Τοῦ κ. Παναγιώτου Ἀθανασίου
Ἡ πατρίδα μας καὶ γενικὰ ὅλοι οἱ κάτοικοι τῆς γῆς περνοῦν μία μεγάλη δοκιμασία ἐξ αἰτίας ἑνὸς κατασκευασμένου ἀπὸ ἀνθρώπους, ὅπως πολλοὶ εἰδικοὶ πιστεύουν, ἰοῦ, τοῦ ὀνομαζομένου κορωνοϊοῦ. Ἂν ψάξουμε τὴν αἰτία αὐτῆς τῆς δοκιμασίας σίγουρα εἶναι ἡ ἠθικὴ καὶ πνευματικὴ πτώση τῆς ἀνθρωπότητας, δηλ. ἡ ἁμαρτία.
Τί λέγει ὁ θεῖος Χρυστόστομος;
«Πρόσεχε τί εἶπε ὁ Χριστὸς στὸν παράλυτο: «Δές, ἔγινες ὑγιής, μὴ ἁμαρτάνεις πλέον, γιὰ νὰ μὴ σοῦ συμβῆ κάτι τὸ χειρότερο». Τί πληροφορούμαστε ἀπὸ αὐτά; Πρῶτο, ὅτι τὸ νόσημά του ὁ παράλυτος τὸ ἀπέκτησε ἀπ’ τὶς ἁμαρτίες του. Δεύτερο, ὅτι εἶναι ἀληθινὸς ὁ λόγος περὶ τῆς γέεννας. Καὶ τρίτο, ὅτι ἡ τιμωρία εἶναι μακροχρόνια καὶ διαρκής».
Καὶ συνεχίζει: «Πηγὴ τῶν κακῶν καὶ ρίζα καὶ μητέρα ὅλων εἶναι ἡ φύση τῆς ἁμαρτίας. Αὐτὴ παραλύει τὰ σώματά μας, αὐτὴ φέρνει τὶς ἀρρώστιες. Γι’ αὐτὸ κι ἐδῶ λέγει, «ἔχε θάρρος, παιδί μου, σοῦ συγχωροῦνται οἱ ἁμαρτίες», κι ἐκεῖ λέγει, «βλέπεις, ἔχεις γίνει καλά, μὴ ἁμαρτάνεις πιά, γιὰ νὰ μὴ πάθης τίποτα χειρότερο», δηλώνοντας καὶ στοὺς δύο, ὅτι αὐτὲς οἱ ἀρρώστιες γεννήθηκαν ἀπὸ ἁμαρτήματα».
Συμπληρώνει ὁ Ἅγιος: «Ἐν καιρῷ ἀσθενείας καὶ πτωχείας στὸν Θεὸ νὰ ἔχης πεποίθηση, γιατί ὅπως στὴ φωτιὰ δοκιμάζεται ὁ χρυσός, ἔτσι καὶ οἱ ἄνθρωποι γίνονται δεκτοὶ στὴν κάμινο τῆς ταπεινώσεως» (Σοφ. Σειρ. 2, 4-5).
Νὰ μὴ ζητήσουμε, λοιπόν, ν’ ἀπαλλαγοῦμε μὲ ὁποιονδήποτε τρόπο ἀπ’ τὰ δεινά, ἀλλὰ μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ.
Πῶς λοιπὸν θὰ θεραπευθοῦμε;
Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος μᾶς δίνει τὴν λύση:
«Ἂς ἀγγίξουμε κι ἐμεῖς τὸ ἄκρο τοῦ ἐνδύματος τοῦ Χριστοῦ. Ἢ καλύτερα, ἂν θέλουμε μποροῦμε νὰ Τὸν ἔχουμε ὅλο κοντά μας. Καθ’ ὅσον τώρα καὶ τὸ σῶμα Του βρίσκεται μπροστά μας. Ὄχι μόνον τὸ ἔνδυμα, ἀλλὰ καὶ τὸ σῶμα, ὥστε ὄχι μόνο νὰ τὸ ἀγγίξουμε, ἀλλὰ καὶ νὰ τὸ φᾶμε καὶ νὰ χορτάσουμε. Ἂς Τὸν πλησιάσουμε λοιπὸν μὲ πίστη ὁ καθένας μας ποὺ ὑποφέρει ἀπὸ κάποια ἀσθένεια. Γιατί ἂν ἐκείνη (δηλ. ἡ αἱμορροοῦσα), ποὺ ἄγγιξε τὸ ἄκρο τοῦ ἐνδύματός Του, ἔλαβε τόσο μεγάλη δύναμη, πόσο μεγαλύτερη δύναμη θὰ λάβουν αὐτοὶ ποὺ τὸν ἔχουν ὁλόκληρο μέσα τους.
