁ ὁποῖος στεκόταν κοντὰ στὸ θρόνο τοῦ Πατριάρχη. Ὕστερα ἀναγνώσθηκε καὶ τὸ διαταχθὲν ἀφοριστικόν, ἀφοῦ προηγουμένως ὑπεγράφη ἀπὸ τοὺς δύο Πατριάρχες, τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ τῶν Ἱεροσολύμων καὶ ἀπὸ ὅλους τούς ἄλλους Ἀρχιερεῖς πάνω στὴν Ἁγία Τράπεζα. Καὶ ὅλα αὐτὰ τὰ ἔκανε μὲ πόνο ὁ Γρηγόριος ὁ Ε΄, προκειμένου νὰ ἀποφευχθεῖ ἡ γενικὴ σφαγὴ τῶν Χριστιανῶν τῆς Πόλης, ἄρχισαν ὅμως μεμονωμένες θανατώσεις, ἐνῷ φυλακίστηκαν ἀρχιερεῖς καὶ ἐντάθηκαν οἱ διωγμοὶ ἐναντίον τῶν Ἑλλήνων, κυρίως ὅταν ἔφτασε στὴν Κωνσταντινούπολη ἡ εἴδηση γιὰ ἐξέγερση στὴν Πελοπόννησο[68].

Σημειώσεις:

[62] Βλ. Βασ. Σφυρόερα, ὅ.π. [63] Βλ. Ἀνώνυμο, ὅ.π., σ.36. [64] Βλ. Ἀνώνυμο, ὅ.π., σ. 38. [65] Βλ. Ἀνώνυμο, ὅ.π., σ. 38. [66] ὅ.π., σ. 39. [67] ὅ.π., σ. 39. [68] Βλ. Βασίλη Σφυροέρα, ὅ.π., σ. 213.

Γρηγόριος Ε΄ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως – 5ον

  Next Article

Ἅγιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης