Ερμηνεία εις τον Κανόνα της Υπαπαντής του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.

Share:

 

Του Οσίου Πατρός ημών Νικοδήμου του Αγιορείτου

Προλεγόμενα του Κανόνος της Υπαπαντής

 

Και ποιος άραγε είναι τόσον οκνηρός εις τα θεία, και τόσον μισοθεάμων εις τα χαριέστατα θεάματα, ώστε να μη παρουσιασθή εις την θείαν τάυτην πανήγυριν της Υπαπαντής του Κυρίου; ή, ίνα είπω κατά την Παροιμίαν, τις ήθελεν έλθη κατόπιν μιας τοιαύτης χαριεστάτης εορτής; ή μάλλον ειπείν, ποιος δεν ήθελε σπουδάση να προλάβη με κάθε λογής τρόπον διά να ιδή τον Δεσπότην Χριστόν, ος τις ως βρέφος τεσσαρακονθήμερον εν τω ναώ μεν κατά τον Νόμον προσάγεται, υπό δε του θεσπεσίου γέροντος Συμεών εναγκαλίζεται;

Ουδείς βέβαια. Βαβαί διά τας χάριτας και τα θαύματα όπου περιέχει η παρούσα πανήγυρις! Εδώ η Παρθένος φαίνεται πολλά ενθεωτάτη διότι βλέπει με ένα βλέμμα συγκεκραμένον με χάριν ομού και αιδώ, διότι στέκεται εις το έδαφος του ναού παρθενικώς άμα και βασιλικώς, και τοσούτον είναι μακράν από το να βαρύνεται η αγκάλη της υπό του βασταζομένου βρέφους, ώστε από το βρέφος μάλλον αυτή ελαφρύνεται. Εδώ το βρέφος φαίνεται πολλά ωραίον κατά το κάλλος παρά τους Υιούς των ανθρώπων, χαίρον απαλώς εις τας αγκάλας της Μητρός, και επιστρέφον τους οφθαλμούς του προς αυτήν με όλα τα βλέφαρα.

Εδώ φαίνεται και ο γηραιός Συμεών, όλον ζαρωμένον και κατάξηρον έχων το πρόσωπον, εις τρόπον ότι, όποιος τούτον έβλεπεν ήθελε τον παρομοιάση με την σκιάν, αυτός όμως έχει ερρωμένους και πόδας και χείρας και φωνήν, όθεν με τους πόδας μέν προϋπαντά το παντοδύναμον βρέφος, με τας χείρας δε ευλαβώς ομού και χαρμοσύνως τούτο εναγκαλίζεται, και με την φωνήν ζητεί την απόλυσιν. Εδώ και η γηραιά Άννα, λησμονήσασα το γηρατείον της, δοξολογεί νοερώς και ευχαριστεί τον Θεόν. Διά τούτο λοιπόν και ημείς, επειδή πρότερον εν τη εορτή των Θεοφανείων απελούσθημεν νοερώς εν τω Ιορδάνη, και από τους των αμαρτιών μολυσμούς εκαθαρίσθημεν διά του Βαπτίσματος, και λευκήν στολήν ενεδύθημεν, αυτόν τον Σωτήρα Χριστόν ενδυθέντες, διά τούτο ας ετοιμασθώμεν και τώρα να προϋπαντήσωμεν το προαιώνιον βρέφος εις τον ναόν εισερχόμενον, ας εισέλθωμεν μέσα εις το εσώτερον του καταπετάσματος, και ας ιστορήσωμεν λεπτομερώς όλην της εορτής την υπόθεσιν. Και επειδή έχομεν χοροστάτην και αρχηγόν της πανηγύρεως ταύτης τον υμνογράφον Κοσμάν, τούτου χάριν, μαζί με αυτόν ας μελωδώμεν άμα και ας θεωρώμεν διά του παρόντος Κανόνος τα της εορτής ταύτης Μυστήρια133.

 

133. Σημειούμεν ενταύθα ότι λόγους πανηγυρικούς έχουσιν εις την εορτήν ταύτην της Υπαπαντής, πολλοί Πατέρες, οι τινες εισίν ούτοι. Αμφιλόχιος Επίσκοπος Ικονίου λόγον έχει, ού η αρχή «Πολλοί των μεγάλων ανθρώπων» Μεθόδιος Επίσκοπος και Μάρτυς λόγον, ού η αρχή «Πάλαι ικανώς ως οιόντε» Ο Χρυσόστομος λόγον, ου η αρχή «Ού μόνον Φορεί σάρκα ο Κύριος ημών» έτερον, ού η αρχή «Φαιδρόν ημίν σήμερον το θέατρον» Κύριλλος Ιεροσολύμων λόγον, ού η αρχή «Χαίρε σφόδρα θύγατερ Σιών» Κύριλλος ο Αλεξανδρείας, ου η αρχή «Πολλή μέν λίαν η άνοδος» Γρηγόριος ο Νεοκαισαρείας λόγον, ου η αρχή «Τα της παρούσης ιεράς πανηγύρεως», Γρηγόριος ο Παλαμάς λόγον, ου η αρχή «Την μέν προγονικήν εκείνην αράν τε και καταδίκην» Ιωάννης ο Ζωναράς λόγον, ού η αρχή «Πάλιν τοις ευσεβέσι πανήγυρις, και πάλιν Μυστήριον έτερον». Σώζονται οι μέν εν τη μεγίστη Λαύρα, οι δε εν τη του Βατοπαιδίου, οι δε εν τη των Ιβήρων, οι δε εν τη του Διονυσίου εν τω Πρωτάτω και εν άλλαις μοναίς.

