Η ΥΠΑΚΟΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΕΙΣ ΤΟΝ ΥΙΟΝ ΚΑΙ ΘΕΟΝ ΤΗΣ

Share:

«Ἐν τῇ Γεννήσει τὴν παρθενίαν ἐφύλαξας, ἐν τῇ Κοιμήσει τὸν κόσμον οὐ κατέλιπες Θεοτόκε…». Τὴν 15ην Αὐγούστου ἡ Ἐκκλησία μας ἑορτάζει τήν Κοίμησιν τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καί Ἀειπαρθένου Μαρίας.

 

Ἀπό τό «γένοιτό μοι» ἕως τήν Κοίμησιν – πρότυπον τῆς ἰδικῆς μας ὑπακοῆς εἰς τόν Κύριον

Η ΥΠΑΚΟΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΕΙΣ ΤΟΝ ΥΙΟΝ ΚΑΙ ΘΕΟΝ ΤΗΣ

Ἡ ἡσυχία τῆς Θεοτόκου δέν εἶναι ἀδράνεια.
Εἶναι ἡ πιό βαθειά ἐργασία τῆς ἀνθρωπίνης ἐλευθερίας, ἡ ὁποία θεραπεύεται εἰς τό πρόσωπον τῆς Παναγίας μας  ἀπό τήν διαίρεσιν καί γίνεται ἑνιαία προσφορά πρός τόν Θεόν.

 

Τοῦ κ. Γεωργίου Καραλῆ, Πυρηνικοῦ Ἰατροῦ

  Στὶς 15 Αὐγούστου ἡ Ἐκκλησία ἑορτάζει τὴν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου καὶ Ἀειπαρθένου Μαρίας. Δὲν ἑορτάζει μία ποιητικὴ ἀνάμνηση οὔτε ἀποφεύγει νὰ ὀνομάσει τὴν πραγματικότητα τοῦ θανάτου. Ἡ Μαρία πέθανε ὅπως πεθαίνουν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι: ἡ ψυχή της χωρίστηκε ἀπὸ τὸ σῶμα της. Ὁ θάνατός της ἦταν ἀληθινός, ἐπειδὴ ἀληθινὴ ἦταν ἡ ἀνθρώπινη φύση της καὶ ἀληθινὴ ἡ σάρκα ποὺ ἔδωσε στὸν Υἱὸ καὶ Λόγο τοῦ Θεοῦ.

  Πέθανε ὅμως ὄχι χωρὶς ἐλπίδα. Ὅλη ἡ ζωή της ἦταν ἐμπιστοσύνη στὸν Υἱό της καὶ Θεό της. Ἐκεῖνον ὑπάκουσε στὸν Εὐαγγελισμό, Ἐκεῖνον ἀκολούθησε στὴ σιωπὴ τῆς Ναζαρέτ, κοντά Του στάθηκε κάτω ἀπὸ τὸν Σταυρὸ καὶ στὰ χέρια Του παρέδωσε τὴν ψυχή της κατὰ τὴν Κοίμηση. Ὁ Υἱὸς ποὺ κάποτε ἀναπαύθηκε ὡς βρέφος στὴν ἀγκαλιά της, γίνεται τώρα ἡ αἰώνια ἀνάπαυση τῆς Μητέρας Του.

Ὁ κατὰ φύσιν βίος καὶ ἡ γνωμικὴ ἀντίθεσις

  Γιὰ νὰ κατανοήσουμε τὸ μυστήριο τῆς ὑπακοῆς τῆς Θεοτόκου χρειάζεται ἡ ἀκρίβεια τῆς θεολογικῆς γλώσσας τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ. Τὸ φυσικὸ θέλημα εἶναι ἡ θεόσδοτη δύναμη τῆς ἀνθρώπινης φύσεως νὰ ὀρέγεται τὸ κατὰ φύσιν ἀγαθὸ καὶ νὰ κινεῖται πρὸς τὸν Θεό. Ἡ γνωμικὴ κίνηση ἐμφανίζεται ὡς προσωπικὸς τρόπος ἀναζητήσεως καὶ ἐπιλογῆς καί, μέσα στὴν πτωτικὴ κατάσταση, μπορεῖ νὰ εἰσαγάγει δισταγμό, διαίρεση καὶ ἀντίθεση πρὸς τὸ φυσικὸ ἀγαθό.

