Γράφει ὁ κ. Λέων Μπράνγκ, Δρ. Θεολογίας
Πρὶν εἰσέρθω στὸ θέμα μου ὑπὸ τὸ εἰδικὸ πρῖσμα τοῦ τίτλου τῆς εἰσήγησης «Ἡ “Θεοκρατία” τοῦ Κοσμικοῦ Κράτους», ἂς δοῦμε πρῶτα μαζὶ τὸ γιὰ μᾶς τοὺς Ὀρθόδοξους Χριστιανούς φυσικὸ πολίτευμα. Τὸ λέω φυσικὸ μὲ τὴν ἔννοια, ὅτι ἔχει ὡς πηγὴ τὸν ἴδιο τὸν Θεό, τὸν δημιουργό μας καὶ ἄρα ἀνταποκρίνεται στὴ φύση μας ὡς ἀνθρώπων ποὺ ζοῦμε στὸν κόσμο αὐτό. Αὐτὸ τὸ πολίτευμα διαγράφηκε ἤδη ἀπὸ τὴν ἀποστολικὴ ἐποχὴ καὶ διαμορφώθηκε πλήρως στὴ δική μας ἱστορία τῆς Ρωμιοσύνης.
Στὴν ἀρχὴ τῆς καθημερινῆς ἀκολουθίας τοῦ Ὄρθρου παρακαλοῦμε τὸν Κύριο καὶ Θεό μας: «τὸ σὸν φυλάττων, διὰ τοῦ Σταυροῦ σου πολίτευμα». Στὸ Δοξαστικὸ ἀμέσως παρακάτω ζητᾶμε ἀπὸ τὸν Χριστό να χαρίσει τοὺς οἰκτιρμούς του στὴ δική του ἐπώνυμο καὶ καινὴ πολιτεία, νὰ συμμαχήσει μ’ αὐτὴν καὶ νὰ παρέχει νίκες στοὺς πιστοὺς βασιλεῖς αὐτῆς τῆς πολιτείας καὶ στὴ συνέχεια πάλι στὸ Θεοτοκίο στρεφόμαστε στὴ Παναγία γιὰ τὴ στήριξη τῆς πολιτείας τῶν ὀρθοδόξων, μὲ τὸ νὰ παραχωρεῖ νίκη σ’ αὐτοὺς ποὺ ἐκείνη κάλεσε νὰ βασιλεύουν[1]. Τὸ διὰ τοῦ σταυροῦ πολίτευμα ἑπομένως καὶ ἡ χριστιανικὴ πολιτεία ἀποτελεῖ ἀπόλυτα κεντρικὸ θέμα γιὰ τοὺς πιστούς. Εἶναι αὐτὸ τὸ πολίτευμα, αὐτὴ ἡ πολιτεία, ἡ ὁποία θέτει στόχο νὰ πραγματοποιήσει τὸ αἴτημα τῆς Κυριακῆς Προσευχῆς «γενηθήτω τὸ θέλημα Σου ὡς ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς». Θέλει νὰ κάνει τὴν Πολιτεία τοῦ Χριστοῦ, τὴν πολιτεία τῶν Ὀρθοδόξων ἐπὶ τῆς γῆς, ἱστορικὴ πραγματικότητα, ὅσο αὐτὸ εἶναι δυνατὸ στὴν κάθε ἐποχή. Εἶναι προφανές, ὅτι ἀφορᾶ στὴ ζωή μας σὲ ὅλες τὶς ἐκδηλώσεις της.
Ποιὸ εἶναι αὐτὸ τὸ «διὰ τοῦ Σταυροῦ Πολίτευμα», ποιὰ εἶναι αὐτὴ ἡ καινή, ἡ καινούργια πολιτεία, στὴν ὁποία γίνεται τόσο κεντρικὴ ἀναφορὰ στὴν ἀρχὴ τῆς καθημερινῆς ἀκολουθίας τοῦ Ὄρθρου καὶ γιὰ τὴν ὁποία ζητοῦνται πιστοὶ βασιλεῖς καὶ νίκες ἐναντίον τῶν πολεμίων;
Αὐτὸ τὸ ἰδανικὸ πολίτευμα θεμελιώνεται στὸν Θεάνθρωπο Χριστό, στὸν ὁποῖο «ἐδόθη … πᾶσα ἐξουσία ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς»[2]. Αὐτὴν τὴν πᾶσα ἐξουσία τοῦ Χριστοῦ ἐπὶ τῆς γῆς ὁρίζουν οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι μὲ τὴ μορφὴ δύο διακονιῶν, τῆς διακονίας τοῦ Λόγου, ποὺ κράτησαν γιὰ τὸν ἑαυτό τους, καὶ τῆς διακονίας τῶν τραπεζῶν, τῶν βιοτικῶν ἀναγκῶν, ποὺ δόθηκε στοὺς ἑπτὰ Διακόνους[3]. Ἐφόσον γιὰ τοὺς Ἁγίους Ἀποστόλους ἦταν ἀδύνατο παράλληλα μὲ τὴ διακονία τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ νὰ ἀναλάβουν καὶ τὴν μέριμνα γιὰ τὶς βιοτικὲς ἀνάγκες τῶν χριστιανῶν, ἀνέθεσαν στοὺς πιστοὺς νὰ ἐπιλέγουν ἀνθρώπους εἰδικὰ γιὰ τὸ ἔργο αὐτό. Ἔθεσαν ὅμως ὡς προϋπόθεση γιὰ τὴν ἐπιλογὴ τῶν κατάλληλων ἀνθρώπων νὰ μὴ ἔχουν ἁπλῶς κάποιες ἰδιαίτερες ἱκανότητες, ἀλλὰ νὰ εἶναι «πλήρεις Πνεύματος Ἁγίου καὶ σοφίας»[4], δηλ. ὄχι ἁπλῶς πιστοὶ ἀλλὰ πνευματοφόροι. Ἑπομένως, ὄχι μόνο οἱ ἄνθρωποι τῆς πνευματικῆς διακονίας ποὺ εἶχαν τὴν εὐθύνη τοῦ κηρύγματος, ἀλλὰ καὶ οἱ διάκονοι τῶν ὑλικῶν ἀναγκῶν τῆς κοινότητας, ὄφειλαν νὰ εἶναι φορεῖς τῆς Χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Σ’ αὐτὸ τὸ ὕψος ἀνεβάζει ἐξ ἀρχῆς ὁ Χριστιανισμὸς τὴν πολιτικὴ διακονία, διότι μόνο μὲ αὐτὲς τὶς προϋποθέσεις οἱ πολιτικοὶ θὰ εἶναι σὲ θέση μὲ πληρότητα νὰ ἀνταποκρίνονται στὸ ἀξίωμά τους.
