Τοῦ κ. Παύλου Κλιματσάκη, Δρ. Φιλοσοφίας
Στὴ σύγχρονη ἐπιστημονικὴ ὁρολογία, ὁ ὅρος «τραῦμα» κατέχει μία σαφῶς ὁριοθετημένη καὶ αὐστηρὴ κλινικὴ σημασία. Δὲν ἀναφέρεται στὴν ἁπλὴ στενοχώρια, τὴ δυσαρέσκεια ἢ τὶς ἀναπόφευκτες ἀντιξοότητες τῆς καθημερινῆς συμβίωσης. Τὸ ψυχολογικὸ τραῦμα ἀποτελεῖ μία βαθιὰ νευροβιολογικὴ καὶ ψυχικὴ διαταραχή, ἡ ὁποία προκύπτει ὅταν ἕνα ἄτομο ἐκτίθεται σὲ ἕνα ἐξαιρετικὰ ἀπειλητικό, τρομακτικὸ ἢ καταστροφικὸ γεγονὸς (ὅπως ἕνας πόλεμος, μία φυσικὴ καταστροφή, ἕνα βίαιο τροχαῖο ἀτύχημα ἢ ἡ συστηματικὴ σωματικὴ καὶ σεξουαλικὴ κακοποίηση).
Ἀπὸ κλινικῆς ἄποψης, τὸ τραῦμα χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὴν πλήρη κατάρρευση τῶν μηχανισμῶν ἄμυνας καὶ ἐπεξεργασίας τοῦ ἐγκεφάλου. Ὅταν ἡ ἀπειλὴ ξεπερνᾶ τὶς ἀντοχὲς τοῦ ἀτόμου, τὸ αὐτόνομο νευρικὸ σύστημα ἐγκλωβίζεται σὲ μία διαρκῆ κατάσταση συναγερμοῦ. Ἡ ἀμυγδαλῆ, τὸ κέντρο ἀνίχνευσης κινδύνου στὸν ἐγκέφαλο, ὑπερλειτουργεῖ, ἐνῶ ὁ ἱππόκαμπος ἀποτυγχάνει νὰ χρονoθετήσει τὸ γεγονὸς ὡς «παρελθόν». Τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ἡ ἐμφάνιση τῆς Διαταραχῆς Μετατραυματικοῦ Στρὲς (PTSD). Ὁ πάσχων βιώνει ἀναδρομὲς (flashbacks), κρίσεις πανικοῦ, συναισθηματικὸ μούδιασμα καὶ μία μόνιμη, σωματικὰ ἐγγεγραμμένη αἴσθηση ὅτι ὁ κίνδυνος εἶναι ἀκόμα παρών, ἀκόμη καὶ ὅταν βρίσκεται σὲ ἀπόλυτα ἀσφαλὲς περιβάλλον. Τὸ κλινικὸ τραῦμα, ἑπομένως, εἶναι μία βιολογικὴ ἐμπλοκή, μία ἀντικειμενικὴ βλάβη στὴν ἱκανότητα τοῦ ὀργανισμοῦ νὰ ρυθμίζει τὸ ἄγχος του.
Ἡ Ἐννοιολογικὴ Ἐξάπλωσις (Concept Creep) εἰς τὴν Pop Culture
Τὰ τελευταῖα χρόνια, ὡστόσο, παρατηρεῖται μία ριζικὴ καὶ προβληματικὴ μετατόπιση τοῦ ὅρου αὐτοῦ στὸ πεδίο τῆς μαζικῆς κουλτούρας (pop culture) καὶ τῶν μέσων κοινωνικῆς δικτύωσης. Αὐτὸ ποὺ οἱ κοινωνιολόγοι καὶ οἱ ψυχολόγοι ὀνομάζουν «ἐννοιολογικὴ ἐξάπλωση» (concept creep) ἔχει μετατρέψει τὸ τραῦμα ἀπὸ ἐξειδικευμένη ἰατρικὴ διάγνωση σὲ μία εὔπεπτη, καθημερινὴ «ταμπέλα». Στὸ TikTok, στὸ Instagram καὶ σὲ ἐκλαϊκευμένα ψυχολογικὰ podcasts, ἡ λέξη ἔχει χάσει τὸ ἐπιστημονικό της βάρος καὶ ἔχει καταστεῖ συνώνυμο ὁποιασδήποτε δυσάρεστης ἢ ἄβολης ἀνθρώπινης ἐμπειρίας.