Ὅταν λέμε ὅτι ἡ Παναγία ἔζησε κατὰ φύσιν χωρὶς νὰ προσθέτει γνωμικὴ ἀντίθεση, δὲν ἀφαιροῦμε τὴν ἐλευθερία της. Ὁμολογοῦμε τὴν πληρότητά της. Ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς ὑπάρξεώς της ἡ ἐλεύθερη κίνησή της δὲν στράφηκε ἐναντίον τοῦ φυσικοῦ θελήματος, τὸ ὁποῖο ἔχει ὡς τέλος τὸν Θεό. Ἡ ἐλευθερία της δὲν φανερώθηκε ὡς δυνατότητα ἀρνήσεως, ἀλλὰ ὡς καθαρὴ καὶ ἀβίαστη συγκατάθεση στὸ ἀγαθό.

Γι’ αὐτὸ ἡ Ἐκκλησία ἐπιμένει τόσο στὴν Εἴσοδο τῆς Θεοτόκου στὸν Ναό. Ἡ μικρὴ Μαρία εἰσέρχεται στὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων ὡς ἡσυχάστρια ποὺ ἀρχίζει τὸν καλὸ ἀγώνα: καθαρίζει τὸν νοῦ, φυλάσσει τὴν καρδιά, τρέφεται ἀπὸ τὴν προσευχὴ καὶ προετοιμάζει ὁλόκληρη τὴν ὕπαρξή της γιὰ τὴν ἔλευση τοῦ Λόγου. Ἡ ἡσυχία της δὲν εἶναι ἀδράνεια. Εἶναι ἡ πιὸ βαθιὰ ἐργασία τῆς ἀνθρώπινης ἐλευθερίας.

Ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ δὲν παρακάμπτει σὲ αὐτὴν τὸν ἀσκητικὸ ἀγώνα. Ἡ Παναγία ἁγιάζεται ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦ­μα καὶ συγχρόνως συνεργεῖ μὲ ὅλη τὴ δύναμη τῆς ἀνθρώπινης φύσεώς της: μὲ νηστεία, ἀγρυπνία, καθαρότητα τοῦ νοῦ καὶ ἀδιάλειπτη στροφὴ τῆς καρδιᾶς πρὸς τὸν Θεό. Ἡ Εἴσοδος στὸν Ναὸ φανερώνει ὅτι ἡ προετοιμασία γιὰ τὸ ὑπὲρ φύσιν μυστήριο τῆς Ἐνανθρωπήσεως πραγματοποιεῖται μέσα στὸν κατὰ φύσιν ἀγώνα τῆς καθάρσεως.

Οὔτε πρέπει νὰ νοηθεῖ ἡ ἀπουσία γνωμικῆς ἀντιθέσεως ὡς φυσικὸς καταναγκασμὸς πρὸς τὸ ἀγαθό. Ἡ Μαρία δὲν ὑπακούει, ἐπειδὴ στερεῖται προσωπικῆς κινήσεως, ἀλλὰ ἐπειδὴ ἡ προσωπική της κίνηση συμφωνεῖ ἐλεύθερα μὲ τὸν λόγο τῆς φύσεως. Στὸ πρόσωπό της ἡ ἀνθρώπινη ἐλευθερία θεραπεύεται ἀπὸ τὴ διαίρεση καὶ γίνεται ἑνιαία προσφορὰ πρὸς τὸν Θεό.

Τὸ «γένοιτό μοι» δὲν εἶναι κατάργηση τῆς ἐλευθερίας τῆς Μαρίας· εἶναι ἡ τελείωσή της μέσα στὸ κατὰ φύσιν θέλημα.