Ἔπειτα οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι τοὺς ἐγκαθιστοῦν στὸ ἔργο τους, παρέχοντάς τους μὲ προσευχὴ καὶ ἐπίθεση χειρῶν τὴν εἰδικὴ χάρη γιὰ τὴν ἀποστολὴ αὐτή. Ποιμαινόμενοι λοιπὸν ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Ἀποστόλους, αὐτοὶ οἱ πρῶτοι πολιτικοὶ τῆς Ἐκκλησίας, φρόντιζαν τὴν ὁριζόντια διάσταση τοῦ βίου, τὶς βιοτικὲς ἀνάγκες τῶν πιστῶν, ἔτσι ὥστε ὁλόκληρη ἡ ζωὴ σὲ ὅλες τὶς διαστάσεις της νὰ τρέφεται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία καὶ νὰ βρίσκεται μέσα στὴν Ἐκκλησία. Αὐτὴ εἶναι ἡ νέα πραγματικότητα τῆς ζωῆς, ποὺ ἐγκαινίασε ὁ Χριστὸς καὶ ἀναδύεται ἐδῶ ὡς «καινὴ κτίση», ὡς ἡ νέα κοινωνία τῶν ἐν Χριστῷ ἀναγεννημένων ἀνθρώπων. Ἀπολύτως τίποτα δὲν μένει ἔξω ἀπὸ αὐτὴ τὴ νέα πραγματικότητα τῆς ζωῆς ποὺ ἐγκαθίσταται στὸν κόσμο, «ἰδοὺ γέγονε καινὰ τὰ πάντα»[5].
Τί ὅμως ἐννοεῖται μὲ τὸν ὅρο «διὰ τοῦ Σταυροῦ πολίτευμα»; Μὲ τὸν Μέγα Κωνσταντῖνο ψυχὴ καὶ σῶμα, πνευματικὲς καὶ βιοτικὲς ἀνάγκες καὶ οἱ ἀντίστοιχες διακονίες αὐτῶν τῶν ἀναγκῶν, συνδέονται μέσῳ τοῦ Σταυροῦ μεταξύ τους στὴν καινὴ πολιτεία τοῦ Χριστοῦ. Οἱ δύο ἐξουσίες-διακονίες ποὺ καλοῦνται νὰ συνυπάρχουν καὶ νὰ συνεργάζονται γιὰ τὸ καλό τοῦ λαοῦ τῆς Αὐτοκρατορίας ὀνομάζονται ΙΕΡΩΣΥΝΗ (ἡ πνευματικὴ ἐξουσία-διακονία) καὶ ΒΑΣΙΛΕΙΑ (ἡ κοσμικὴ ἐξουσία-διακονία). Δὲν πρόκειται γιὰ δύο ξεχωριστὰ καὶ αὐτόνομα μεγέθη, ὅπως ἐκλαμβάνονται σήμερα ἡ Ἐκκλησία καὶ ἡ Πολιτεία, ἀλλὰ καὶ οἱ δύο ἔχουν τὴν πηγή τους στὸν Χριστό.
Ἐξαίροντας τὴν ἀπόλυτη Χριστοκεντρικότητα αὐτῆς τῆς νέας πραγματικότητας ὁ μακαριστὸς π. Βασίλειος Βολουδάκης ἀνάγει τὴν ἁρμονικὴ ἕνωση καὶ σχέση τῶν δύο ἐξουσιῶν καὶ διακονιῶν, τῆς Ἱερωσύνης καὶ τῆς Βασιλείας, στὴν ἀσύγχυτη καὶ ἀδιαίρετη ἕνωση τῶν δύο φύσεων ἐν Χριστῷ καὶ καταλήγει ὡς ἐκ τούτου, ὅτι καὶ ἐκεῖ πρόκειται γιὰ ἀσύγχυτη καὶ ἀδιαίρετη ἕνωση[6]. Αὐτὰ ποὺ καθιέρωσαν οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι στὴν πρώτη Ἐκκλησία, παίρνουν μέσῳ τῶν Ἁγίων Αὐτοκρατόρων Κωνσταντίνου καὶ Ἰουστινιανοῦ ἱστορικὴ σάρκα καὶ ὀστᾶ[7]. Στὴν Αὐτοκρατορία τῆς Νέας Ρώμης ὁ Ἅγιος Ἰουστινιανὸς χαρακτηρίζει τὴν Ἱερωσύνη καὶ τὴ Βασιλεία ὡς «μέγιστα δῶρα» τοῦ Θεοῦ, ἀπὸ τὴν ἀγαθὴ συνεργασία τῶν ὁποίων θὰ προκύψει «γενικὴ ἁρμονία … καὶ κάθε τι ὠφέλιμο … στὴν ἀνθρωπότητα» [8].
Εἶναι προφανές, ὅτι ὁ Ἅγιος Ἰουστινιανὸς διέσωσε τὴ βασικὴ προϋπόθεση ποὺ ἔθεσαν οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι γιὰ τὸ ἀξίωμα τῶν Ἑπτὰ Διακόνων, δηλ. τῆς Βασιλείας, τὸ νὰ εἶναι οἱ φορεῖς αὐτοῦ τοῦ ἀξιώματος «πλήρεις Πνεύματος Ἁγίου καὶ σοφίας». Τὸ μαρτυρεῖ πρῶτα ἀπ’ ὅλα ἡ ἁγία ζωή του, ἡ ὑπέροχη θεολογική του κατάρτιση, ἀλλὰ καὶ ἰδιαίτερα ὁ τονισμὸς τῆς φροντίδας τῶν αὐτοκρατόρων γιὰ τὴν «ἀξία τῶν ἱερέων», ὥστε νὰ εἶναι πνευματοφόροι καὶ ἔτσι νὰ ἐξασφαλίζεται ἡ ὄντως πνευματικὴ καλλιέργεια τοῦ Λαοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ ὅλη ἡ «εὐημερία» τῆς Αὐτοκρατορίας. Καὶ πράγματι, ὅπως μαρτυρεῖ ἀψευδῶς ἡ ἱστορία, ἡ πνευματικότητα ἰδίως τῆς ἡγεσίας τῆς Ἐκκλησίας ἐξαρτᾶται σὲ ὕψιστο βαθμὸ ἀπὸ τὴν κοσμικὴ ἐξουσία.