Σήμερα, ἕνα «ghosting», ἐξαφάνιση, μετὰ ἀπὸ τρία ραντεβοὺ βαπτίζεται «τραῦμα σχέσεων». Μία αὐστηρὴ παρατήρηση ἀπὸ ἕνα ἐργοδότη ὀνομάζεται «trauma response» (τραυματικὴ ἀντίδραση). Μία προσωρινὴ ἀμηχανία ἢ μία φυσιολογικὴ ἀπογοήτευση ἐξισώνονται αὐθαίρετα μὲ τὶς ὀλέθριες συνέπειες τῆς συστηματικῆς κακοποίησης. Αὐτὴ ἡ ὑπερχρήση τοῦ ὅρου ἐξυπηρετεῖ μία βαθύτερη ψυχολογικὴ ἀνάγκη τῆς ἐποχῆς μας: τὴν ἀνάγκη γιὰ ἄμεση δικαίωση (validation) καί, κυρίως, γιὰ τὴν ἀποποίηση τῆς ἀτομικῆς εὐθύνης.
Ὅταν μεταφράζουμε τὶς κακές μας συνήθειες, τὶς ἀδυναμίες τοῦ χαρακτήρα μας ἢ τὶς ἐγωιστικές μας συμπεριφορὲς ὡς «ἀποτέλεσμα τοῦ τραύματός μας», μετατοπίζουμε αὐτόματα τὴν εὐθύνη ἐκτός τοῦ ἑαυτοῦ μας. Παύουμε νὰ εἴμαστε ὑπεύθυνοι δρῶντες καὶ μετατρεπόμαστε σὲ παθητικὰ θύματα. Ἡ γλώσσα τῆς ψυχιατρικῆς ἐργαλειοποιεῖται προκειμένου νὰ προσφέρει κοινωνικὴ ἀσυλία καὶ νὰ μετατρέψει τὴν ἀνώριμη συμπεριφορὰ σὲ ἡρωικὴ ἐπιβίωση. Ἂν ὅλοι εἴμαστε «τραυματισμένοι», τότε κανεὶς δὲν εἶναι ὑπόλογος γιὰ τὶς πράξεις του.
Ἡ Γενίκευσις τοῦ «Συλλογικοῦ τραύματος» καὶ ἡ Ἐπιστημονική της Ἀσάφεια
Αὐτὴ ἡ τάση ἐκλαϊκευμένης ψυχολογικοποίησης βρῆκε γόνιμο ἔδαφος καὶ στὴν προσπάθεια ἑρμηνείας τῶν κοινωνικῶν παθογενειῶν τῆς σύγχρονης Ἑλλάδας. Χαρακτηριστικὸ παράδειγμα ἀποτελεῖ ἡ προσέγγιση τοῦ ψυχολόγου Ἀντώνη Ἀνδρουλιδάκη, ὁ ὁποῖος ἐπιχειρεῖ νὰ μεταφέρει τὴν ἔννοια τοῦ τραύματος ἀπὸ τὸ ἀτομικὸ στὸ συλλογικὸ ἐπίπεδο. Στὸ ἔργο του ὑποστηρίζει ὅτι ὁ ἑλληνικὸς λαός, ἔχοντας ὑποστεῖ διαδοχικὰ ἱστορικὰ σὸκ (Κατοχή, Ἐμφύλιος, δικτατορία, μνημόνια, πρόσφατες ἐθνικὲς τραγωδίες), πάσχει ἀπὸ ἕνα «συλλογικὸ ἱστορικὸ τραῦμα». Κατὰ τὴν ἄποψή του, ἡ κοινωνικὴ ἀπάθεια, ὁ μόνιμος πολιτικὸς διχασμὸς καὶ ἡ τάση ἀναζήτησης μεσσιῶν δὲν εἶναι πολιτικὲς ἐπιλογές, ἀλλὰ συμπτώματα ἑνὸς συλλογικοῦ «παγώματος» ἑνὸς ὁλόκληρου λαοῦ, ποὺ συμπεριφέρεται ὡς θῦμα κακομεταχείρισης.