«Γένοιτό μοι»: τὸ ἀνθρώπινον θέλημα ἀκολουθεῖ τὸ θεῖον

  Ἡ Θεοτόκος εἶπε τὸ μεγάλο «ναί», ἐπειδὴ τὸ φυσικὸ ἀνθρώπινο θέλημα, ὅταν δὲν παραμορφώνεται ἀπὸ γνωμικὴ ἀντίθεση, δὲν μπορεῖ νὰ ἔχει ὡς φυσικὸ σκοπὸ τὴν ἐναντίωση στὸν Θεό. Τὸ φυσικὸ θέλημα ἀκολουθεῖ τὸ θεῖο, ὄχι ἀπὸ ἀνάγκη καὶ καταναγκασμό, ἀλλὰ ἐπειδὴ στὸν Θεὸ βρίσκει τὴν ἀλήθεια καὶ τὴν τελείωσή του. Τὸ «ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατὰ τὸ ρῆμά σου» εἶναι ἡ προσωπικὴ καὶ ἐλεύθερη συγκατάθεση τῆς Μαρίας στὴ φυσικὴ κίνηση τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸν Δημιουργό του.

Μὲ τὴν ἐπέλευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τὸ κατὰ φύσιν δὲν καταργεῖται, ἀλλὰ δέχεται τὸ ὑπὲρ φύσιν. Ἡ Παναγία παραμένει κτιστὴ καὶ ἀνθρώπινη· ἡ ἄκτιστη χάρη τὴν καθαίρει, τὴν ἁγιάζει καὶ τὴν καθιστᾶ τόπο τῆς ἀσπόρου συλλήψεως. Ἡ δεύτερη Ὑπόσταση τῆς Ἁγίας Τριάδος, ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, σαρκώνεται ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς Παρθένου. Δὲν διέρχεται ἁπλῶς μέσα ἀπὸ αὐτήν. Λαμβάνει πραγματικὰ ἀπὸ τὴ σάρκα καὶ τὰ ὀστᾶ της σῶμα ὁμοούσιο μὲ τὸ δικό μας, ἐμψυχωμένο μὲ λογικὴ ψυχή, καὶ γίνεται τέλειος ἄνθρωπος χωρὶς νὰ παύει νὰ εἶναι τέλειος Θεός.

Ἡ σύλληψή Του εἶναι ἄσπορη καὶ χωρὶς ἡδονή. Αὐτὸ δὲν ἀποτελεῖ μία δευτερεύουσα βιολογικὴ λεπτομέρεια, ἀλλὰ συνδέεται μὲ ὁλόκληρη τὴ σωτηριολογία τοῦ ἁγίου Μαξίμου. Ἡ παρὰ φύσιν ἡδονή, ποὺ εἰσῆλθε μὲ τὴν παρακοή, συνδέθηκε μὲ τὴν ὀδύνη, τὴ φθορὰ καὶ τὸν θάνατο. Ὁ Χριστὸς προσλαμβάνει τὴν ἀνθρώπινη φύση χωρὶς τὴν ἄδικη ἀρχὴ τῆς ἡδονῆς, δέχεται ὅμως ἑκουσίως τὸ παθητὸ καὶ τὸν θάνατο, ὥστε μέσα Του ὁ θάνατος νὰ πάψει νὰ εἶναι καταδίκη τῆς φύσεως καὶ νὰ γίνει καταδίκη τῆς ἁμαρτίας.

Ὁ ἅγιος Μάξιμος γράφει:

  «Οἷον τι λέγω· τὸν Ἀδὰμ ἡ ἁμαρτία κατ’ ἀρχὰς δελεάσασα, πρὸς παράβασιν ἐλθεῖν τῆς θείας παρέπεισεν ἐντολῆς· καθ’ ἥν τὴν ἡδονὴν ὑποστήσασα, καὶ ἑαυτὴν διὰ τῆς ἡδονῆς ἐν αὐτῷ καθηλώσασα τῷ πυθμένι τῆς φύσεως, τὸν θάνατον τῆς ὅλης κατέκρινε φύσεως, ὠθοῦ­σα πρὸς ἀπογένεσιν κατὰ τὸν θάνατον διὰ τοῦ ἀνθρώπου, τὴν φύσιν τῶν γεγονότων. […] Πάσης οὖν ἐκράτει δυναστεύων τῆς φύσεως ὁ διὰ τὴν παράβασιν θάνατος, τοῦ κράτους ἔχων ὑπόθεσιν, τὴν ἐκ τῆς παρακοῆς ἄρξασαν τῆς κατὰ τὴν φύσιν ὅλης γενέσεως ἡδονήν· δι’ ἥν αὐτὸς ὁ θάνατος κατεκρίθη τῆς φύσεως. Ὁ δὲ Κύριος γενόμενος ἄνθρωπος, καὶ μὴ λαβὼν προκαθηγουμένην αὐτοῦ τῆς κατὰ σάρκα γεννήσεως τὴν ἄδικον ἡδονήν, δι’ ἥν ἡ διὰ τοῦ θανάτου κατὰ τῆς φύσεως ἐξηνέχθη δικαία κατάκρισις· αὐτὸν δὲ κατὰ φύσιν θέλων ἐν τῷ παθητῷ τῆς φύσεως καταδεξάμενος θάνατον· δηλονότι πάσχων, τὴν τοῦ θανάτου χρῆσιν ἀνέστρεψεν, οὐκ ὄντα λοιπὸν ἐν αὐτῷ τῆς φύσεως, ἀλλὰ τῆς ἁμαρτίας προδήλως κατάκρισιν».