Μήπως ὁ παντοδύναμος Θεὸς δὲν μπορεῖ νὰ θεραπεύση κάποια ἀσθένεια;
«Ὁ δὲ Ἰησοῦς γνοὺς ἀνεχώρησεν ἐκεῖθεν· καὶ ἠκολούθησαν αὐτῷ ὄχλοι πολλοί, καὶ ἐθεράπευσεν αὐτοὺς πάντας» (Ὁ Ἰησοῦς ὅμως ἔμαθε τὰ σχέδιά τους καὶ ἀναχώρησε ἀπὸ ἐκεῖ. Καὶ τὸν ἀκολούθησαν πολλὰ πλήθη λαοῦ, κι αὐτὸς θεράπευσε ὅλους ὅσους ἦταν ἀσθενεῖς). (Ματθ. 12, 15).
Εἴδατε τί λέγει; Ἐθεράπευσε πάντας τοὺς ἀσθενεῖς.
Τί μᾶς διδάσκει τόσα χρόνια ἡ πίστη μας; Γιὰ νὰ ἀπαλλαγοῦμε ἀπὸ ὁποιαδήποτε δεινὰ νὰ καταφύγουμε στὴν βοήθεια Τοῦ Θεοῦ, στὴν βοήθεια τῆς Παναγίας μας, στὴν βοήθεια τῶν Ἁγίων μας. Πόσες ἀρρώστιες καὶ μάλιστα καὶ τέτοιου εἴδους ἀρρώστιες, δηλαδὴ πανδημίες, γιάτρεψαν οἱ ἅγιοί μας. Ὁ Ἅγιος Σπυρίδων, ὁ Ἅγιος Δημήτριος, ὁ Ἅγιος Βησσαρίων, ἡ Ἁγία Βαρβάρα, καὶ ὅλοι οἱ ἅγιοι, ὅταν καταφεύγαμε σὲ αὐτοὺς μὲ πίστη καὶ τοὺς ζητούσαμε τὴν βοήθεια.
* * *
Ἄς ἀναφέρουμε ἕνα τέτοιο θαῦμα γιὰ τὴν χολέρα ποὺ διηγεῖται ὁ Ἅγιος Νικόλαος ὁ Βελιμίροβιτς.
«Ὁ γέρος Σάντρε Τσιπάνοβιτς, γιὰ πολλὰ χρόνια ἐπίτροπος τῆς ἐκκλησίας τοῦ Ἁγίου Κλήμη στὴν Ἀχρίδα, διηγεῖται αὐτὸ τὸ συμβάν. Τὸ ἔτος 1910 θέριζε ἡ χολέρα στὴν Ἀχρίδα. Ἡ πόλη κάθε μέρα γέμιζε μὲ νεκρούς.