Ὡστόσο, αὐτὴ ἡ γενίκευση στερεῖται ἐπιστημονικῆς καὶ μεθοδολογικῆς στερεότητας. Ἡ μεταφορὰ μίας κλινικῆς διάγνωσης ἀπὸ τὸ ἄτομο στὴν κοινωνία ἀποτελεῖ ἕνα λογικὸ καὶ ἐπιστημονικὸ ἅλμα. Μία κοινωνία, ἕνας λαός, δὲν ἀποτελεῖ ἕνα ἑνιαῖο ὀργανισμὸ μὲ κοινὸ νευρικὸ σύστημα, κοινὸ ἐγκέφαλο καὶ κοινὴ συνείδηση. Ἀποτελεῖται ἀπὸ ἑκατομμύρια διαφορετικὰ ἄτομα μὲ διαφορετικὲς πεποιθήσεις, ἀξίες, ταξικὰ συμφέροντα καὶ ψυχοσύνθεση. Τὸ νὰ ἀποδίδουμε κλινικὰ συμπτώματα σὲ ἕνα ἀφηρημένο συλλογικὸ ὑποκείμενο, ὅπως «τὸ ἔθνος» ἢ «ὁ λαός», εἶναι μία χρήσιμη λογοτεχνικὴ ἢ ρητορικὴ μεταφορά, ἀλλὰ σὲ καμία περίπτωση δὲν συνιστᾶ ἐπιστημονικὴ ἀλήθεια. Ἡ θεωρία τοῦ συλλογικοῦ τραύματος πάσχει ἀπὸ τὸν ἴδιο ἀκριβῶς δομικὸ κίνδυνο μὲ τὴν pop culture: ἰατρικοποιεῖ τὴν πολιτικὴ καὶ κοινωνικὴ ζωή, μετατρέποντας τὶς συνειδητὲς ἐπιλογὲς μίας κοινωνίας σὲ «ἀσθένεια» καὶ ἀπαλλάσσοντας τοὺς πολίτες ἀπὸ τὴν πολιτικὴ καὶ ἱστορική τους εὐθύνη.
Ὁ Ἄνθρωπος ὡς Ἐλεύθερον Ὑποκείμενον: Κοσμικὰ παραδείγματα
Τὸ οὐσιῶδες πρόβλημα πίσω ἀπὸ ὅλες αὐτὲς τὶς θεωρίες εἶναι ἡ λανθασμένη παραδοχὴ ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἕνα ἁπλό, παθητικὸ παράγωγο τῶν συνθηκῶν ἐντὸς τῶν ὁποίων βρίσκεται. Ἡ σύγχρονη τάση νὰ ἑρμηνεύουμε τὴν ἀνθρώπινη συμπεριφορὰ ἀποκλειστικὰ μέσῳ τοῦ περιβάλλοντος, τῆς ἱστορίας ἢ τοῦ παρελθόντος ὑποτιμᾶ προκλητικὰ τὴν ἀνθρώπινη ἀξιοπρέπεια καὶ ἐλευθερία. Ἡ φιλοσοφικὴ καὶ ἐπιστημονικὴ σκέψη ἔχει ἀποδείξει ἐπανειλημμένα ὅτι οἱ ἐξωτερικὲς συνθῆκες ἀποτελοῦν τὸ πλαίσιο, τὸ ἔδαφος πάνω στὸ ὁποῖο ξεδιπλώνεται ἡ ζωή, ἀλλὰ δὲν ταυτίζονται μὲ τὴν ἐσωτερικότητα τοῦ ἀνθρώπου. Ἂν ὁ ἄνθρωπος καθοριζόταν ἀπόλυτα ἀπὸ τὶς συνθῆκες, τότε ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἔζησαν τὶς ἴδιες τραυματικὲς ἐμπειρίες θὰ ἔπρεπε νὰ ἀντιδροῦν μὲ τὸν ἴδιο ἀκριβῶς τρόπο. Ἡ πραγματικότητα ὅμως τοὺς διαψεύδει: ὑπὸ τὶς ἴδιες συνθῆκες πτώχειας ἢ πολέμου, ἄλλοι γίνονται ἥρωες καὶ ἀλτρουιστές, καὶ ἄλλοι προδότες καὶ ἐγκληματίες.