Νεοελληνικὴ ἀπόδοση:

  Ἐννοῶ τὸ ἑξῆς: ἡ ἁμαρτία, ἀφοῦ στὴν ἀρχὴ δελέασε τὸν Ἀδάμ, τὸν ἔπεισε νὰ παραβεῖ τὴ θεία ἐντολή. Μέσῳ τῆς παραβάσεως ἐγκατέστησε τὴν ἡδονὴ καί, καρφώνοντάς με τὴν ἡδονὴ τὸν ἑαυτό της στὸν πυθμένα τῆς φύσεώς του, καταδίκασε ὁλόκληρη τὴ φύση σὲ θάνατο, ὠθώντας μέσῳ τοῦ ἀνθρώπου τὴ φύση τῶν δημιουργημάτων πρὸς τὴν κατὰ θάνατον ἀπογένεση. […] Ἔτσι ὁ θάνατος, ἐξαιτίας τῆς παραβάσεως, ἐξουσίαζε ὁλόκληρη τὴ φύση καὶ εἶχε ὡς θεμέλιο τῆς κυριαρχίας του τὴν ἡδονή, ἡ ὁποία ἄρχισε ἀπὸ τὴν παρακοὴ καὶ χαρακτήρισε ὅλη τὴ φυσικὴ γέννηση· ἐξαιτίας αὐτῆς ὁ θάνατος ἔγινε καταδίκη τῆς φύσεως.

Ὁ Κύριος ὅμως ἔγινε ἄνθρωπος χωρὶς νὰ ἔχει ὡς προηγούμενη ἀρχὴ τῆς κατὰ σάρκα γεννήσεώς Του τὴν ἄδικη ἡδονή, ἐξαιτίας τῆς ὁποίας εἶχε ἐκδοθεῖ μέσῳ τοῦ θανάτου ἡ δίκαιη καταδίκη τῆς φύσεως. Δεχόμενος ἑκουσίως καὶ κατὰ φύσιν τὸν θάνατο μέσα στὴν παθητότητα τῆς φύσεως, δηλαδὴ πάσχοντας, ἀνέτρεψε τὴ χρήση τοῦ θανάτου, ὁ ὁποῖος πλέον μέσα σὲ Αὐτὸν δὲν ἦταν καταδίκη τῆς φύσεως, ἀλλὰ φανερὰ καταδίκη τῆς ἁμαρτίας.

Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, Φιλοκαλία τῶν Νηπτικῶν καὶ Ἀσκητικῶν, τόμ. 14Γ΄, Πατερικαὶ Ἐκδόσεις «Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς», Θεσσαλονίκη 1992, Ἐρώτησις ΞΑ΄, σ. 206.