Φάρμακο δὲν ὑπῆρχε. Ὁ λαὸς ἄρχισε νὰ μετακομίζη καὶ νὰ φεύγη στὰ περίχωρα. Τὸ μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Ναοὺμ ἦταν γεμάτο ἀπὸ πρόσφυγες τῶν κατοίκων τῆς Ἀχρίδας. Τότε, λέει ὁ Σάντρε, πρότεινα στὸν πατέρα Γεώργιο καὶ σὲ ἕνα ἀκόμα παπὰ ποὺ ἦταν στὴν ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Κλήμη, νὰ πάρουμε τὰ λείψανα τοῦ Ἁγίου πατέρα μας Κλήμη καὶ νὰ περάσουμε μέσα ἀπ’ τὴν πόλη μὲ λιτανεία. Οἱ παπάδες συμφώνησαν. Ξεκινήσαμε ἀμέσως μόνο λίγοι ἀπό μᾶς. Στὸ δρόμο ἄρχισε ὁ λαὸς νὰ μᾶς συντροφεύη. Περάσαμε μέσα ἀπὸ τὴν παλιὰ πόλη καὶ μέσα ἀπ’ τὴν ἀγορά. Οἱ Τοῦρκοι δὲ μᾶς ἐνοχλοῦσαν, ἀφοῦ κι ἐκεῖνοι ἔπεφταν ἀπὸ χολέρα σὰν μῦγες. Κι ἔτσι ἕως τὸ βράδυ γυρίσαμε μὲ τὰ λείψανα στὴν ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Κλήμη. Τὴν ἑπόμενη μέρα κανένας πιὰ δὲν ἀρρώστησε ἀπὸ χολέρα. Αὐτὴ ἡ τρομερὴ ἀρρώστια μὲ μιᾶς εἶχε σταματήσει. Ἡ μεταφορὰ τῶν ἱερῶν στὴ λιτανεία βοηθᾶ πολύ, λέει ὁ γέρο Σάντρε. Καὶ ὑπενθυμίζει καὶ μία παρόμοια περίπτωση στὴν Κωνσταντινούπολη. Μία φορά καὶ στὴν Κωνσταντινούπολη ἡ χολέρα θέριζε καὶ ἀφάνιζε πολὺ λαό. Τότε ὁ Πατριάρχης πῆγε στὸ σουλτᾶνο καὶ τὸν παρακάλεσε νὰ δώσει ἄδεια, ὥστε νὰ μεταφερθῆ μέσα ἀπ’ τὴν πόλη ἡ Ἁγία Ζώνη τῆς Παναγίας Θεοτόκου, ἡ ὁποία φυλασσόταν τότε στὸ ναὸ τῆς Παναγίας τῶν Βλαχερνῶν. Ὁ σουλτᾶνος τὸ ἐπέτρεψε καὶ ἡ λιτανεία μ’ αὐτὴ τὴ Ζώνη καὶ μὲ τὸν Πατριάρχη, τοὺς ἱερεῖς, τοὺς σταυροὺς καὶ τὰ λάβαρα διέσχισε τὴν πύλη τῆς Κωνσταντινούπολης. Ἡ χολέρα σταμάτησε τότε μὲ μιᾶς».
Δυστυχῶς ὅμως τί κάνουν σήμερα οἱ ἡγεσίες μας; Ὅλως ἀντίθετα. Κατ’ ἀρχὴν ἐμποδίζουν τὴν μυστηριακὴ ζωή. Ἂς ὑποχωρήσουμε λέγουν, ἂς κάνουμε ὑπακοή, γιὰ νὰ μὴ δώσουμε ἀφορμὲς σὲ αὐτοὺς ποὺ πολεμοῦν τὴν Ἐκκλησία, δηλαδὴ σὲ αὐτοὺς ποὺ πολεμοῦν Τὸν Χριστό. Κλειδώνουν τὶς πόρτες τῶν ἱερῶν ναῶν μήπως καὶ μπῆ κανένας παραπάνω ἀπὸ τοὺς 4 πιστούς. Μὰ τί θὰ μποῦν στὴν ἐκκλησία, λῃστές, ἐχθροὶ τῆς πατρίδος; Κρῖμα γιὰ μερικοὺς ποὺ παρακολουθοῦν, ἂν λειτουργήση ὁ ἱερέας ἢ ἂν μπῆ κανένας παραπάνω. Ἕτοιμοι νὰ εἰδοποιήσουν τὰ ἁρμόδια ὄργανα. Τί κατάντημα εἶναι αὐτὸ σήμερα! Μὲ πολὺ πόνο ψυχῆς ρωτᾶμε, γιατὶ ἡ Διοικοῦσα Ἐκκλησία μᾶς προτρέπει μόνον νὰ τηροῦμε τὰ μέτρα τῆς πολιτείας καὶ δὲν προβάλλει καὶ δὲν χρησιμοποιεῖ τὰ σωτηριώδη, αἰώνια φάρμακα τῆς Ἐκκλησίας μας;
* * *
Ποιὸ εἶναι τὸ καλύτερο φάρμακο; Ὁ Γέρων Χατζή-Γεώργης, ὅπως τονίζει στὸ σχετικὸ βιβλίο ὁ Ἅγιος Παΐσιος, μᾶς συμβουλεύει: «Τὸ καλύτερο φάρμακο εἶναι ἡ συχνὴ Μετάληψη τῶν Ἀχράντων τοῦ Χριστοῦ Μυστηρίων. Ἡ συχνὴ Ἐξομολόγηση καὶ ἡ Θεία Μετάληψη εἶναι ἡ σπουδαιότερη καὶ ἀπαραίτητη προϋπόθεση γιὰ τὴν ἐπίγεια πνευματικὴ ἀγαλλίαση καὶ τὴν Οὐράνια εὐφροσύνη». Καὶ τοὺς ἀνέφερε καὶ τὸ ἑξῆς παράδειγμα.
