Εἰς μνήμην Ἀντωνίας Γοργόλη

Share:

«Καί πάντα ὅσα ἐὰν αἰτήσητε ἐν τῇ προσευχῇ πιστεύοντες, λήψεσθε» (Ματθ. κα΄ 22).

«Οἴδαμεν δὲ ὅτι ἁμαρτωλῶν ὁ Θεὸς οὐκ ἀκούει» (Ἰωάν. θ΄ 31).

Ἄνθρωποι σ’ ὅλη τὴν Ἑλλάδα προσηύχοντο. Κι’ ὅμως δὲν εἰσακούστηκαν οἱ προσευχές τους. Ἄτομα μεμονωμένα ἀλλὰ καὶ συλλογικά, ἁπλοῖ, λαϊκοί, κληρικοί, μοναχοί, ὥς καὶ στὸ Ἅγιον Ὄρος ἐπιστρατεύθηκαν καὶ προσευχήθηκαν γιὰ τὴν ἀδελφή μας Ἀντωνία. Καὶ ὅμως ὁ Θεὸς ποὺ εἶπε τό· «αἰτεῖτε, καὶ δοθήσεται», δὲν ἱκανοποίησε τὸ αἴτημά μας. Μήπως ἐφαρμόστηκε τὸ ἄλλο χωρίο, τό· «ἁμαρτωλῶν προσευχὰς οὐκ ἀκούει ὁ Θεός»; Αὐτοὶ οἱ προβληματισμοὶ αἰωροῦνται στὶς ἀνθρώπινες σκέψεις. Ἕνα εἶναι ὅμως γεγονός· Στὰ «γιατὶ» τῶν ἀνθρώπων ὁ Θεὸς δὲν ἀπαντᾶ.

Ποιὰ ἦταν ὅμως ἡ μαμά, ἡ γιαγιά, ἡ θεία, καὶ γιὰ τοὺς περισσοτέρους ἡ κ. Ἀντωνία Γοργόλη; Μὲ ἁπλὲς σκέψεις θὰ τολμήσω νὰ γράψω μερικὰ λόγια μὲ τὸ θάρρος τῆς πολυετοῦς γνωριμίας μας.

α) Ἦταν ἄνθρωπος θυσίας καὶ προσφορᾶς. Ἕνα ἁπλὸ παράδειγμα. Στὸ καθαριστήριο ὅταν ἦταν, τὸ καθάρισμα τῶν ρούχων τῶν ἱεραποστολικῶν προσώπων, τῶν ἱερέων καὶ τῶν μοναχῶν, παρ’ ὅλη τὴν φτώχειά της, ἦταν ἐντελῶς δωρεάν. (Ὁ Θεὸς τὴν ἀξίωσε νὰ καθαρίση πολλῶν κληρικῶν ἐκτὸς τῶν ράσων ἀλλὰ καὶ τῶν ἀμφίων, -τὰ ἱερὰ ὅπως τὰ ὀνόμαζε ἐκείνη- μεταξὺ αὐτῶν ἀναφέρω δύο ἀγωνιστῶν τῆς ὀρθοδόξου πίστεως τοῦ Μητρ. Φλωρίνης Αὐγουστίνου καὶ τοῦ Ἀρχιμανδρίτου Μάρκου Μανώλη). Καὶ αὐτὸ δὲν συνέβαινε μόνον στὸν καιρὸ ποὺ τὰ οἰκονομικά τους ἦταν κάπως καλά, ἀλλὰ πάντοτε.

β) Ἄνθρωπος ἀφιλοχρήματος. Παράδειγμα: Ὁ ἀδελφός της ὁ Παναγιώτης, ποὺ διέμενε μονίμως στὴν Ἀμερική, ἦλθε στὴν Ἑλλάδα καὶ λίγο πρὶν ἀρρωστήσει καὶ μπῆ στὸ νοσοκομεῖο τῆς ἔδωσε ἕνα φάκελλο γεμᾶτο μὲ μερικὲς χιλιάδες δολλάρια. Δὲν τῆς εἶπε συγκεκριμένο λόγο. Μόνον τῆς εἶπε·

– Πάρτα, αὐτά, καὶ κάντα ὅ,τι θέλεις.

Καὶ ἡ ἀδελφή μας Ἀντωνία ἔγινε καλὸς διαχειριστής, τῶν χρημάτων αὐτῶν. Ἀπέδειξε τὴν ἀρχοντιά της καὶ τὴν ἀνωτερότητά της. Δὲν κράτησε οὔτε ἕνα δολλάριο γιὰ τὸν ἑαυτό της καὶ γιὰ τὶς οἰκογενειακές της ἀνάγκες. Τὰ ἔδωσε ὅλα εἰς «μνημόσυνον αἰώνιον» τοῦ ἀδελφοῦ της σὲ διαφόρους φορεῖς καὶ ἀναγκεμένα ἄτομα.