Ἡ Μήτηρ τοῦ ἀναμαρτήτου Σωτῆρος

  Ἡ Μαρία γεννᾶ τὸν ἀναμάρτητο Χριστό, τὴ δεύτερη Ὑπόσταση τῆς Ἁγίας Τριάδος καὶ τὸν Σωτήρα τοῦ κόσμου. Ὁ Υἱὸς ποὺ γεννᾶται ἀπὸ αὐτὴν δὲν εἶναι ἕνας ἀνθρώπινος φορέας, στὸν ὁποῖο κατοίκησε ἀργότερα ὁ Θεός. Εἶναι ὁ ἴδιος ὁ προαιώνιος Λόγος ποὺ προσέλαβε πλήρη ἀνθρώπινη φύση. Γι’ αὐτὸ τὸ ὄνομα «Θεοτόκος» φυλάσσει πρωτίστως τὸ μυστήριο τοῦ Χριστοῦ. Ἡ δόξα τῆς Μητέρας δὲν ἀπομακρύνει ἀπὸ τὸν Υἱό· διακηρύσσει ποιὸς εἶναι ὁ Υἱός.

Ἡ Παναγία γίνεται ὁ ἔμψυχος ναός, ἡ κιβωτὸς τοῦ ἁγιασμοῦ καὶ ὁ χερουβικὸς θρόνος τοῦ Ἀχωρήτου. Οἱ ὕμνοι τὴν τοποθετοῦν ὑψηλότερα ἀπὸ τὰ Χερουβὶμ καὶ ἐνδοξοτέρα ἀπὸ τὰ Σεραφίμ, χωρὶς νὰ τὴν ἀποσποῦν ἀπὸ τὴν κτιστὴ φύση. Ἡ ὑπεροχή της δὲν εἶναι θεότητα κατὰ φύσιν. Εἶναι ἡ ὕψιστη δυνατὴ κατὰ χάριν κοινωνία κτίσματος μὲ τὸν ἄκτιστο Θεό, ἐπειδὴ μέσα της ὁ Λόγος ἔγινε ἀληθινὰ ἄνθρωπος.

Καὶ ἀκριβῶς γι’ αὐτὸ ἡ Θεοτόκος πεθαίνει ὅπως ὅλοι. Ἂν ὁ θάνατός της ἦταν φαινομενικός, θὰ γεννιόταν ἡ ὑποψία ὅτι φαινομενικὴ ἦταν καὶ ἡ ἀνθρώπινη φύση ποὺ ἔδωσε στὸν Χριστό. Ἡ Κοίμησή της γίνεται τελευταία μαρτυρία τῆς ἀλήθειας τῆς Ἐνανθρωπήσεως: τὸ σῶμα της εἶναι πραγματικό, ἡ ψυχή της εἶναι πραγματική, ὁ χωρισμός τους κατὰ τὸν θάνατο εἶναι πραγματικός. Πραγματική, ἑπομένως, εἶναι καὶ ἡ σάρκα ποὺ ὁ Λόγος ἔλαβε ἀπὸ αὐτὴν καὶ πρόσφερε πάνω στὸν Σταυρὸ γιὰ τὴ ζωὴ τοῦ κόσμου.

Ὁ θάνατος δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τὴν κρατήση

  Ὁ ἀληθινὸς θάνατος τῆς Θεοτόκου δὲν καταλήγει στὴν ἐγκατάλειψη τοῦ σώματός της στὴ φθορά. Ἡ πατερικὴ καὶ λειτουργικὴ παράδοση ὁμολογεῖ τὴ μετάστασή της: ὁ Υἱὸς παραλαμβάνει τὴν ψυχὴ καὶ μεταθέτει τὸ θεοδόχο σῶμα της στὴ ζωή. Δὲν ἀνασταίνεται μὲ τὴ δική της δύναμη οὔτε ἐξισώνεται μὲ τὸν Χριστό. Ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ πηγὴ καὶ ὁ ἀρχηγὸς τῆς ζωῆς· ἡ Μητέρα Του εἶναι ὁ καθαρότερος καρπὸς τῆς νίκης Του.

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς ὀνομάζει τὴν Κοίμησή της «θάνατον ζωηφόρον» καὶ γράφει:

«Σήμερον ὁ τῆς ζωῆς θησαυρός, ἡ τῆς χάριτος ἄβυσσος, θανάτῳ ζωηφόρῳ καλύπτεται»1.