«Ἕνας Ἐρημίτης ρώτησε τὸν διάβολο:
– Ποιὰ εἶναι τὰ πιὸ φοβερὰ πράγματα στὴ ζωή σας;
Ἀπάντησε ὁ διάβολος:
– Εἶναι φοβερὰ καὶ ἀνυπόφορα γιά μᾶς.
– Ποιὰ εἶναι αὐτά; ρώτησε ὁ Γέροντας.
– Νά, ποιὰ εἶναι: τὸ μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος, μὲ τὸ ὁποῖο χάνουμε ἐντελῶς τὴν ἐξουσία καὶ τὸ δικαίωμα ἐπάνω σας, ὁ Σταυρός, ὁ ὁποῖος μᾶς βασανίζει, μᾶς διώχνει καὶ μᾶς ἀφανίζει, καὶ ἰδίως ἡ Κοινωνία. Ἡ Κοινωνία, συνέχισε ὁ διάβολος, εἶναι πιὸ φοβερὴ γιὰ μᾶς καὶ ἀπὸ τὴν γέεννα τοῦ πυρός. Ὄχι μόνο δὲν μποροῦμε νὰ πλησιάσουμε ἐκεῖνον ποὺ ἄξια ἔχει κοινωνήσει, ἀλλὰ φοβόμαστε καὶ νὰ τὸν ἀντικρύσουμε ἀκόμη. Ἀλλ’ ὅμως, ὅσο κι ἂν αὐτὰ εἶναι θανάσιμα γιά μᾶς, ἐμεῖς εὐγνωμονοῦμε τοὺς ἀνθρώπους πού, μὲ τὶς ἀπροσεξίες τους καὶ τὶς ἁμαρτωλὲς συνήθειές τους, ἀπὸ μόνοι τους ἀπομακρύνουν τὴν ἐνέργεια τῶν Μυστηρίων ἀπὸ τὸν ἑαυτό τους. Κι ἔτσι, μόνοι τους μᾶς δίνουν τὸ δικαίωμα νὰ κυριεύσουμε τὶς καρδιές τους».
Μὲ τὴν διήγηση αὐτὴ ὁ Χατζή- Γεώργης ἔδινε νὰ καταλάβουν πιὸ ζωντανὰ πόσο σπουδαῖα εἶναι στοὺς Χριστιανοὺς τὰ Ἅγια Μυστήρια».
Τί κάνουμε λοιπὸν ἐμεῖς σήμερα; Τὰ ἀντίθετα. Ἐμποδίζουμε τὸν ἐκκλησιασμό, τὴν μυστηριακὴ ζωή, τὴν Θεία Μετάληψη. Ἀδελφοί, λάθος δρόμο πήραμε καὶ θὰ μᾶς στοιχίση! Ἀδελφοί, Μετάνοια, Μετάνοια, Μετάνοια.