γ) Ἦταν ἄνθρωπος μὲ ἐκκλησιαστικὰ ἐνδιαφέροντα. Παρακολουθοῦσε μὲ μέγιστο ἐκκλησιαστικὸ ἐνδιαφέρον τὰ τεκταινόμενα στὴν καθόλου Ἐκκλησία. Ὅσες παρεκτροπὲς γίνονται μὲ διαφόρους αἱρετικοὺς καὶ ἀλλόθρησκους, προερχόμενες εἴτε ἀπὸ ἄτομα εἴτε ἀπὸ θεσμούς. Ἦταν συνδρομήτρια σὲ διάφορα Ἐκκλησιαστικὰ ἱεραποστολικὰ ἀγωνιστικὰ περιοδικὰ καὶ ἐφημερίδες, καὶ ἕνεκα τούτου ἡ ἐνημέρωσίς της ἦταν σὲ βάθος.

Τακτικωτάτη ἀκροάτρια θρησκευτικῶν ὁμιλιῶν σὲ αἴθουσες καὶ ναοὺς ἀπὸ θεολόγους κληρικοὺς καὶ λαϊκούς. Ἀκροωμένη καὶ ἀναγινώσκουσα πλεῖστα ὅσα θρησκευτικὰ περιοδικὰ καὶ βιβλία, κατέστη μία ψυχὴ θεολογοῦσα, μὲ πολλὲς γνώσεις, χωρὶς νὰ ἔχη πάει σὲ πανεπιστήμιο καὶ νὰ ἔχη σπουδάσει τὴν ἱερὰ ἐπιστήμη τῆς θεολογίας. Ἡ πνευματική της κεραία λειτουργοῦσε μὲ μεγάλη ἐνάργεια.

Συμμετεῖχε σὲ δυναμικὲς ἀγωνιστικὲς συγκεντρώσεις καὶ συλλαλητήρια γιὰ τὴν κάθαρσι τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τυχὸν ἀναξίους κληρικούς.

δ) Ἦταν ἐλεήμων. Τὸ βαλάντιο της ἦταν πάντα ἄδειο· ἢ θὰ τῆς τὸ εἶχαν κλέψει —καὶ αὐτὸ συνέβη πολλὲς φορές—, ἢ ἀπὸ τὶς ἐλεημοσύνες. Ἀποδέκτες τῶν ἐλεημοσυνῶν της ἦταν διάφοροι φορεῖς: Ἀδελφότητες, μοναστήρια, μεμονωμένα ἄτομα· ἐν οἷς καὶ ὁ ὑποφαινόμενος.

—Τάσσο, μοῦ ἔλεγε, ἔχουμε μόνον 150 εὐρὼ καὶ εἴμαστε στὸ μέσον τοῦ μηνός! Ὁ Θεὸς νὰ εὐλόγηση νὰ φθάσουν μέχρι τὸ τέλος τοῦ μηνός.

Ἦταν ἀδύνατον νὰ πήγαινες στὸ σπίτι της καὶ νὰ μὴ σὲ «φόρτωνε» τουλάχιστον ἕνα ταπεράκι μὲ φαγητό. Ἡ ἀρχοντικὴ γεμάτη καρδιά της σὲ γέμιζε καὶ σένα μὲ τὰ πλούσια δῶρα της. Ἀπὸ τὸ καθαριστήριο δὲν ἔφευγε κανένας ἀναγκεμένος – φτωχὸς μὲ ἄδεια χέρια.

ε) Ἦταν χριστιανὴ μὲ συνειδητὴ μυστηριακὴ ζωή. Ὁ ἐκκλησιασμός της ἀνελλιπής. Καὶ ὅταν δὲν ὑπῆρχε λειτουργία ἄνοιγε τὰ λειτουργικά της βιβλία καὶ παρακολουθοῦσε συμμετέχοντας σὲ ὅλες τὶς ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἱερὰ ἐξομολόγησις ἀπαραίτητη. Τακτικὰ ἔπαιρνε τὸ καραβάκι ἀπὸ τὴν Σαλαμῖνα καὶ πήγαινε στὸν Πειραιὰ καὶ ἐκεῖ στὸν Ἅγιο Κωνσταντῖνο σὲ κάποιον εὐλαβῆ λειτουργὸ τοῦ Ὑψίστου ἐναπέθετε τὰ προσωπικὰ ψυχικά της βάρη. Ἡ δὲ θεία κοινωνία ἀπαραίτητη καὶ σχεδὸν σὲ κάθε της ἐκκλησιασμό. Ἡ νηστεία της σύμφωνα μὲ τὶς διατάξεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας.

Στὶς τυχὸν παρεξηγήσεις, μὲ ὁποιοδήποτε πρόσωπο, πρώτη αὐτὴ ζητοῦσε συγγνώμην καὶ ἂς μὴ ἔφταιγε ἡ ἴδια. Καὶ ἐδῶ ἐφάρμοζε ἐκεῖ­­νο ποὺ λέει ἡ εὐχὴ τῆς θείας Μεταλήψεως· «Πρῶτον καταλλάγηθι τοῖς σὲ λυποῦσιν».

Κάθε πρωὶ καὶ ἀπόγευμα, ποὺ κατέβαινε ἀπὸ τὴν Κυψέλη, ὅπου ἡ κατοικία της, στὴν ὁδὸ Κορδιγκτῶνος, ὅπου ἡ ἐργασία της, πήγαινε μὲ τὰ πόδια. Καὶ τοῦτο διὰ δύο κυρίως λόγους· Ὁ πρῶτος γιὰ ἄσκησι καὶ ὁ δεύτερος νὰ ἀξιοποιηθῆ ὁ χρόνος. Δὲν ἄφηνε τὸν χρόνο της νὰ περνᾶ ἄσκοπα. Ἡ θὰ ἔλεγε τὴν μονολόγιστη εὐχή, τὸ «Κύριε, Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με», ἢ τὸν «Ἑξάψαλμο», ἢ τὸ «Ἀπόδειπνο», ἢ τοὺς «Χαιρετισμοὺς» τῆς Θεοτόκου, ποὺ κατώρθωσε ὅλα αὐτὰ νὰ τὰ μάθη ἀπ’ ἔξω, ἀπὸ στήθους.

στ) Ἦταν μάρτυρας. Χωρὶς νὰ καταχρῶμαι τὴν ὑπομονή σας θὰ κλείσω αὐτὴ τὴν φτωχή μου ἀναφορὰ μὲ αὐτὸ τὸ τελευταῖο.

Τὴν τελευταία της δοκιμασία τὴν δέχθηκε μὲ ὑπομονὴ καὶ καρτερία, χωρὶς παράπονα καὶ γογγυσμούς, ὡς ἐπίσκεψι τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Ἡ προσευχή της ἦταν ὄχι νὰ τὴν θεραπεύση ὁ Χριστός, ἀλλὰ νὰ τὴν δώση ὑπομονὴ καὶ νὰ τὴν ἐνδυνάμωση στὴν ἀντιμετώπισι τῶν σατανικῶν ἐπισκέψεων – πειρασμῶν. Τὴν τελευταία ἡμέρα πρὸ τῆς διασωληνώσεως, σὰν νὰ προεγνώριζε τὴν κοίμησί της, ἐπιδίωξε νὰ τηλεφωνηθῆ μὲ ὅλα τὰ ἀγαπητά της πρόσωπα, νὰ δώση στὸ καθένα τὴν τελευταία της συμβουλή, καὶ παράλληλα νὰ ζητήση συγγνώμην καὶ νὰ πῆ τὸ «σ’ ἀγαπῶ».

Ἔδειξε θάρρος καὶ καρτερία ἀνηφορίζοντας τὸν προσωπικό της Γολγοθᾶ. Καὶ δυστυχῶς, καὶ γι’ αὐτήν, δὲν μπόρεσε νὰ βρεθῆ ἕνας Κυρηναῖος. Ὅλα ὅσα ἔμαθε ὅλα τὰ χρόνια σὰν πιστὴ μαθήτρια Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅλα αὐτὰ τὰ ἐφάρμοσε στὸ κρεβάτι τοῦ πόνου μὲ πᾶσαν ἀκρίβειαν. Θὰ μποροῦσε καὶ αὐτὴ νὰ πῆ, χωρὶς ὑπερβολή, ὅπως ὁ Ἀπόστολος Παῦλος· Χριστέ μου, «τὸν ἀγῶνα τὸν καλὸν ἠγώνισμαι, τὸν δρόμον τετέλεκα, τὴν πίστιν τετήρηκα· λοιπὸν ἀποκεῖ­ταί μοι ὁ τῆς δικαιοσύνης στέφανος» (Β΄ Τιμ. δ΄ 7-8).

Ἀδελφή, Ἀντωνία· πορεύου στὴν αἰώνια ζωή, στὸν παράδεισο. Ἐκεῖ σὲ περιμένουν ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς ἁγίους ποὺ εὐλαβεῖσο ὑπερβολικά, ἀλλὰ καὶ ὅλοι ὅσοι ἐχόρτασαν καὶ ξεδίψασαν ἀπὸ τὰ χέρια σου. Ὅλοι οἱ ἀναγκεμένοι, ποὺ γι’ αὐτοὺς εἶχες μία ὑπερευαισθησία. Μπορεῖ νὰ μὴ εἶχες τὴν δυνατότητα νὰ πᾶς στὴν φυλακὴ νὰ ἐπισκεφθῆς τὸν φυλακισμένο Χριστό, ὅμως στὸ κρεβάτι τοῦ πόνου Τὸν ἐπισκέφθηκες καὶ τοῦ εἶπες ἕνα παρήγορο λόγο· Τὸν εἶδες γυμνὸ καὶ Τὸν ἔντυσες, Τὸν εἶδες πεινασμένο καὶ διψασμένο Τὸν τάϊσες καὶ Τὸν πότισες. Ἄρα ὁ Κύριος τῆς δόξης δικαίως θὰ σοῦ πῆ: «Ἐφ’ ὅσον ἐποίησες ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποίησες», «Εἴσελθε εἰς τὴν χαρὰν τοῦ Κυρίου σου».

Ἀναστάσιος Νούσκαλης

Previous Article

Πώς ο Δήμος Αθηναίων θέλει να δημιουργήσει “νέες” οικογένειες

Next Article

Τοιαῦται ἐνθρονίσεις δικαιώνουν τὴν Μόσχαν