Ἡ τολμηρὴ αὐτὴ ἔκφραση δὲν καταργεῖ τὸν θάνατο ὡς χωρισμὸ ψυχῆς καὶ σώματος. Φανερώνει ὅτι ὁ θάνατος δὲν ἔχει πιὰ τὸ τελευταῖο δικαίωμα πάνω στὴ Μητέρα τῆς Ζωῆς. Ἐκείνη ποὺ γέννησε τὸν Χριστὸ περνᾶ διὰ τοῦ θανάτου πρὸς τὸν Χριστὸ καὶ ἡ μετάστασή της προαναγγέλλει τὴν ἀνάσταση ὁλόκληρου τοῦ ἀνθρώπου.

Ὁ ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς ἐπιμένει ὅτι «γῆ καὶ τάφος καὶ θάνατος» δὲν μποροῦσαν νὰ κρατοῦν γιὰ πάντα τὸ «ζωαρχικὸν σῶμα καὶ θεοδόχον»².

Τὸ σῶμα, ἑπομένως, δὲν εἶναι φυλακὴ ποὺ ἀπορρίπτεται. Εἶναι μέλος τῆς ἀνθρώπινης ὑπάρξεως καὶ τῆς σωτηρίας. Ἡ δόξα τῆς Παναγίας γίνεται ἐλπίδα γιὰ κάθε σῶμα ποὺ παραδίδεται στὸ χῶμα μὲ πίστη στὴν κοινὴ ἀνάσταση.

Ὁ θάνατός της δὲν παρουσιάζεται ὡς τιμωρία προσωπικῆς ἁμαρτίας. Ἡ Θεοτόκος, ὡς ἀληθινὸ μέλος τῆς ἀνθρώπινης φύσεως, προσλαμβάνει τὸ κοινὸ καὶ ἀδιάβλητο πάθος τοῦ θανάτου ποὺ εἰσῆλθε στὴ ζωὴ μετὰ τὴν πτώση. Ὅπως ὁ Υἱὸς της δέχθηκε ἐλεύθερα τὰ ἀδιάβλητα πάθη χωρὶς νὰ γνωρίσει ἁμαρτία, ἔτσι καὶ ἡ Μητέρα Του περνᾶ ἀπὸ τὸν φυσικὸ χωρισμὸ τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος χωρὶς γνωμικὴ ἐξέγερση ἐναντίον τοῦ Θεοῦ.

Ἡ μετάστασή της δὲν ἀποτελεῖ μία ἰδιωτικὴ τιμὴ ποὺ ἀφορᾶ μόνο ἐκείνη. Εἶναι ἐκκλησιαστικὸ σημεῖο καὶ ἀρραβώνας τῆς κοινῆς ἐλπίδας. Στὴ δόξα τοῦ σώματός της ἡ Ἐκκλησία βλέπει ἀπὸ τώρα τὸν προορισμὸ τῆς κτίσεως: ὄχι τὴν ἐγκατάλειψη τῆς ὕλης, ἀλλὰ τὴν κάθαρση, τὴν ἀφθαρσία καὶ τὴ μεταμόρφωσή της μέσα στὴν ἄκτιστη χάρη τοῦ ἀναστημένου Χριστοῦ.

Ἡ Θεοτόκος πέθανε ἀληθινά, ὥστε νὰ μαρτυρεῖται ἡ ἀληθινὴ ἀνθρωπότητα τοῦ Υἱοῦ· καὶ μετέστη πρὸς τὴ Ζωή, ὥστε νὰ φανερώνεται ἡ νίκη Του.

Ἔφυγεν ἀπὸ τὸν κόσμον, ἀλλὰ δὲν ἐγκατέλειψε τὸν κόσμον

  Μεγάλη καὶ συγκινητικὴ εἶναι ἡ ὥρα, κατὰ τὴν ὁποία ἡ Θεοτόκος ἐγκαταλείπει τὴν ἐπίγεια ζωή. Δὲν ὑπάρχει στὴν Κοίμησή της ταραχή, ἐξέγερση ἢ γνωμικὴ ἀντίθεση. Ὑπακούει καὶ πάλι στὸ θέλημα τοῦ Υἱοῦ της καὶ Θεοῦ της, στὸν ὁποῖο ποτὲ δὲν ἀντιτάχθηκε. Ἐκείνη ποὺ εἶπε «ναὶ» στὴν ἀρχὴ τῆς οἰκονομίας τῆς σωτηρίας, λέγει τὸ τελευταῖο «ναὶ» τῆς ἐπίγειας πορείας της καὶ ἀφήνεται νὰ περάσει ἀπὸ τὸν θάνατο πρὸς τὴ Ζωή.