 

Ωδή α΄. Ήχος γ΄. Ο Ειρμός.

 

Χέρσον αβυσσοτόκον πέδον Ήλιος επεπόλευσε ποτέ, ωσεί τείχος γάρ επάγη, εκατέρωθεν ύδωρ λαώ πεζοποντοπορούντι και θεαρέστως μέλποντι, άσωμεν τω Κυρίω, ενδόξως γάρ δεδόξασται.

 

Ερμηνεία

Άββυσος είναι σύστημα πολλών υδάτων, το οποίον συνειθίζομεν να ονομάζωμεν και βυθόν134. Η άβυσσος δε αυτή εξ ανάγκης πρέπει να επιστηρίζεται επάνω εις κανένα σώμα στερεόν, διά να βαστάξη την ολισθηράν και ευδιάλυτον φύσιν του ύδατος, άλλο δε τοιούτον στερεόν σώμα δεν είναι υποκάτω των υδάτων, παρεξ η γή, ήτις είναι όλων των υδάτων στερεωτέρα. Αυτή λοιπόν η γή είναι σκεπασμένη από τα νερά, και διά τούτο φαίνεται ως Μήτηρ της αβύσσου, διά το σχήμα όπου έχει, βαθουλωτή γάρ ούσα, ομοιάζει με κοιλίαν Μητρός, και περισφίγγει μέσα εις τον εαυτόν της το νερόν ως βρέφος, όθεν εκ τούτου δικαίως εδώ ωνομάσθη αβυσσοτόκος από τον Μελωδόν, διότι φέρει εγγαστρωμένη μέσα της την άβυσσον και ταύτην γεννά.

Και τούτο ίσως θέλει να φανερώση ο Θεός λέγων προς τον Ιώβ «Έφραξα δε θάλασσαν πύλαις (ήτοι ταίς εμαίς προσταγαίς), ότε εμαίμασσεων (ή εμαιούτο) εκπορευομένη» (Ιωβ. λη΄8). Αρμοδιώτερον δε είναι να νοήται Μήτηρ της θαλάσσης η γή, υποβάθρα ούσα και της θαλάσσης και της αβύσσου, πάρεξ η άβυσσος, ως άλλος ηρμήνευσεν.

Ταύτην λοιπόν την γήν και τον αβυσσοτόκον πάτον των υποκάτω των υδάτων της ερυθράς θαλάσσης ευρισκόμενον επεπόλευσεν : ήτοι είδε μίαν φοράν ο Ήλιος, όχι διά μέσου των υδάτων της θαλάσσης, ούτω γάρ κάθε ημέραν βλέπει και διαπερνά αυτόν, αλλά είδε και διεπέρασεν αυτόν αμέσως, χωρίς να είναι επάνω νερόν. Πότε δε τον αβυσσοτόκον εκείνον πάτων της ερυθράς είδεν ο Ήλιος; Όταν εσχίσθη η ερυθρά θάλασσα διά της ράβδου του Μωϋσέως, και επέρασαν οι Ισραηλίται τον πάτον αυτής χέρσον και ξηρόν, γέγραπται γάρ ότι το νερόν της ερυθράς εστέκετο μέρος μέν από τα δεξιά των Ισραηλιτών, μέρος δε από τα αριστερά, «Και το ύδωρ αυτοίς τείχος εκ δεξιών, και τείχος εξ ευωνύμων» (Έξ. ιδ΄29). Διά τί δε επάγη ωσεί τείχος το ύδωρ και από το ένα μέρος και από το άλλον; Διά χάριν του Ισραηλιτικού λαού, ός τις πεζός και με γυμνά πόδια επέρασε την θάλασσαν, και έψαλλε θεαρέστως «Άσωμεν τω Κυρίω ενδόξως γάρ δεδόξασται» (Έξ. ιε΄1).

134. Όρα περί τούτου εις την ερμηνείαν του «Βυθού ανεκάλυψε πυθμένα», του Ειρμού της πρώτης Ωδής του πεζού Κανόνος των Θεοφανείων».

Previous Article

«Φῶς εἰς ἀποκάλυψιν ἐθνῶν»

Next Article

Oμιλία εις την Υπαπαντήν του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού