Μὲ πόνο ἀλλὰ καὶ μὲ εὐγνωμοσύνη, ἀνακοινώνουμε ὅτι στὶς 14 Φεβρουαρίου, κοιμήθηκε ὁ Γέροντά μας, ὁ Μητροπολίτης ἀπὸ Νέας Ζηλανδίας, πρώην Γάνου καὶ Χώρας Ἀμφιλόχιος, ὁ πατέρας ποὺ γνώρισαν οἱ λαοὶ τῆς Μαύρης Ἠπείρου καὶ τοῦ Εἰρηνικοῦ, τὸν φωτιστή ποὺ ἄναψε τὸ καντήλι τῆς Ὀρθοδοξίας στὰ πέρατα τοῦ κόσμου.
Γεννήθηκε πτωχὸς στὸ νησὶ τῆς Ρόδου τὸ 1938, μέσα σὲ μία οἰκογένεια ἁπλῆ, ποὺ ἔμαθε ἀπὸ νωρὶς νὰ στηρίζεται στὴν Πρόνοια τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν εὐχὴ τῆς Παναγίας. Ἀπὸ τὰ μαθητικά του χρόνια στὴν Πατμιάδα Ἐκκλησιαστικὴ Σχολὴ καὶ στὴ Θεολογικὴ Σχολὴ τῆς Χάλκης δέχτηκε τὸ μπόλιασμα τῆς ἱεραποστολῆς, κοντὰ σὲ ἁγιασμένες μορφὲς, ὅπως ὁ Ὅσιος Ἀμφιλόχιος Μακρῆς, ποὺ σφράγισαν τὴν πορεία του καὶ τοῦ ἐνέπνευσαν θυσιαστική ἀγάπη γιὰ τὸν ἄνθρωπο χωρὶς διακρίσεις.
Νέος κληρικός, ἄφησε τὴν πατρίδα του καὶ ξεκίνησε γιὰ τὴν Ἀφρική, στὴν Κένυα, στὴν Τανζανία καὶ κυρίως στὸ Κονγκό, ὅπου ἐργάστηκε ὡς ἄοκνος ἐργάτης τοῦ Εὐαγγελίου, ἱδρύοντας ἐνορίες, κατηχώντας, βαπτίζοντας, στηρίζοντας χῆρες, ὀρφανὰ καὶ πονεμένους ἀνθρώπους, κάνοντας τὴν Ἐκκλησία καταφύγιο γιὰ ὅσους δὲν εἶχαν κανένα. Ἐκεῖ, μέσα στὴ ζούγκλα καὶ στὶς πόλεις τῆς πτώχειας, ἔμαθε νὰ βλέπει στὸ πρόσωπο κάθε πεινασμένου, διψασμένου, ἀσθενοῦς καὶ φυλακισμένου τὸν ἴδιο τὸν Χριστό, καὶ νὰ θεωρεῖ ὅλους αὐτοὺς παιδιὰ καὶ ἀδέλφια του, γιὰ τὰ ὁποῖα προσευχόταν καθημερινὰ μὲ δάκρυα.
Τὸ 2005, ἡ Ἐκκλησία τὸν κάλεσε σὲ μία νέα, ἀνθρώπινα ἀκατόρθωτη ἀποστολή: ἐξελέγη Μητροπολίτης Νέας Ζηλανδίας, καὶ μὲ καρδιὰ νεανική, παρὰ τὴν ἡλικία του, δέχθηκε χωρὶς δισταγμό. Ἦλθε στὴν Ὠκεανία ὡς ἔμπειρος πνευματικὸς γεωργός, γιὰ νὰ σπείρει τὸν πρῶτο σπόρο τῆς Ὀρθοδοξίας σὲ χῶρες ποὺ δὲν εἶχαν ποτὲ γνωρίσει τὸν Χριστὸ μὲ ὀρθόδοξο τρόπο, στὰ Φίτζι, στὴν Τόνγκα καὶ στὴ Σαμόα, ὅπου φύτεψε τὶς πρῶτες κοινότητες πίστης, προσευχῆς καὶ εὐχαριστιακῆς ζωῆς.
Στὰ νησιὰ τοῦ Εἰρηνικοῦ καὶ στὴ Νέα Ζηλανδία, ἄνοιξε καινούριους δρόμους γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία, ὄχι μὲ θόρυβο καὶ ἐπιβολή, ἀλλὰ μὲ ταπείνωση, πραότητα καὶ γνήσια πατρικὴ στοργή. Ἔκτισε ἱεροὺς ναοὺς καὶ μοναστικὰ κέντρα, τὰ ὁποῖα ὁ ἴδιος χαρακτήριζε «καντήλι ἀναμμένο στὴ μέση τοῦ Ὠκεανοῦ», αἰώνιο σύμβολο θείας λατρείας καὶ προσευχῆς στὰ νησιὰ ποὺ ἄρχισαν νὰ μαθαίνουν τὴν Ζωὴ τῆς Ὀρθοδοξίας. Μέριμνά του δὲν ἦταν μόνο οἱ πέτρες τῶν ἐκκλησιῶν, ἀλλὰ οἱ «ζωντανοὶ ναοί»: οἱ ἄνθρωποι, οἱ οἰκογένειες, τὰ παιδιὰ ποὺ χρειάζονταν στήριξη, παρηγοριὰ καὶ ἐλπίδα.
Μὲ ἰδιαίτερη εὐαισθησία στάθηκε κοντὰ στὰ παιδιά, στὰ ὀρφανά, στοὺς περιθωριοποιημένους, δημιουργώντας ἔργα ἀγάπης, ὀρφανοτροφεῖα καὶ δομὲς φροντίδας, ὥστε κανένα παιδὶ νὰ μὴ νιώθει ἐγκαταλελειμμένο. Σὲ κάθε πληγωμένο, σὲ κάθε ρακένδυτο καὶ πονεμένο, ἔβλεπε μία εὐκαιρία νὰ προσφέρει τὸν Χριστό, ὄχι μὲ λόγια μόνο, ἀλλὰ μὲ ψωμί, μὲ ἕνα κρεβάτι, μὲ ἕνα χαμόγελο, μὲ μία ἀγκαλιά, μὲ τὴν προσωπική του παρουσία.
Γνώριζε ὅτι ἡ Ἐκκλησία ριζώνει μόνο, ὅταν ἀποκτᾶ τοπικὸ πρόσωπο, καὶ γι’ αὐτὸ ἀγωνίστηκε νὰ ἀναδειχθοῦν γηγενεῖς κληρικοί, κατηχητὲς καὶ ἐργάτες τοῦ Εὐαγγελίου, ὥστε τὰ νέα φυτὰ τῆς πίστης νὰ μὴ μείνουν ὀρφανά. Χειροτόνησε ἱερεῖς ἀπὸ τοὺς ἴδιους τούς λαοὺς τῆς Ὠκεανίας, εὐλόγησε μοναχοὺς καὶ ἀναγνῶστες, καὶ τοὺς ἐμπιστεύτηκε τὴν ἀποστολὴ τῆς συνέχισης τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, καθιστώντας τους συν-λειτουργοὺς καὶ ὄχι ἁπλοῦς βοηθούς του.
Ὅσοι τὸν γνώρισαν στὴν Ὠκεανία, Ἕλληνες καὶ ντόπιοι, ἔνιωθαν κοντά του ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ μία βεβαιότητα, ὅτι μποροῦν νὰ τὸν ἐμπιστευτοῦν καὶ νὰ τὸν ἀκολουθήσουν «στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ». Ἡ γαλήνη τοῦ προσώπου του, ἡ ἁπλότητα τοῦ λόγου του, ἡ προσευχητικὴ του σιωπή, ἔκαναν τὸν συνομιλητή του νὰ ἀνοίγει καρδιά, νὰ καταθέτει πληγές, νὰ βρίσκει κατεύθυνση καὶ νόημα, νὰ ξαναζωντανεύει ἡ ἐλπίδα. Κανένας ἄνθρωπος ποὺ τοῦ ἔστελνε ὁ Θεὸς δὲν ξεχνιόταν στὴ μνήμη καὶ στὴν προσευχή του. Ρωτοῦσε γιὰ ὅλους, χαιρόταν μὲ τὰ καλά τους καὶ ἐνέτεινε τὴν προσευχή του στὶς δυσκολίες τους.
Γι’ αὐτὸ καὶ σήμερα μποροῦμε νὰ ποῦμε χωρὶς δισταγμὸ ὅτι ὁ Γέροντας Ἀμφιλόχιος ὑπῆρξε ὁ φυσικὸς πνευματικὸς πατέρας τῶν παιδιῶν τῆς Ὠκεανίας, ὁ πατέρας ποὺ ἕνωσε στὸ ἴδιο ποτήριο τῆς Εὐχαριστίας ἀνθρώπους ἀπὸ τὴ Ρόδο, τὴν Ἀφρική, τὴ Νέα Ζηλανδία, τὰ Φίτζι, τὴν Τόνγκα καὶ τὴ Σαμόα. Ἔγινε γέφυρα μεταξὺ λαῶν, γλωσσῶν καὶ πολιτισμῶν, ἀποδεικνύοντας ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία δὲν εἶναι ξενικὸ ἔνδυμα, ἀλλὰ καρδιὰ ποὺ χωρᾶ τοὺς πάντες, ὅταν αὐτὴ κτυπᾶ «δι’ ἀγάπης ἐνεργουμένης».
Ὁ τρόπος τῆς ἐκδημίας του ὑπῆρξε γιὰ ὅλους μας μάθημα πνευματικῆς νηφαλιότητας καὶ προετοιμασίας. Ὁ Θεὸς ἐπέτρεψε νὰ ἔχουμε χρόνο νὰ συνειδητοποιήσουμε ὅτι πλησιάζει ἡ ὥρα του, ὥστε ὁ ἀνθρώπινος πόνος νὰ μεταμορφωθεῖ σὲ χαρὰ κατὰ Θεόν, σὲ εὐχαριστία γιὰ τὸ δῶρο ποὺ μᾶς χάρισε ἡ Ἐκκλησία μέσα ἀπὸ τὴν παρουσία του. Στὸ ἄκουσμα τῆς κοιμήσεώς του, ἡ στενοχώρια καλύφθηκε ἀπὸ τὴ βεβαιότητα ὅτι ὁ Γέροντάς μας δὲν χάθηκε, ἀλλὰ παραδόθηκε ὡς πολύτιμο δῶρο τῆς ἐπίγειας Ἐκκλησίας στὸν οὐράνιο Θρόνο, προσφέροντας πολλαπλασιασμένα τὰ τάλαντα ποὺ τοῦ ἐμπιστεύθηκε ὁ Κύριος.
Σήμερα, δὲν ἀποχαιρετοῦμε ἕνα «διοικητικὸ» Μητροπολίτη, ἀλλὰ ἕνα πατέρα ποὺ ἔζησε καὶ πέθανε γιὰ τὰ πνευματικά του παιδιά. Ἕνα ἄνθρωπο ποὺ ὑπῆρξε φωτεινή, πράα καὶ ταπεινὴ παρουσία, ποιμένας μὲ ἀνοικτὴ καρδιά, ὁ ὁποῖος στάθηκε δίπλα στὸν ἄνθρωπο χωρὶς διακρίσεις, ἀφήνοντας πίσω του ἕνα δυσαναπλήρωτο κενό, ἀλλὰ καὶ μία παρακαταθήκη πίστης, ἀγάπης καὶ ἀνιδιοτελοῦς προσφορᾶς.
Ἡ φωτογραφία του παραμένει σὲ κάθε ἐκκλησία τῆς Ὠκεανίας, ὄχι ὡς ἁπλὸ κειμήλιο, ἀλλὰ ὡς ζωντανὴ ὑπενθύμιση τῆς πατρικῆς του παρουσίας, ποὺ μᾶς καλεῖ νὰ συνεχίσουμε τὸν δρόμο ποὺ ἐκεῖνος ἄνοιξε. Ζεῖ στὶς καρδιές μας, ἐμπνέει τὶς σκέψεις καὶ τὰ ἔργα μας, στέκει μπροστάρης στὴν πορεία μας, καὶ μᾶς διδάσκει ὅτι ἡ ἀληθινὴ ἱεραποστολὴ δὲν εἶναι σχέδιο ἀνθρώπινης σοφίας, ἀλλὰ πίστις ποὺ ἐνεργεῖται διὰ τῆς ἀγάπης.
Ὡς σημερινὸς Μητροπολίτης Νέας Ζηλανδίας, στέκομαι νοητὰ ἐνώπιόν του μὲ βαθιὰ συγκίνηση καὶ εὐγνωμοσύνη, νιώθοντας ὅτι παρέλαβα ὄχι ἁπλῶς μία Μητρόπολη, ἀλλὰ μία κληρονομιὰ ἁγιότητας, κόπου, δακρύων καὶ θυσίας. Παρακαλῶ τὸν Θεὸ νὰ μὲ ἀξιώνει νὰ διακονῶ μὲ τὸ ἴδιο φρόνημα, νὰ φυλάξω ἄσβεστο τὸ καντήλι ποὺ ἐκεῖνος ἄναψε στὸν Εἰρηνικό, νὰ στηρίζω τοὺς ἀδελφούς μας τῆς Ὠκεανίας μὲ τὴν ἴδια πατρικὴ στοργή, νὰ συνεχίσω –ὅσο μπορῶ– στὰ βήματά του.
Καὶ ἐσένα, σεβάσμιε Γέροντα Ἀμφιλόχιε, σὲ παρακαλοῦμε, στάσου τώρα ἀπὸ τὴ νέα σου θέση στὸν Οὐρανὸ πρεσβευτὴς γιὰ ὅλους μας, γιὰ τὰ παιδιὰ τῆς Ρόδου, τῆς Ἀφρικῆς, τῆς Νέας Ζηλανδίας, τῶν Φίτζι, τῆς Τόνγκα, τῆς Σαμόα καὶ ὅλης τῆς Ὠκεανίας, ποὺ σὲ γνώρισαν, σὲ ἀγάπησαν καὶ σὲ ἀποκαλοῦν «πατέρα». Μὴ μᾶς ξεχάσεις, ὅπως ποτὲ δὲν ξέχασες κανένα στὴ γῆ, ἀλλὰ ἐνίσχυέ μας στὴν πίστη, παρηγόρησέ μας στὶς θλίψεις, καθοδήγησέ μας στὸν δρόμο τῆς σωτηρίας, ὥστε, ὅταν θελήσει ὁ Κύριος, νὰ ἀξιωθοῦμε κι ἐμεῖς νὰ γιορτάσουμε μαζί σου τὸ αἰώνιο Πάσχα στὴ Βασιλεία Του. Αἰωνία σου ἡ μνήμη, σεβάσμιε Γέροντα καὶ πατέρα μας, Ἀμφιλόχιε, φωτιστή τῆς Ὠκεανίας. Αἰωνία ἡ μνήμη.
Ὁ Νέας Ζηλανδίας Μύρων