Ἔφυγε μυστικὰ καὶ πραγματικὰ ἀπὸ αὐτὸν τὸν κόσμο, ὅμως ποτὲ δὲν τὸν ἐγκατέλειψε. Τὸ ἀπολυτίκιο τῆς ἑορτῆς τὸ ὁμολογεῖ μὲ μία φράση ποὺ ἡ καρδιὰ τοῦ ὀρθόδοξου λαοῦ γνωρίζει πρὶν ἀκόμη τὴν ἐξηγήσει ὁ νοῦς: «ἐν τῇ κοιμήσει τὸν κόσμον οὐ κατέλιπες, Θεοτόκε». Κατὰ τὴν κοίμησή σου δὲν ἐγκατέλειψες τὸν κόσμο, ἐπειδὴ μετατέθηκες πρὸς τὴ Ζωὴ καὶ παραμένεις Μητέρα τῆς Ζωῆς.

Γι’ αὐτὸ δὲν ὑπάρχει σχεδὸν γωνιὰ τῆς Ἑλλάδος, νησί, βουνὸ ἢ ἀπόξενος τόπος, ὅπου νὰ μὴ ὑψώνεται ἕνας ναός, ἕνα ἐξωκκλήσι ἢ ἔστω ἕνα εἰκονοστάσι στὸ ὄνομά της. Στὰ μεγάλα προσκυνήματα καὶ στὰ πτωχὰ παρεκκλήσια, στὶς πόλεις καὶ στὰ πιὸ ἀπομακρυσμένα χωριά, καίει μπροστὰ στὴν εἰκόνα της ἕνα καντήλι. Ἐκεῖ ἀκουμπᾶ ὁ λαὸς ὅσα δὲν μπορεῖ νὰ σηκώσει μόνος του.

Τὸ ὄνομά της φωνάζεται ἀπὸ τὰ πλήθη τῶν χριστιανῶν ὡς τὸ ὄνομα τῆς Μητέρας ποὺ εἶναι πάντοτε πρόθυμη νὰ τρέξει. «Παναγία μου», λέγει ἡ μάνα γιὰ τὸ παιδί της. «Παναγία μου», ψιθυρίζει ὁ ἀσθενὴς μέσα στὴ νύκτα. «Παναγία μου», φωνάζει ἐκεῖνος ποὺ κινδυνεύει στὴ θάλασσα, ἐκεῖνος ποὺ στέκεται μπροστὰ σὲ ἕνα κλειστὸ χειρουργεῖο, ἐκεῖνος ποὺ ἐπιστρέφει σὲ ἄδειο σπίτι μετὰ τὴν ταφὴ ἑνὸς ἀγαπημένου προσώπου. Καὶ μέσα σὲ δύο μόνο λέξεις χωροῦν ὁ φόβος, ὁ πόνος, ἡ μετάνοια καὶ ὅλη ἡ ἐλπίδα τοῦ ἀνθρώπου.

Δὲν τὴν καλοῦμε ἀντὶ τοῦ Χριστοῦ· τὴν καλοῦμε ἐπειδὴ εἶναι ἡ Μητέρα ποὺ μᾶς ὁδηγεῖ πάντοτε πρὸς τὸν Χριστό.

  Ἡ Θεοτόκος γνωρίζει τὸν ἀνθρώπινο πόνο. Ἄκουσε ἀπὸ τὸν Συμεὼν ὅτι ρομφαία θὰ διαπεράσει τὴν ψυχή της (Λουκ. 2, 35) καὶ στάθηκε κάτω ἀπὸ τὸν Σταυρό, ὅταν ἡ ρομφαία αὐτὴ ἔγινε πραγματικότητα. Γνωρίζει τὴ σιωπὴ τοῦ πένθους, τὴν ἀδυναμία τῆς μητέρας ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ κατεβάσει τὸ παιδί της ἀπὸ τὸν σταυρό του, τὸ σκοτάδι τῆς στιγμῆς κατὰ τὴν ὁποία ὅλα φαίνονται τελειωμένα. Γι’ αὐτὸ μπορεῖ νὰ σταθεῖ δίπλα στὸν πόνο χωρὶς νὰ τὸν μειώσει καὶ χωρὶς νὰ προσφέρει εὔκολες ἐξηγήσεις.

