Διατί ἡ ἐπιστήμη φοβᾶται τὴν ἀμφισβήτησιν;

Share:

Ἡ σύγχρονη ἐπιστήμη δὲν τολμᾶ νὰ ἀμφισβητήσει τὰ δεδομένα της, μολονότι στηρίζεται στὴν ἀμφισβήτηση ἀπόψεων, ἰδεῶν, δεδομένων, προσώπων. Δὲν τολμᾶ νὰ σκεφτεῖ ὅτι ὁδηγεῖται καὶ σὲ λάθη. Ἡ ἐπιστήμη κινεῖται σὲ παγανιστικὸ πλαίσιο σκέψης, ποὺ ἐπιδιώκει τὴν θεοποίηση τῶν ἀποτελεσμάτων καὶ τῶν ἐργατῶν της, ἐνῷ δὲν διστάζει νὰ ἐπιτίθεται σὲ ὁτιδήποτε σχετίζεται μὲ τὴν πίστη. Δυστυχῶς, ἡ ἐπιστήμη -ὅπου μὲ τὸν ὅρο «ἐπιστήμη» νοοῦνται ἀπὸ τὸν μέσο ἄνθρωπο οἱ θετικὲς καὶ φυσικὲς ἐπιστῆμες- συχνὰ στερεῖται ἀντικειμενικότητας. Οἱ ὀντολογικὲς καὶ οἱ ἐπιστημολογικὲς παραδοχὲς τοῦ ἐπιστήμονα φανερώνουν ὅτι καμία ἔρευνα δὲν εἶναι οὐδέτερη.

Ἡ ὀντολογία διαμορφώνει τὴν ἐπιστημολογία, ἡ ὁποία εἶναι ἡ κοσμοθεωρία τοῦ ἐρευνητῆ. Εἰδικότερα, οἱ ὅροι ποὺ χρησιμοποιοῦμε διαμορφώνουν τὴν ὀντολογία μας, μὲ ἁπλὰ λόγια, τὸ πῶς βλέπουμε τὸν κόσμο. Λόγου χάρη, στὸ πλαίσιο μίας ἔρευνας, ἂν γιὰ τὸν χαρακτηρισμὸ ἑνὸς ἀνθρώπου χρησιμοποιεῖται ὁ ὅρος: τοῦ συμμετέχοντος ἢ τοῦ μέλους ἢ τοῦ ὑποκειμένου τῆς ἔρευνας ἢ τοῦ ἀντικειμένου κ.λπ., ὑποδηλώνεται ἀπὸ τὸν χρησιμοποιούμενο ὅρο τὸ πῶς ὁ ἐρευνητὴς βλέπει τὸν ἄνθρωπο. Ἡ ὀντολογία ἀφορᾶ στὴ φύση τῆς πραγματικότητας.

Ἡ ἐπιστημολογία, ἐν συνεχείᾳ, ἀπασχολεῖται μὲ τὸ τί ἐστὶ γνώση (φύση τῆς γνώσης) καί πῶς φθάνουμε σέ αὐτή. Ἔτσι, ἔχουμε ὡς ἐπιστημολογίες ἤ, ἀλλιῶς ὀνομαζόμενες παραδείγματα, τὸν θετικισμό, τὸ ἑρμηνευτικὸ παράδειγμα, τὸ κριτικὸ παράδειγμα, τὸν μεταμοντερνισμό, τὸν πραγματισμό, τὸν φεμινισμὸ κ.ἄ. Ὁ κάθε ἐρευνητὴς ἐπιλέγει τὴν ἐπιστημολογία ἐκείνη ποὺ ταιριάζει μὲ τὶς προσωπικὲς ἀπόψεις καὶ τὶς ὀντολογικὲς παραδοχές του, μὲ ἄλλα λόγια τὸ ἐπιστημολογικὸ ἐκεῖνο παράδειγμα ποὺ κουμπώνει -ὅσο τὸ δυνατὸν περισσότερο- μὲ τὴν ἀτομικὴ κοσμοθεωρία του καὶ τὴν ἐπιλεχθεῖσα ὀντολογία. Ἔτσι, ἡ σύγχρονη ἐπιστήμη μᾶλλον δὲν εἶναι τόσο ἀντικειμενικὴ ὅσο ὁ μέσος ἄνθρωπος πιστεύει.

Τὸ ἐπιστημονικὸ παγανιστικὸ πνεῦμα, τὸ ὁποῖο εἶναι ἡ αἰτία καταστροφῆς κάθε ἀρετῆς καὶ ἀγαθῆς πίστης, δὲν ἐπιτρέπει στοὺς ἐρευνητὲς νὰ δοῦν τὸ σχετικό, τὸ πεπερασμένο, τὸ ψεύτικο, τὸ μάταιο -ἐνίοτε- τῆς ἔρευνάς τους. Ἡ ἐπιστήμη δὲν δέχεται νὰ ἀμφισβητηθεῖ, ἀλλὰ μόνο ἀμφισβητεῖ, διότι φοβᾶται μήπως ἀποδειχθεῖ ψευδὸ-ἐπιστήμη, ποὺ σκοπὸ ἔχει νὰ σκορπίσει καὶ ὄχι νὰ οἰκοδομήσει εἰς δόξαν Θεοῦ.