Στὴ χριστιανικὴ Δύση, ἀντίθετα, εἶχε ἐγκατασταθεῖ ἕνα ἀπόλυτο κέντρο ἐξουσίας στὸ πρόσωπο ἑνὸς ἀνθρώπου, τοῦ Πάπα Ρώμης, ὁ ὁποῖος τὸ ἀργότερο ἀπὸ τὸν 11ο αἰώνα[9] προέβαλε τὴν ἀπόλυτη ἀξίωση γιὰ τὴν πᾶσα ἐξουσία τοῦ Χριστοῦ ἐπὶ γῆς, πνευματικῆς ὅπως καὶ κοσμικῆς. Μάλιστα αὐτὴ ἡ ἀξίωση θεωρήθηκε ἀπόλυτα φυσικὴ ἐκ μέρους του, ἀφοῦ ἐκεῖνος ἐμφανιζόταν καὶ ἐμφανίζεται μέχρι σήμερα ὡς ὁ vicarius christi, ὡς ὁ μόνος ἀντιπρόσωπος τοῦ Χριστοῦ ἐπὶ γῆς. Στὸ πρόσωπό του ἐνσαρκώνεται [Μὲ τὸ πρόσωπό του ταυτίζεται] ἡ ὕψιστη ἐξουσία (potestas suprema)[10], ἡ πλήρης ἐξουσία (potestas plena) ἢ πληρότητα τῆς ἐξουσίας (plenitudo potestatis)[11], ἡ ἄμεση ἐξουσία (potestas immediata)[12], ἡ οἰκουμενικὴ ἐξουσία (potestas universalis)[13]. Δεσμεύεται μόνο ἀπὸ τὸ θεῖο δίκαιο (ius divinum) καὶ φυσικὰ δὲν μπορεῖ νὰ δικάζεται καὶ νὰ κρίνεται ἀπὸ κανένα. Στὸν ἀγῶνα ἐνάντια σ’ αὐτὴ τὴν ἀπολυταρχία τοῦ Παπισμοῦ ἡ Μεταρρύθμιση, ἀρνούμενη στὸ πρόσωπο τοῦ Μαρτίνου Λουθήρου (1483-1546) καὶ ὅλων ποὺ τὸν ἀκολούθησαν τὴν ταύτιση τῆς πληρότητας τῆς ἐξουσίας μὲ τὸ πρόσωπο τοῦ Πάπα, κατέληξε στὴν κατάργηση τῆς πνευματικῆς ἐξουσίας, τῆς Ἱερωσύνης[14]. Ἀλλὰ καὶ ἡ κοσμικὴ ἐξουσία, ἡ Βασιλεία, ἀποδεσμεύθηκε ἀπὸ τὴν μετάδοσή της μέσῳ τοῦ Ποντίφικα τῆς Ρώμης. Οἱ φορεῖς της θεωρήθηκαν πλέον ὡς ἀπευθείας ἐγκατεστημένοι ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ ὁ ἔλεγχος τῆς Ἐκκλησίας παραδόθηκε στὰ χέρια τῶν κοσμικῶν ἀρχόντων[15]. Ἔτσι ὁ Λούθηρος ὡς βασικὸς ἐκπρόσωπος τῆς Μεταρρύθμισης καταλήγει νὰ προβάλλει τὴν παγκυριαρχία τῆς κοσμικῆς ἐξουσίας. Μὲ τὴν κατάργηση τῆς πνευματικῆς ἐξουσίας ὁ Λούθηρος ἀνέδειξε τὴν κοσμικὴ ἐξουσία σὲ ἀπόλυτο ρυθμιστὴ τῆς γήινης πραγματικότητας καὶ ἔγινε μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ὁ θεμελιωτὴς μίας νέας παγκόσμιας τάξης. Ὁ Χριστός, παρατεινόμενος εἰς τοὺς αἰῶνας, ὑποβιβάζεται σὲ ἐξάρτημα τοῦ κράτους, ποὺ ἐλέγχεται ἀπόλυτα ἀπὸ τὴν κοσμικὴ ἐξουσία, ὑποβιβάζεται σὲ φορέα, στὴν ἴδια θέση καὶ ἀξία, ὅπως ὅλοι οἱ ἄλλοι φορεῖς.
Μὲ αὐτὴν τὴ νέα τάξη ὅλης τῆς ζωῆς ἡ Δύση περνάει τελικὰ ἀπὸ τὴν ἀπολυταρχία καὶ τὸν ὁλοκληρωτισμὸ τοῦ Παπισμοῦ στὸ τερατῶδες δημιούργημα τοῦ Λουθήρου, στὸν πολιτικὸ ὁλοκληρωτισμό, ὁ ὁποῖος μέχρι περίπου τὸ τέλος τοῦ 18ου αἰώνα διατηροῦσε ἀκόμα κάποια ἔστω ἀναφορὰ στὸν Θεό. Ἔπειτα ὅμως ὅλο καὶ περισσότερο φανέρωσε τὸ ἀπεχθὲς πρόσωπο τοῦ πλήρως θεοποιημένου δυτικοῦ ἀνθρώπου. Ἀπὸ τὸ ἀλάθητο τοῦ Πάπα μέσῳ τοῦ Λουθήρου φθάνουμε στὸ ἀλάθητο τοῦ κάθε πιστοῦ, ὁ ὁποῖος μὲ τὴ δική του ἀτομικὴ πίστη γίνεται ὁ ἴδιος τὸ κέντρο τῆς ἀπευθείας ἀναφορᾶς στὸν Θεό.
Ἔτσι ὁ ἐπαρμένος ἄνθρωπος τῆς Δύσεως ποὺ ζεῖ στὴ ζάλη τῆς αὐτονομίας του εἶναι ἡ συνεπὴς μετεξέλιξη τοῦ λουθηρανοῦ ἀλάθητου ἀνθρώπου μὲ τὴν ἔννοια, ὅτι ἀπὸ τὸν Θεὸ τῶν προδιαγραφῶν τοῦ Λουθήρου φθάνει τελικά, νὰ θεωρεῖ τὸν ἑαυτό του ὡς ὕψιστη θεότητα.