Ὁ νευρολόγος καὶ ψυχίατρος Βίκτορ Φρὰνκλ (Viktor Frankl), ἔχοντας ἐπιζήσει ἀπὸ τὴ φρίκη τῶν ναζιστικῶν στρατοπέδων συγκέντρωσης, θεμελίωσε τὴν ψυχολογική του θεωρία πάνω σὲ αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν παρατήρηση. Στὸ ἔργο του «Τὸ Νόημα τῆς Ζωῆς», ὁ Φρὰνκλ ὑπογράμμισε ὅτι ἀκόμη καὶ στὶς πιὸ ἀπάνθρωπες συνθῆκες, ὅπου ὁ ἄνθρωπος στερεῖται τὰ πάντα, τοῦ ἀπομένει μία τελευταία ἐλευθερία: «νὰ ἐπιλέξει τὴ στάση του ἀπέναντι στὶς περιστάσεις». Ὁ Φρὰνκλ ἀπέδειξε ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι ἕνα κλειστὸ σύστημα ἀντανακλαστικῶν ποὺ ἀντιδρᾶ μηχανικὰ στὰ ἐρεθίσματα τοῦ περιβάλλοντος, ἀλλὰ ἕνα ὂν ἱκανὸ γιὰ αὐτὸ-ὑπέρβαση.
Ἀκόμη καὶ ὁ ἄθεος ὑπαρξιστὴς φιλόσοφος Jean-Paul Sartre, μὲ τὸν ὁποῖο βέβαια κατὰ τὰ ἄλλα δὲν μποροῦμε νὰ συμπορευθοῦμε, θεωροῦσε ὁ ἄνθρωπος εἶναι «καταδικασμένος νὰ εἶναι ἐλεύθερος» καὶ δὲν ὑπάρχει κανένα παρελθὸν καὶ κανένα «τραῦμα», ποὺ νὰ μπορεῖ νὰ δικαιολογήσει τὴν τρέχουσα συμπεριφορά μας. Ἡ προσπάθεια νὰ ρίξουμε τὸ φταίξιμο στὶς συνθῆκες εἶναι αὐτὸ ποὺ ὁ Σάρτρ ὀνόμασε «κακὴ πίστη» (mauvaise foi) — ἕνα ψέμα, ποὺ λέμε στὸν ἑαυτό μας γιὰ νὰ μὴ ἀντικρύσουμε τὸ τρομακτικὸ βάρος τῆς ἐλευθερίας μας. Εἴμαστε ἀπολύτως ὑπεύθυνοι γιὰ αὐτὸ ποὺ εἴμαστε, καὶ κάθε μας πράξη ἀποτελεῖ μία ἐλεύθερη ἐπιλογή. Ἡ συζήτηση γιὰ τὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξη καὶ τὴν κοινωνικὴ πρόοδο ἔχει νόημα μόνο ἐὰν ὑποθέσουμε, ὡς γενικὴ ἀρχή, ὅτι εἴμαστε ἐλεύθεροι νὰ ἐπιλέξουμε τὴ συμπεριφορά μας. Ἂν εἴμαστε ἁπλῶς ἕρμαια τοῦ παρελθόντος μας, τότε κάθε διάλογος γιὰ ἠθική, δικαιοσύνη καὶ ἀλλαγὴ εἶναι ἄσκοπος.
Ἡ Παραγωγὴ τῆς Πραγματικότητος μέσῳ τῶν Στάσεών μας
Ἀντί, λοιπόν, νὰ θεωροῦμε ὅτι εἴμαστε τὰ θύματα μίας ἐχθρικῆς πραγματικότητας, ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ἐμεῖς οἱ ἴδιοι, μὲ τὶς καθημερινές μας στάσεις, τὶς ἐπιλογὲς καὶ τὶς παραλείψεις μας, παράγουμε καὶ συντηροῦμε τὴν πραγματικότητα αὐτή. Αὐτὸ ποὺ συχνὰ ὀνομάζουμε «ἑλληνικὸ τραῦμα» ἢ «παθογένεια τοῦ συστήματος» δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὸ χειροπιαστό, συνολικὸ ἀποτέλεσμα τῶν δικῶν μας ἀτομικῶν ἐπιλογῶν, ὅπως φαίνεται σὲ ἁπτά, καθημερινὰ παραδείγματα τῆς ἑλληνικῆς πραγματικότητας, ὅταν π.χ. καταγγέλλουμε τὴ διαφθορὰ τῶν πολιτικῶν καὶ τὴν κατάρρευση τοῦ κράτους δικαίου, ἀλλὰ τὴν ἴδια στιγμὴ ἀναζητοῦμε «μέσον» ἢ πολιτικὸ ρουσφέτι. Διαμαρτυρόμαστε γιὰ τὴν ὑποβάθμιση τοῦ συστήματος ὑγείας ἢ τῆς παιδείας, ἀλλὰ θεωροῦμε φυσιολογικὸ νὰ φορο-διαφεύγουμε συστηματικά, ἢ ἀκόμα ἐξανιστάμεθα γιὰ τὴν ἔλλειψη ὁδικῆς ἀσφάλειας καὶ τὴν ἐγκληματικότητα στοὺς δρόμους, ἀλλὰ οἱ ἴδιοι παραβιάζουμε τὸν κώδικα ὁδικῆς κυκλοφορίας.
Σὲ ὅλα αὐτὰ τὰ παραδείγματα, ἡ πραγματικότητα δὲν μᾶς ἐπιβάλλεται ἀπὸ κάποια ἐξωτερική, τραυματικὴ δύναμη. Τὴ συνδημιουργοῦμε. Ἡ καχυποψία, ἡ ἔλλειψη ἐμπιστοσύνης πρὸς τοὺς θεσμοὺς καὶ ὁ κοινωνικὸς καννιβαλισμὸς δὲν εἶναι «συμπτώματα PTSD τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ»· εἶναι οἱ ἄμεσες συνέπειες τῆς δικῆς μας ἐπιλογῆς νὰ προτάξουμε τὸ στενό, ἀτομικὸ ἢ οἰκογενειακό μας συμφέρον ἔναντι τοῦ κοινοῦ καλοῦ. Εἴμαστε οἱ ἀρχιτέκτονες τοῦ ἐρειπίου, γιὰ τὸ ὁποῖο παραπονιόμαστε.
Ἡ Ὀρθόδοξος Προοπτική: Τὸ Αὐτεξούσιον καὶ ἡ Ἐλευθερία τοῦ Θελήματος
Αὐτὴ ἡ φιλοσοφικὴ καὶ ἐπιστημονικὴ παραδοχὴ τῆς ἐλευθερίας βρίσκει τὴν ἀπόλυτη καὶ βαθύτερη δικαίωσή της στὴν Ὀρθόδοξη θεολογικὴ ἀνθρωπολογία. Σύμφωνα μὲ τὴν πατερικὴ παράδοση, ὁ ἄνθρωπος δημιουργήθηκε «κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσιν» Θεοῦ. Τὸ κεντρικὸ συστατικὸ αὐτοῦ τοῦ «κατ’ εἰκόνα» εἶναι τὸ αὐτεξούσιο — ἡ ἀπόλυτη, θεόσδοτη ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου. Γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη πίστη, ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι ἕρμαιο τῶν φυσικῶν νόμων, τῶν ἐνστίκτων του, τῆς κληρονομικότητας ἢ τῶν κοινωνικῶν συνθηκῶν. Τὸ αὐτεξούσιο σημαίνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι κύριος τῶν πράξεών του, ἔχει τὴν πλήρη ἱκανότητα νὰ διαμορφώνει τὸ θέλημά του καὶ νὰ καθορίζει τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ἐπιθυμεῖ νὰ ὑπάρχει. Ὅπως σημειώνει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, τὸ αὐτεξούσιο εἶναι ἡ λογικὴ ἐλευθερία ποὺ ἐπιτρέπει στὸν ἄνθρωπο νὰ στρέφεται εἴτε πρὸς τὸ ἀγαθὸ εἴτε πρὸς τὸ κακό, χωρὶς κανένα ἐξωτερικὸ καταναγκασμό.
Ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξη ἄποψη, ἡ στάση ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου δὲν μπορεῖ νὰ καθοριστεῖ ἀπὸ τὶς ἐξωτερικὲς συνθῆκες, ὅσο ὀδυνηρὲς κι ἂν εἶναι αὐτές. Οἱ μάρτυρες καὶ οἱ ὅσιοι τῆς Ἐκκλησίας ἀποτελοῦν τὴν τρανταχτὴ ἀπόδειξη αὐτῆς τῆς ἀλήθειας: βρέθηκαν μέσα σὲ συνθῆκες ἀκραίου διωγμοῦ, βασανιστηρίων, φυλακίσεων καὶ ἀπόλυτης πτώχειας, κι ὅμως ἡ ἐσωτερική τους ἐλευθερία παρέμεινε ἀνέπαφη. Δὲν «τραυματίστηκαν» πνευματικὰ μὲ τὴν ἔννοια τῆς ἀλλοίωσης τοῦ θελήματός τους. Ἀντίθετα, ἐπέλεξαν τὴν ἀγάπη, τὴ συγχώρεση καὶ τὴν ἐσωτερικὴ εἰρήνη μέσα στὸ καμίνι τῶν δοκιμασιῶν. Ἡ θεολογία μᾶς διδάσκει ὅτι ἡ μόνη πραγματικὴ αἰχμαλωσία εἶναι ἡ αἰχμαλωσία τῆς ἁμαρτίας, ἡ ὁποία ὅμως δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα τῶν ὅσων μᾶς κάνουν οἱ ἄλλοι, ἀλλὰ τῆς δικῆς μας ἐλεύθερης συγκατάθεσης.
Κατακλείς: Ἡ ἀνάγκη Μετανοίας ὡς ἀλλαγὴ Κοσμοαντιλήψεως
Συμπερασματικά, τὸ νὰ θεωροῦμε ὅτι εἴμαστε συλλογικὰ τραυματισμένοι ὡς λαὸς δὲν εἶναι ἁπλῶς ἐννοιολογικὰ καὶ ἐπιστημονικὰ ἐσφαλμένο· εἶναι μία πράξη βαθιᾶς πνευματικῆς καὶ πολιτικῆς δειλίας. Ἡ θεωρία τοῦ συλλογικοῦ τραύματος λειτουργεῖ ὡς τὸ ἀπόλυτο ἰδεολογικὸ ναρκωτικό: μᾶς ἐπιτρέπει νὰ κλαῖμε πάνω ἀπὸ τὶς πληγές μας, νὰ αὐτοοικτιρόμαστε, νὰ καταγγέλλουμε τὸ «σύστημα» καὶ τὴν «ἱστορία», παραμένοντας ὅμως ἀκίνητοι, βολικὰ ἐγκατεστημένοι στὴν παθητικότητά μας. Δὲν ἔχουμε τραῦμα, ἀμετανόητοι εἴμαστε! Αὐτὴ εἶναι ἡ σκληρὴ, ἀλλὰ λυτρωτικὴ ἀλήθεια. Τὸ οὐσιῶδες πρόβλημα τῆς κοινωνίας μας δὲν εἶναι μία ψυχιατρικὴ διαταραχὴ ποὺ ἀπαιτεῖ κλινικὴ θεραπεία, ἀλλὰ μία πνευματικὴ καὶ ἠθικὴ στάση ποὺ ἀπαιτεῖ μετάνοια.
Ἡ λέξη «μετάνοια», στὴν αὐθεντική της ἐτυμολογικὴ καὶ θεολογικὴ σημασία, δὲν σημαίνει μία στείρα ἐνοχή, μία ἠθικοπλαστικὴ τύψη ἢ ἕνα παθητικὸ κλάμα γιὰ τὸ παρελθόν. Σημαίνει «μετὰ-νοῶ», δηλαδὴ ἀλλάζω τὸν νοῦ μου, ἀλλάζω τὸν τρόπο ποὺ σκέπτομαι, ἀλλάζω ριζικὰ τὴν κοσμοαντίληψή μου. Μετάνοια σημαίνει νὰ σταματήσω νὰ βλέπω τὸν κόσμο ὡς μία ἐχθρικὴ πραγματικότητα πού μοῦ χρωστάει ἢ μὲ ἀδικεῖ, καὶ νὰ κατανοήσω ὅτι ἐγὼ ὁ ἴδιος εἶμαι ὑπεύθυνος γιὰ τὴν κατάσταση τοῦ κόσμου. Σημαίνει νὰ ἐγκαταλείψω τὴν κουλτούρα τοῦ θύματος καὶ νὰ ἀναλάβω τὸ βάρος τοῦ αὐτεξουσίου μου. Ἡ ἔξοδος ἀπὸ τὴν κρίση—εἴτε αὐτὴ εἶναι ἀτομική, εἴτε κοινωνική, εἴτε ἐθνική—δέν θὰ ἔλθει μέσα ἀπὸ τὸ ντιβάνι τοῦ ψυχοθεραπευτῆ ποὺ μᾶς δικαιώνει ἀναδρομικά, οὔτε μέσα ἀπὸ τὰ βίντεο τοῦ TikTok ποὺ μᾶς χαϊδεύουν τὰ αὐτιά. Θὰ ἔλθει μόνο ὅταν ἀποφασίσουμε, ὡς ἐλεύθερα καὶ ὑπεύθυνα ὑποκείμενα, νὰ ἀλλάξουμε στάση ζωῆς, νὰ ἀναλάβουμε τὴν ἀτομική μας εὐθύνη γιὰ τὸ συνολικὸ ἀποτέλεσμα καὶ νὰ ζήσουμε μὲ ὅρους ἀληθινῆς ἐλευθερίας.