Τὸ ἀνωτέρω ἀντιεπιστημονικὸ πνεῦμα κινεῖται σὲ ὅλα τὰ ἐπίπεδα, ἀπὸ τὸ ζήτημα τῆς ὁμοφυλοφιλίας ἕως τὶς ἀμβλώσεις, ἀπὸ τὴν παιδαγωγικὴ ἕως τὴν ἰατρική. Καὶ ποιὸς ὁ λόγος ὅλων αὐτῶν; Ἡ ὑστεροφημία τοῦ ἐρευνητῆ, ἡ δέσμευση τοῦ κόσμου στὰ πάθη του, καὶ ἡ -δῆθεν- πρόοδος τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς ἀνθρωπότητας, μὲ σκοπὸ τὴν ἀπελευθέρωση τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὶς πλάνες του, ὅπου συνήθως ὁ,τιδήποτε σχετίζεται μὲ τὴν ἐμπειρία καὶ τὴν πίστη θεωρεῖται πλάνη, δεισιδαιμονία, γραφικότητα, αὐταπάτη. Ἡ σύγχρονη ἐπιστήμη δομεῖ καὶ βιώνει μία διαφορετικὴ ἀλήθεια σχετική, πεπερασμένη, ἀνθρώπινη, ἐλεγχόμενη.

Ἄξιο λόγου εἶναι ὅτι κατὰ τὴν ἐξέλιξη τῆς παντοδύναμης θεᾶς-ἐπιστήμης, ὅποιος ἐρευνητὴς δὲν ὑποτάσσεται στὰ νέα δεδομένα, τίθεται στὸ περιθώριο τῆς ἐρευνητικῆς κοινότητας. Μὲ ἄλλα λόγια, ὅποιος δὲν συμμορφώνεται ἀποκόπτεται. Ὅπως ἀκριβῶς συμβαίνει ὅλο καὶ συχνότερα μὲ τὴν Ἀλήθεια ποὺ καταθέτει ἡ Ἐκκλησία. Ὁ λόγος της, ἡ σκέψη της, ἡ πίστη της, ἡ ἐμπειρία της δὲν συμβαδίζουν μὲ τὶς ἐπιστημολογικὲς καί, ἐν συνεχείᾳ, ἐπιστημονικὲς ἐξελίξεις τῆς ἐποχῆς μας, οὔτε μὲ τὶς σύγχρονες ὀντολογικὲς παραδοχές, ὁπότε καὶ ἀκολουθεῖ ἡ περιθωριοποίησή της, λόγῳ τῆς ἀκαμψίας καὶ τοῦ ἀναχρονισμοῦ της, καθὼς ὑποστηρίζουν οἱ ἀλλόφρονες ἐχθροί της.

Δυστυχῶς, ὁ ἄνθρωπος δὲν κατανοεῖ ὅτι πρέπει νὰ ξεφύγει ἀπὸ τὴν πνευματικὴ τυφλότητα, καὶ πρέπει νὰ πάψει νὰ εἶναι ἕρμαιο πολιτικῶν ἰδεολογιῶν, ἀκαδημαϊκῶν ἰδεολογημάτων καὶ αὐτοθεοποιημένων προσώπων. Τὸ σημαντικὸ δὲν εἶναι νὰ εἶσαι ἕνας πεπερασμένος ἀλαζόνας ἐπιστήμονας, ἀλλὰ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ μὲ ἐπιστημονικὲς γνώσεις καὶ βλέμμα στραμμένο στὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Ἔχει φτάσει πρὸ πολλοῦ ὁ καιρὸς νὰ αἰσθανθοῦμε πτωχοὶ πνευματικὰ μπροστὰ στὸ Θεό. Ἔχει φτάσει πρὸ πολλοῦ ὁ καιρὸς νὰ κατανοήσουμε τὴν ματαιότητα τῶν ἀλλόκοτων, ἀντιεπιστημονικῶν, ἄθεων, εἰδωλολατρικῶν σύγχρονων ἰδεῶν -ποὺ συνήθως εἶναι εἰσαγόμενες ὡς δῆθεν προοδευτικὲς- καὶ νὰ μετανοήσουμε. Ἡ ἀπόρριψη τῆς ἐπιστήμης ὅπως καὶ ἡ θεοποίησή της θεωροῦνται ἁμαρτήματα, ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Θεολογία. Γι’ αὐτό, καὶ προτείνεται ἡ διατήρηση μίας ὑγιοῦς ἰσορροπίας μεταξὺ λόγου, πίστης καὶ ἐμπειρίας.

Ἡ Ὀρθόδοξη Θεολογία εἶναι μία ἐπιστήμη, μὲ δική της ἐπιστημολογία καὶ ὀντολογία, τὶς ὁποῖες χρειάζεται νὰ προβάλλει, ὥστε νὰ ξεφύγει ἀπὸ τὴν ἐσωστρέφειά της καὶ νὰ συμβάλλει μέσῳ τοῦ διαλόγου -ὄχι τοῦ κατηχητικοῦ μονολόγου- σὲ μία ἐν Χριστῷ ἀνακαίνιση καὶ ἀνάσταση τοῦ ἀνθρώπου, καὶ διὰ αὐτοῦ τῆς ἐπιστήμης.

Νικόλαος Λεβέντης

Ἕνας προβληματιζόμενος θεολόγος

Previous Article

Ὁ διαχριστιανικὸς συγκρητισμὸς εἰς τὴν «Ἰδιωτικὴν ἕνωσιν πιστῶν» τοῦ Bose

Next Article

“PFIZERGATE”: «Παρήγγειλαν 10 δόσεις για κάθε Ευρωπαίο! Να παραιτηθεί η πρόεδρος της Κομισιόν»