  Δὲν μᾶς ὑπόσχεται ζωὴ χωρὶς δάκρυα. Μᾶς δείχνει ὅμως ὅτι τὸ δάκρυ δὲν εἶναι ἡ τελευταία ἀλήθεια τοῦ ἀνθρώπου. Πέρασε ἡ ἴδια ἀπὸ τὸν πραγματικὸ θάνατο καὶ βρίσκεται τώρα κοντὰ στὸν Υἱό της, ὁ ὁποῖος κατέβηκε βαθύτερα ἀπὸ κάθε τάφο. Γι’ αὐτὸ ἡ παρουσία της δὲν ἀφαιρεῖ τὴ μνήμη τῶν νεκρῶν μας· ἀφαιρεῖ ἀπὸ τὸν θάνατο τὸ δικαίωμα νὰ ἔχει τὴν τελευταία λέξη.

  Μητέρα τῆς Ζωῆς, στάσου κοντὰ σὲ ὅσους πενθοῦν. Σκέπασε τοὺς μόνους καὶ τοὺς φοβισμένους. Μάθε μας νὰ ζοῦμε κατὰ φύσιν, χωρὶς γνωμικὴ ἀντίθεση πρὸς τὸν Θεό, καὶ νὰ ἐπαναλαμβάνουμε μὲ καθαρὴ καρδιὰ τὸ δικό σου «γένοιτό μοι». Καὶ ὅταν φθάσει ἡ ὥρα τῆς δικῆς μας ἐξόδου, κράτησε ἄγρυπνη μέσα μας τὴν ἐλπίδα στὸν Υἱό σου καὶ Θεό μας.

  Παναγία, ἔφυγες ἀπὸ τὸν κόσμο — καὶ ὅμως δὲν μᾶς ἄφησες ὀρφανούς.

Πέρασες ἀπὸ τὸν θάνατο — καὶ ἔμεινες γιὰ πάντοτε Μητέρα τῆς Ζωῆς.

Πρὶν ἀκόμη τελειώσει ἡ φωνὴ ποὺ λέγει «Παναγία μου», ἡ μητρική σου πρεσβεία ἔχει ἤδη φθάσει στὰ χέρια τοῦ Υἱοῦ σου.

 Σημειώσεις:

  1. Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Εἰς τὴν Κοίμησιν τῆς Θεοτόκου, Ὁμιλία Β΄, 2, PG 96, 725C: «Σήμερον ὁ τῆς ζωῆς θησαυρός, ἡ τῆς χάριτος ἄβυσσος, θανάτῳ ζωηφόρῳ καλύπτεται». Νεοελληνικὴ ἀπόδοση: «Σήμερα ὁ θησαυρὸς τῆς ζωῆς, ἡ ἄβυσσος τῆς χάριτος, καλύπτεται ἀπὸ ἕνα θάνατο ποὺ ὁδηγεῖ στὴ ζωή».
  2. Γρηγορίου Παλαμᾶ, Ὁμιλία ΛΖ΄, Εἰς τὴν πάνσεπτον Κοίμησιν τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, PG 151, 465C: «Οὐ γὰρ εἶχε κατέχειν εἰς τέλος γῆ καὶ τάφος καὶ θάνατος ζωαρχικὸν σῶμα καὶ θεοδόχον». Νεοελληνικὴ ἀπόδοση: «Δὲν ἦταν δυνατὸν ἡ γῆ, ὁ τάφος καὶ ὁ θάνατος νὰ κρατοῦν γιὰ πάντα σῶμα ποὺ δέχθηκε τὴν πηγὴ τῆς ζωῆς καὶ ἔγινε δοχεῖο τοῦ Θεοῦ».
  Next Article

Η ΤΕΧΝΗΤΗ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗ ΦΕΡΕΙ ΔΙΨΑΝ ΚΑΙ ΕΚΤΡΟΠΗΝ ΠΟΤΑΜΩΝ;