Αὐτὸ τὸ νέο ἐπαναστατικὸ βῆμα πραγματοποιεῖται στὴ Δύση μὲ τὴν ἐπικράτηση τοῦ Διαφωτισμοῦ ποὺ παύει τελικὰ τὴ σύνδεση τῆς κοσμικῆς ἐξουσίας μὲ τὸν Θεό, ὁ ὁποῖος ἢ καταργεῖται παντελῶς ἢ μέσῳ τοῦ φιλοσοφικοῦ κινήματος τοῦ Δεϊσμοῦ μετατρέπεται σὲ ἕνα Ἀνώτατο Ὄν. Δηλαδὴ τοποθετεῖται ὡς ἀρχικὴ αἰτία τῆς ὕπαρξης τοῦ κόσμου στὴν ἔναρξη τῆς ἱστορίας, χωρὶς ὅμως στὴ συνέχεια νὰ ἐπεμβαίνει σ’ αὐτήν. Ὁ Γερμανὸς φιλόσοφος Γκότφριντ Βίλχελμ Λάιμπνιτς (1646-1716) παρομοιάζει αὐτὸ τὸ Ἀνώτατο Ὂν μὲ ὡρολογοποιό, ποὺ βάζει σὲ κίνηση τὸν μηχανισμὸ τοῦ ὡρολογίου, τὸ ὁποῖο ἀπὸ ἐκεῖ καὶ ἔπειτα κινεῖται μόνο του. Ἔτσι ὡς πηγὴ τῆς ἐξουσίας ὁρίζεται πλέον ὁ αὐτόνομος ἄνθρωπος. Ἡ διαδικασία εἶναι ἁπλή, μᾶς τὴν περιγράφει ὁ φιλόσοφος Ζὰν-Ζὰκ Ρουσσὼ (1712-1778). Στὸ παιδαγωγικὸ ἔργο του «Αἰμίλιος, ἢ Περὶ Ἀγωγῆς» (1762) ἐκφράζει μέσα ἀπὸ τὴν «ὁμολογία πίστης τοῦ ἐφημερίου τῆς Σαβοΐας» τὴν ἀπόλυτη πίστη του στὸ μόνο πραγματικὰ ἀξιόπιστο βιβλίο ποὺ εἶναι ἐκεῖνο τῆς φύσης καὶ ἰδίως τῆς ἀνθρώπινης φύσης ὡς τέλειου δημιουργήματος τοῦ Ἀνώτατου Ὄντος. Μέσῳ τῆς φωτισμένης λογικῆς του ὁ ἄνθρωπος διδάσκεται τὶς αἰώνιες ἀλήθειες καὶ ὅλα τὰ καθήκοντά του πάνω στὴ γῆ. Δὲν τοῦ χρειάζεται καμία ἀποκάλυψη ἢ θαύματα, ἀντίθετα ὅλα αὐτὰ τὸν ὑποβιβάζουν[16].
Ἡ ἴδια φωτισμένη ἀνθρώπινη λογικὴ ἀποτελεῖ καὶ τὸ θεμέλιο τῆς κοινωνικῆς συμβίωσης τῶν ἀνθρώπων. Χρειάζεται ἁπλῶς ἕνα κοινωνικὸ συμβόλαιο, ὅπως γράφει ὁ Ρουσσὼ στὸ ἔργο του «Τὸ κοινωνικὸ συμβόλαιο ἢ Ἀρχὲς πολιτικοῦ δικαίου»[17]. Μὲ βάση τὴν κοινὴ θέληση ὅλων, ποὺ ἀποβλέπει στὸ κοινὸ ἀγαθὸ καὶ ἄρα συμπίπτει μὲ τὴ δικαιοσύνη, συνάπτεται αὐτὸ τὸ συμβόλαιο. Τὸ κοινὸ ἀγαθὸ ὁρίζεται ὡς ἀλήθεια καὶ ἀπόλυτο, στὸ ὁποῖο ὅλοι ὀφείλουν ὑποταγή. Ἡ δημόσια ὁμολογία αὐτοῦ τοῦ ἀπόλυτου καὶ τῆς ἀλήθειας ἐκ μέρους τοῦ πολίτη καὶ στὴ συνέχεια ἡ καταστρατήγησή τους ἐπισύρουν ἀπαραίτητα τὴ θανατικὴ ποινή. Ρυθμιστικὴ ἀρχή, ὑπεύθυνη γιὰ τὴν τήρηση αὐτοῦ τοῦ κοινωνικοῦ συμβολαίου, εἶναι ὁ “Κυρίαρχος”, ὁ ὁποῖος ἔχει κάθε δικαίωμα νὰ ὑποτάξει στὸ κοινὸ ἀγαθὸ τὰ μέλη ἐκεῖνα ποὺ θέλουν νὰ ἀπολαύσουν δικαιώματα, χωρὶς νὰ ἀνταποκρίνονται στὶς ὑποχρεώσεις τους.
Ὁ Ρουσσὼ ὡς βασικὸς θεωρητικὸς θεμελιωτὴς προβάλλει ἑπομένως ἕνα πολιτικὸ ὁλοκληρωτισμὸ παρόμοιο μὲ τὸν παπικό. Ἐφόσον ἐπιβάλλεται ἡ ὑποταγὴ σὲ ἕνα ἀπόλυτο, ποὺ θεωρεῖται ὡς μόνο ἀληθινό, στὴν οὐσία αὐτὸ θεοποιεῖται καὶ συνεπῶς πρόκειται γιὰ θεοκρατικὸ καθεστώς, ἄσχετα ἂν ὀνομάζεται δημοκρατία[18]. Σὲ μία περίληψη τῆς περιλήψεως θὰ λέγαμε, ὅτι ἡ ὄντως θεοκρατία τοῦ μόνου ἀληθινοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ ὡς ἀνταπόκριση στὸ αἴτημα τῆς Κυριακῆς Προσευχῆς μεταβάλλεται στὴ Δύση στὴ “θεοκρατία” τοῦ παπικοῦ ὁλοκληρωτισμοῦ, ἡ ὁποία βασίζεται στὸν ἀλλοιωμένο Θεὸ τῆς μεσαιωνικῆς δυτικῆς θεολογίας. Προοδευτικὰ μέσῳ τῆς Μεταρρύθμισης καὶ τοῦ Διαφωτισμοῦ ἡ Δύση καταλήγει στὴ “θεοκρατία” τοῦ κοσμικοῦ κράτους ποὺ στήνεται στὸν θεοποιημένο ἄνθρωπο καὶ τὶς φυσικές του ἰδιότητες. Ὅ,τι ἔρχεται σὲ ἀντίθεση μὲ τὰ πολιτικὰ δόγματα καὶ πιστεύω αὐτοῦ τοῦ κράτους, δηλ. τυχὸν θρησκευτικὲς πεποιθήσεις, πρέπει νὰ διώκονται. Μάλιστα τὸ κοσμικὸ κράτος μέσῳ τῶν ἐλὶτ ποὺ τὸν κατευθύνουν ἀξιώνει, εἰ δυνατόν, νὰ ἐλέγχει ὅλες τὶς ἐκδηλώσεις τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου. Τοῦ διαφεύγει φυσικὰ ἡ ἐσωτερικὴ συνείδηση τῶν ἀνθρώπων, ὅπου ἐκ τῶν πραγμάτων δὲν μπορεῖ νὰ ἀσκήσει ἀπόλυτη κυριαρχία. Πάρα ταῦτα συνεχὲς μέλημά του εἶναι νὰ ἐπεμβαίνει μὲ “πλύση ἐγκεφάλου” ἀκόμα καὶ στὴ συνείδηση ἐκείνων τῶν πολιτῶν, ποὺ δὲν τὴν ἔχουν διαμορφώσει μὲ ὡριμότητα. Ζητάει νὰ ἐπιβάλλει μὲ ὅλα τὰ μέσα ποὺ διαθέτει ἐκεῖνο ποὺ θεωρεῖται ὡς πολιτικῶς ὀρθό.
Θὰ δώσω σύντομα δύο παραδείγματα ἀπὸ τὴν ἱστορία γιὰ τὴ θεμελίωση τῆς “θεοκρατίας” τοῦ κοσμικοῦ κράτους: Τὸ πρῶτο προέρχεται ἀπὸ τὴν Γαλλία. Ἐκεῖ παρατηροῦμε μετὰ τὴ «Διακήρυξη τῶν Δικαιωμάτων τοῦ Ἀνθρώπου καὶ τοῦ Πολίτη» στὶς 26 Αὐγούστου τοῦ 1789 τὴ ριζικὴ ἀνατροπὴ ὅλου τοῦ ὥς τότε ἐκκλησιαστικοῦ καθεστῶτος τῆς Γαλλίας: Ἔχουμε τὴν κρατικοποίηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας, τὸ κλείσιμο τῶν μοναχικῶν ταγμάτων καὶ τὸν ἐξαναγκασμὸ τῶν κληρικῶν, ἐπισκόπων καὶ ἱερέων, μὲ ὅρκο νὰ γίνουν πιστοὶ ὑπηρέτες τοῦ νέου πολιτικοῦ συστήματος ποὺ εἶχε προκύψει μὲ τὴν ἐπανάσταση. Ἐὰν ἀρνοῦνταν –περίπου τὸ 45% τοῦ ἐνοριακοῦ κλήρου– τοὺς περίμεναν φυλάκιση καὶ ἐκτελέσεις ἢ ἀναγκαστικὴ φυγὴ ἀπὸ τὴ Γαλλία. Μετὰ τὴν ἐπίσημη ἐκθρόνιση τοῦ Βασιλιᾶ στὶς 21 Σεπτεμβρίου τοῦ 1792 προκηρύχθηκε τὴν ἑπόμενη μέρα ἡ Πρώτη Γαλλικὴ Δημοκρατία. Ἡ νέα ἐποχὴ γιὰ τὴν ἀνθρωπότητα ποὺ ξεκίνησε τὴν 22α Σεπτεμβρίου στέφθηκε μὲ ἕνα νέο ἡμερολόγιο. Ἐφαρμόστηκε τὸ δεκαδικὸ σύστημα στὸν προσδιορισμὸ τοῦ χρόνου, τὸ ὁποῖο θεωρήθηκε ὡς συμβολὴ στὴ βίωση τοῦ χρόνου μὲ βάση τὴ νέα “θεία” ἀρχὴ τῆς λογικῆς[19]. Ξεκίνησε ἕνα πρόγραμμα ριζοσπαστικοῦ ἀποχριστιανισμοῦ τῆς Γαλλίας, τὸ ὁποῖο σ’ αὐτὴ τὴ μορφὴ κράτησε μέχρι τὸ θάνατο τοῦ Ροβεσπιέρου. Τὸ μῖσος τῶν ριζοσπαστικῶν Ἰακωβίνων ἐναντίον τῆς χριστιανικῆς παράδοσης στὴ Δύση ἐκφράστηκε τὸ φθινόπωρο σὲ διάφορες ἐκδηλώσεις καρναβαλιοῦ μὲ περιφορὰ ἐκκλησιαστικῶν σκευῶν, μὲ σύληση ναῶν, καταστροφὴ ἔργων ἐκκλησιαστικῆς τέχνης κ.ἄ., ποὺ ὀργάνωναν μέλη τῆς Συμβατικῆς Ἐθνοσυνέλευσης. Τὸν Ὀκτώβριο ἀπαγορεύτηκε ἀπὸ τὴν κομμούνα τῶν Παρισίων κάθε θρησκευτικὴ ἱεροτελεστία καὶ στὶς 10 Νοεμβρίου, τὴν πρώτη ἐπίσημη γιορτὴ τῆς νέας θρησκείας Raison – Λογική, ἐγκαταστάθηκε στὸ πρόσωπο μίας γυμνῆς πόρνης ἡ θεὰ Raison στὴν ἁγία Τράπεζα τῆς Παναγίας τῶν Παρισίων. Μὲ νόμο στὶς 27 Νοεμβρίου ὅλοι οἱ ναοὶ στὸ Παρίσι παραδόθηκαν στὴ νέα θρησκεία καὶ κάθε Δεκάτη (δέκατη μέρα) τοῦ νέου ἐπαναστατικοῦ ἡμερολογίου καθιερώθηκε ὡς «Γιορτὴ τῆς Λογικῆς». Μὲ τὴν Ἐπιτροπὴ Κοινῆς Σωτηρίας, στὴν ὁποία ὁ Μαξιμιανὸς Ροβεσπιέρος (1758-1794) ἀνέλαβε τὸ καλοκαίρι τοῦ 1793 τὸν ἔλεγχο τῆς χώρας, ξεκίνησε ἡ περίοδος τῆς τρομοκρατίας. Περίπου 35.000-40.000 ἄνθρωποι κατέληξαν στὸ διάστημα περίπου ἑνὸς χρόνου, μέχρι τὸν Ἰούλιο τοῦ 1794, στὴ λαιμητόμο μὲ ἕνα ἀπὸ τὰ τελευταῖα θύματα τὸν ἴδιο τὸν Ροβεσπιέρο καὶ εἴκοσι ἕνα συνεργάτες του.
Τὸ δεύτερο ἱστορικὸ παράδειγμα, ὁπού τὸ ἐγχείρημα τῆς θεμελίωσης τῆς “θεοκρατίας” τοῦ κοσμικοῦ κράτους λαμβάνει σάρκα καὶ ὀστᾶ, εἶναι τὸ καθαρὰ κοσμικὸ Σύνταγμα τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν τοῦ 1787, τὸ ὁποῖο συμπληρώνεται τὸ 1791 μὲ τὸ ἑξῆς πρῶτο ἄρθρο Τροπολογίας: «Τὸ Κογκρέσσο δὲν θὰ ἐγκρίνει νόμο ποὺ θὰ ὑποστηρίζει τὴν ἐγκαθίδρυση θρησκείας ἢ ποὺ θὰ ἀπαγορεύει τὴν ἐλεύθερη θρησκευτικὴ λατρεία…»[20]. Δηλαδὴ ἀπαγορεύεται ἡ ἔκδοση νόμου ποὺ θὰ ὁρίσει μία κρατικὴ θρησκεία, μία θρησκεία ποὺ μὲ τὴν ἀντίληψη ποὺ ἔχει γιὰ τὸν Θεό, τὸν κόσμο, τὴν ἀξία καὶ τὸν προορισμὸ τοῦ ἀνθρώπου κ.ἄ. θὰ μποροῦσε νὰ ἀποκτήσει σημασία γιὰ τὴν κοινὴ ζωὴ καὶ τὴ διαμόρφωσή της. Ταυτόχρονα ἐγγυᾶται στὴ συνέχεια τὴν προστασία τῆς κάθε θρησκευτικῆς λατρείας, ἐκφράζοντας μὲ συνέπεια τὴ βασικὴ θέση τοῦ Προτεσταντισμοῦ, ὅτι ὁ κάθε πιστὸς ἀνάγεται σὲ κριτήριο τῆς ἀλήθειας τοῦ Θεοῦ. Ἄρα δὲν ὑπάρχει ὄντως ἡ ἀλήθεια, δὲν ὑπάρχει ὄντως ὁ Θεός. Ὁ Λαὸς τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν ἑπομένως ἀφήνει στὸ κάθε μέλος αὐτῆς τῆς κοινωνίας, νὰ ἐκφράζει ἐλεύθερα τὴν ἰδιοτροπία του, νὰ ζεῖ στὸν κόσμο του, ὅσον ἀφορᾶ στὴν ἰδιωτικὴ σφαῖρα τῆς ζωῆς. Ὅσον ἀφορᾶ στὴ δημόσια σφαῖρα ἐπικρατεῖ ἡ ἀθεΐα ὡς θεμέλιο τῆς κοινωνικῆς συμβίωσης. Ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει ἡ ἀλήθεια, μία μόνο ἀλήθεια ἐπικρατεῖ: ὅτι δὲν ὑφίσταται τίποτε πέρα ἀπὸ τὴν κοσμικὴ πραγματικότητα καὶ τὸν ἄνθρωπο.
Σημειώσεις:
[1] «Σῶσον, Κύριε, τὸν λαόν σου, καὶ εὐλόγησον τὴν κληρονομίαν σου, νίκας τοῖς βασιλεῦσι, κατὰ βαρβάρων δωρούμενος, καὶ τὸ σὸν φυλάττων, διὰ τοῦ Σταυροῦ σου πολίτευμα. Δόξα… Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ ἑκουσίως, τῇ ἐπωνύμῳ σου καινῇ πολιτείᾳ, τοὺς οἰκτιρμούς σου δώρησαι, Χριστὲ ὁ Θεός, εὔφρανον ἐν τῇ δυνάμει σου, τοὺς πιστοὺς βασιλεῖς ἡμῶν, νίκας χορηγῶν αὐτοῖς, κατὰ τῶν πολεμίων, τὴν συμμαχίαν ἔχοιεν τὴν σήν, ὅπλον εἰρήνης, ἀήττητον τρόπαιον. Καὶ νῦν… Προστασία φοβερὰ καὶ ἀκαταίσχυντε, μὴ παρίδῃς, ἀγαθή, τὰς ἱκεσίας ἡμῶν, πανύμνητε Θεοτόκε, στήριξον ὀρθοδόξων πολιτείαν, σῷζε οὗς ἐκέλευσας βασιλεύειν, καὶ χορήγει αὐτοῖς οὐρανόθεν τὴν νίκην, διότι ἔτεκες τὸν Θεόν, μόνη εὐλογημένη» (Γιὰ τὰ κείμενα βλ. Μέγας Ἱερὸς Συνέκδημος, ἐκδόσεις Φῶς, σ. 142-143). [2] Ματθ. 28, 18. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος τονίζει: «οὐ γὰρ ἔστι ἐξουσία, εἰμὴ ὑπὸ Θεοῦ, αἱ οὖσαι ἐξουσίαι ἐκ τοῦ Θεοῦ τεταγμέναι εἰσὶ» (Ρωμ. 13, 1). [3] Περιγράφεται στὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων 6, 1-6. [4] Πράξ. 6, 3. Τὸ πόσο μακρυὰ βρισκόμαστε σήμερα ἀπὸ τὴν πραγματικότητα τῆς πολιτικῆς τῆς ἀποστολικῆς ἐποχῆς φαίνεται ἀπὸ τὸ γεγονός, ὅτι ἀκόμα καὶ πιστοὶ ἄνθρωποι στὴν ἐποχή μας, στὴν ἐποχὴ τῆς δημοκρατίας, συχνὰ δὲν δίνουν σημασία οὔτε κἄν στὴν ἁπλὴ πίστη τῶν ὑποψηφίων ποὺ ἐπιλέγουν. [5] Β΄ Κορ. 5, 17. Τὸ θέμα αὐτὸ ἀναπτύσσεται μὲ πλοῦτο στοιχείων σὲ διάλεξη τοῦ π. Γεωργίου Δ. Μεταλληνοῦ ποὺ ἐκδόθηκε μὲ τίτλο: Ἐκκλησία καὶ Πολιτεία στὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση, Ἱερὰ Μητρόπολη Μεσσηνίας, Ἀθήνα 1997. [6] Γράφει χαρακτηριστικά: Τὸ «διὰ τοῦ Σταυροῦ Πολίτευμα, τὸ ὁποῖο, μὲ τὴν κατακόρυφη καὶ τὴν ὁριζόντια ἕνωση τῶν δύο κεραιῶν τοῦ Σταυροῦ, σημαίνει τὴν ΑΣΥΓΧΥΤΗ ἀλλὰ καὶ ΑΔΙΑΙΡΕΤΗ ἕνωση τῶν δύο ἐν Χριστῷ Φύσεων, Θείας καὶ Ἀνθρωπίνης, τὴν ἀσύγχυτη ἀλλὰ καὶ ἀδιαίρετη σχέση καὶ ἕνωση τῶν Δύο Διαθηκῶν, Παλαιᾶς καὶ Καινῆς, τὴν ἀσύγχυτη ἀλλὰ καὶ ἀδιαίρετη ἕνωση καὶ σχέση Ἱερωσύνης καὶ Βασιλείας, Ἱερατικῆς καὶ Κυβερνητικῆς Διακονίας ὑπὲρ τοῦ Λαοῦ τοῦ Θεοῦ μας» [Βλ. «Ἡ ἱστορικὴ Ὀρθοδοξία, ὁ ἱστορικὸς ὑλισμὸς καὶ τὸ σήμερα!», Ἐνοριακὴ Εὐλογία 17 (2018), 431]. [7] Γιὰ τὴ σχέση Ἱερωσύνης καὶ Βασιλείας, πνευματικῆς καὶ πολιτικῆς διακονίας, στὸν Ἅγιο Ἰουστινιανὸ βλ. Γεροστέργιος Α., Ἰουστινιανός. Ὁ Μέγας Αὐτοκράτωρ καὶ Ἅγιος, Ὑπακοή, Ἀθήνα 2019, σσ. 137-147, ὅπου καὶ περισσότερη βιβλιογραφία. [8] Βλ ὁλόκληρο τὸ χωρίο στὸ προοίμιο τῆς ΣΤ΄ Νεαρᾶς: «Δύο εἶναι τὰ μέγιστα δῶρα ποὺ ὁ Θεός, στὴν ἀγάπη Του γιὰ τὸν ἄνθρωπο, μᾶς δώρισε ἀπὸ ψηλά: ἡ ἱερωσύνη καὶ ἡ αὐτοκρατορικὴ ἀξιοπρέπεια. Τὸ πρῶτο ὑπηρετεῖ τὰ Θεῖα πράγματα, ἐνῷ τὸ δεύτερο διευθύνει καὶ διοικεῖ τὶς ἀνθρώπινες ὑποθέσεις. και τὰ δύο, ὡστόσο, ἔχουν τὴν ἴδια προέλευση καὶ διακοσμοῦν τὴ ζωὴ τῆς ἀνθρωπότητος. Ὁπότε, τίποτα δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι τέτοια πηγὴ φροντίδας γιὰ τοὺς αὐτοκράτορες, ὅσο ἡ ἀξία τῶν ἱερέων, ἀφοῦ γιὰ τὴν αὐτοκρατορικὴ εὐημερία συνεχῶς παρακαλοῦν τὸν Θεό. Διότι ἐὰν ἡ ἱερωσύνη εἶναι μὲ κάθε τρόπο ἐλεύθερη ἀπὸ κατηγορία καὶ ἔχει πρόσβαση στὸν Θεὸ καὶ ἐὰν οἱ αὐτοκράτορες διοικοῦν μὲ ἐπιείκεια καὶ δικαιοσύνη τὸ Κράτος, ποὺ ἀνατέθηκε στὴν φροντίδα τους, γενικὴ ἁρμονία θὰ προκύψει καὶ κάθε τι ὠφέλιμο θὰ δοθεῖ στὴν ἀνθρωπότητα». (Corpus Juris Civilis, ΙΙΙ, Novella VI, Προοίμιο, ἐπιμ. R. Schoell-W. Kroll, Berlin 1928, 35-6. Τὸ παράθεμα ἐδῶ ἔχει ληφθεῖ ἀπὸ Γεροστέργιος Α., Ἰουστινιανός. Ὁ Μέγας Αὐτοκράτωρ καὶ Ἅγιος, Ὑπακοή, Ἀθήνα 2019, 140-141). Εἰδικὰ ὡς πρὸς τὴ νομοθεσία τονίζεται στὴ Νεαρὰ ΡΘ΄: «Οἱ νόμοι πρέπει νὰ προκύπτουν ἀπὸ ἐκεῖ (τὴ συμφωνία) καὶ νὰ ἔχουν σχέση μὲ αὐτήν, καθὼς αὐτὴ (ἡ συμφωνία) πρέπει νὰ εἶναι ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος» (Novella CIX, Προοίμιο, Schoell-Kroll, ὅπ. παρ., 517. Τὸ παράθεμα ἐδῶ σύμφωνα μὲ Γεροστέργιος, ὅπ. παρ., 141). [9] Ὁ Πάπας Γρηγόριος Ζ΄ προέβαλε τὸ Μάρτιο τοῦ 1075 τὸ Dictatus Papae, ἕνα κείμενο τὸ ὁποῖο τόνισε σὲ 27 σύντομες θέσεις τὴν ἀπόλυτη ὑπεροχὴ τοῦ θρόνου τῆς Ρώμης στὰ πνευματικὰ θέματα, ὅπως καὶ τὸν ἀπόλυτο ἔλεγχο τῆς κοσμικῆς ἐξουσίας, ἀφοῦ καὶ ἐκείνη σύμφωνα μὲ τὴν παπικὴ ἀντίληψη ἀνήκει στὸν Ρωμαῖο Ποντίφικα καὶ παραχωρεῖται μόνο στοὺς κοσμικοὺς ἄρχοντες μὲ δικαίωμα ἀνάκλησης [Τὸ πρωτότυπο κείμενο τοῦ «Dictatus papae» βρίσκεται στὸ Ἀρχεῖο τοῦ Βατικανοῦ. Γιὰ τὸ κείμενο βλ. Erich Caspar (Ἔκδ.), Das Register Gregors VII. 1. Βιβλίο I – IV. Β΄ ἔκδοση. Weidmann, Berlin 1955, (Monumenta Germaniae Historica. Epistolae 4, Epistolae selectae 2, 1), S. 201–208]. Ἐπὶ τοῦ Πάπα Βονιφατίου Η΄ κορυφώθηκε ἡ σύγκρουση μὲ τοὺς δυτικοὺς μονάρχες. Μὲ τὴ βοῦλλα τοῦ «Unam Sanctam» (βλ. papalencyclicals.net) ἀπαιτοῦσε τὴν ἀπόλυτη ὑποταγὴ καὶ τὸν ἀπόλυτο ἔλεγχο τῆς κοσμικῆς ἐξουσίας ἀπὸ τὸν Πάπα, ὁ ὁποῖος ἔχει νὰ δώσει λόγο μόνο στὸν Θεό. Ἡ θέση του ἦταν, ὅτι τὸ κοσμικὸ ξίφος ὑπάγεται στὸ πνευματικό, ὅτι ὀφείλει λοιπὸν νὰ χρησιμοποιεῖται ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας, ἐνῷ τὸ πνευματικὸ ξίφος χειρίζεται ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν Ἐκκλησία, δηλ. τὸν Πάπα. [10] Δηλ. δὲν ὑπάρχει καμία ἄλλη ἀνώτερη ἐξουσία, ἐκκλησιαστικὴ ἢ κοσμική. [11] Δηλ. σὲ ὅλες τὶς ὑποθέσεις, ἐκκλησιαστικὲς ὅπως καὶ κοσμικὲς ἀλλὰ καὶ σὲ ὅλες τὶς διαστάσεις τῆς ἐξουσίας – ἐκτελεστική, νομοθετική, δικαστικὴ –, δεσμεύεται μόνο ἀπὸ τὸ θεῖο δίκαιο. [12] Δηλ. μπορεῖ χωρὶς μεσολάβηση κανενὸς ὀργάνου νὰ ἀναλάβει τὴν κάθε ὑπόθεση καὶ ὁ καθένας μπορεῖ ἄμεσα νὰ καταφύγει στὸν Πάπα. [13] Δηλ. ἡ ἐξουσία του ἐκτείνεται σὲ ὅλη τὴν οἰκουμένη. [14] Ὁ Λούθηρος ἀπευθύνεται τὸ 1520 «Πρὸς τοὺς χριστιανοὺς εὐγενεῖς γερμανικοῦ γένους γιὰ τὴ βελτίωση τῆς χριστιανοσύνης» (βλ. gutenberg.spiegel.de Πρόκειται γιὰ τὸ πρῶτο προγραμματικὸ κείμενο τῆς ἐκκλησιαστικῆς του μεταρρύθμισης) καὶ τοὺς διαβεβαιώνει ὅτι δὲν ὑπάρχει πνευματικὴ ἐξουσία, ὅτι αὐτὴ εἶναι ἁπλῶς ἕνα εὕρημα τῆς ἐξουσιομανίας τοῦ Παπισμοῦ. Λίγες ἑβδομάδες ἀργότερα δημοσιεύει τὸ δεύτερο προγραμματικὸ κείμενο γιὰ τὴ Μεταρρύθμιση μὲ τίτλο: De captivitate Babylonica ecclesiae praeludium (Περὶ τῆς βαβυλωνιακῆς αἰχμαλωσίας τῆς Ἐκκλησίας) (βλ. gutenberg.spiegel.de), στὸ ὁποῖο μειώνει τὰ ἑπτὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας σὲ δύο, τὸ Βάπτισμα καὶ τὴ Θεία Εὐχαριστία. [15] Τὸ 1525 ὁ ἴδιος ὁ Λούθηρος δίδει τὸν ἔλεγχο τῆς νέας “Ἐκκλησίας” ποὺ ἔχει δημιουργήσει σὲ αὐτοὺς τοὺς ἄρχοντες. Πρόκειται γιὰ ἰδιαίτερα ἔξυπνη στρατηγικὴ τοῦ Θεολόγου τῆς Βιτεμβέργης, διότι ἡ κατάργηση τῆς εἰδικῆς ἱερωσύνης, καὶ μ’ αὐτὸ ἡ οὐσιαστικὴ κατάργηση τῆς πνευματικῆς ἐξουσίας, θὰ ἦταν καταδικασμένη σὲ πλήρη ἀποτυχία χωρὶς τὴν παράλληλη ἐξουσιαστικὴ ἐνδυνάμωση τῶν κοσμικῶν ἀρχόντων. Ναὶ μὲν οἱ παπικοὶ ἐπίσκοποι-ἄρχοντες μὲ τὴν κατάργηση τῆς εἰδικῆς ἱερωσύνης ὑποβιβάζονταν, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρὰ ὡς εὐγενεῖς τοὺς ἀναγνωριζόταν ἡ κοσμικὴ ἐξουσία ἀπευθείας δοσμένη ἀπὸ τὸν Θεό. Ἄλλωστε, γιὰ τὸν Λούθηρο θὰ ἦταν αὐτονόητο ὅτι στὴν περίπτωση προσχώρησης παπικῶν ἐπισκόπων στὸ δικό του κίνημα θὰ τοὺς ἔδινε ἀπ’ ἀρχῆς τὸν ἔλεγχο τῆς Ἐκκλησίας [Βλ. τὸ ἄρθρο 10 στὸ δεύτερο τμῆμα τῶν Σμαλκαλδικῶν ἄρθρων: «Περὶ τῆς χειροτονίας καὶ τῆς κλήσης»: Martin Luther, Die schmalkaldischen Artikel (1537) (download στὸ: evangelische-volksbibliothek.de)]. Ἑπομένως θὰ εἶχαν πάλι τὸν ἔλεγχο, ἀλλὰ σὲ ἄλλη μορφή, χωρὶς πνευματικὴ ἐξουσία. Καὶ ἔτσι θὰ εἶχαν ποικίλα ὀφέλη, τὴν ἀνεξαρτητοποίησή τους ἀπὸ τὸν Πάπα καὶ ἐνδεχομένως καὶ τὴν κληρονομικὴ διαδοχή, τὴν ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τὴν ἀνάγκη τῶν παράνομων σχέσεων μὲ τὶς μαιτρέσσες τους, τὴν νόμιμη ἀπόκτηση παιδιῶν, κληρονόμων τῆς πριγκιπικῆς τους ἰδιότητας κ.ἄ. [16] Jean-Jacques Rousseau, Emil oder Uber die Erziehung, τόμ. 2, Leipzig [χ. χρονολογία], σ. 216 ἐ.ἔ. [17] Ἐκδόθηκε γιὰ πρώτη φορὰ τὸ 1762 στὸ Ἄμστερνταμ καὶ ἀπαγορεύτηκε κατόπιν ἀμέσως στὴ Γαλλία, τὶς Κάτω Χῶρες, στὴ Γενεύη καὶ τὴ Βέρνη. Ἀπορρίπτει τὸν Θεὸ ὡς θεμελιωτὴ τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας καὶ ἑπομένως τὴν ἐλέῳ Θεοῦ βασιλεία καὶ ζητάει νὰ τὴν ἀντικαταστήσει μὲ τὴν δημοκρατία, ἀποδίδοντας τὴν πηγὴ τῆς κυριαρχίας στὸν λαὸ (Γιὰ μία ἑλληνικὴ ἔκδοση τοῦ ἔργου βλ. τὴν μετάφραση τῆς Βασιλικῆς Γρηγορόπουλου καὶ τοῦ Ἀλβέρτου Σταϊνχάουερ ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις Πόλις: Ζὰν-Ζὰκ Ρουσσώ, Τὸ Κοινωνικὸ Συμβόλαιο ἢ Ἀρχὲς Πολιτικοῦ Δικαίου, Ἀθήνα 2004).[18] Πιὸ ἀναλυτικὰ βλ.: Νομομαθής, «Ἡ ἐκκοσμίκευση καὶ ἡ Θεοκρατία!», Ἐνοριακὴ Εὐλογία 19 (2020), 8-11. [19] Ὁ χρόνος εἶχε 12 μῆνες μὲ 30 μέρες. Καὶ ὁ μήνας εἶχε τρεῖς δεκάδες, οἱ ὁποῖες ἀντικατέστησαν τὶς ἑβδομάδες ποὺ ἔχουν βιβλικὴ θεμελίωση. Ἡ μέρα εἶχε 10 ὧρες, κάθε ὥρα ἑκατὸ πρῶτα λεπτὰ καὶ κάθε πρῶτο λεπτὸ 100 δεύτερα. Οἱ μῆνες ἔλαβαν καινούργια ὀνόματα (μετεωρολογικοῦ φαινομένου ἢ ἀγροτικῆς ἐργασίας) ὅπως καὶ οἱ μέρες (τῶν ἀριθμῶν ἕνα ὡς δέκα), γιὰ νὰ ἐξαλειφθεῖ ὁποιαδήποτε ἀνάμνηση καὶ ἀναφορὰ στὸ χριστιανικὸ παρελθόν. Τὸ νέο ἡμερολόγιο ἦταν ἐπίσημα σὲ χρήση ἀπὸ τὶς 22 Σεπτεμβρίου 1792 (ἡμέρα καθιέρωσης τῆς δημοκρατίας) ὥς τὶς 31 Δεκεμβρίου 1805 (κατάργηση ἀπὸ τὸν Ναπολέοντα). [20] Γιὰ τὸ κείμενο τοῦ Συντάγματος καὶ τὶς 27 Τροπολογίες του στὰ Ἑλληνικὰ βλ: de-facto.gr.
* ΕΙΣΗΓΗΣΙΣ ΤΟΥ ΕΙΣ ΤΗΝ ΗΜΕΡΙΔΑ 30-06-24 ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ ΠΑΤΕΡΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ: «Ἐκκλησία καὶ Πολιτεία στὴν ἐποχὴ τῆς Μεγάλης Ἐπανεκκίνησης».




