ΜΕΡΟΣ Ε΄
Τὸ φαινόμενο τῆς βρεφοποίησης, τὸ ὁποῖο ἔρχεται σὲ κραυγαλέα ἀντίθεση μὲ τὸ περιεχόμενο τοῦ ἄρθρου 16 παρ. 2 Συντ., δηλ. ὅτι «Ἡ παιδεία ἀποτελεῖ βασικὴ ἀποστολὴ τοῦ Κράτους καὶ ἔχει σκοπὸ τὴν ἠθική, πνευματική, ἐπαγγελματικὴ καὶ φυσικὴ ἀγωγὴ τῶν Ἑλλήνων, τὴν ἀνάπτυξη τῆς ἐθνικῆς καὶ θρησκευτικῆς συνείδησης καὶ τὴ διάπλασή τους σὲ ἐλεύθερους καὶ ὑπεύθυνους πολίτες», περιέγραφε ἤδη ἀπὸ τὸ 1954 ἡ Ἑλένη Βλάχου σὲ ἕνα χρονογράφημα ποὺ εἶχε δημοσιεύσει ὑπὸ τὸν τίτλο «Οὐτοπίες» στὸ περιοδικὸ «Ἐπίκαιρα» (28.11.1954) καὶ ἀργότερα ἀναδημοσίευσε στὸν Β΄ Τόμο τοῦ βιβλίου της «Δημοσιογραφικὰ χρόνια. Πενῆντα καὶ κάτι…», Γεννιέται ἕνα συγκρότημα (1951-1967, σελ. 165).
Ἡ Βλάχου ἐξανίστατο γιὰ τὴν συστηματικὴ ἐπιχείρηση βρεφοποίησής της, σχολιάζοντας πρῶτα τὴν σταθερὴ ροπὴ τοῦ ἐξουσιαστικοῦ συστήματος νὰ μετέρχεται ἀπατηλὰ μέσα. Γράφει, λοιπόν, μὲ θαυμαστὴ ἀκρίβεια: «Χρόνια τώρα μὲ ἐξαπατοῦν, σὰν νὰ ἤμουν ἕνα ἄρρωστο καὶ ἐλαφρῶς καθυστερημένο παιδί, ποὺ πρέπει μὲν νὰ πιεῖ ὅλα τὰ γιατρικά, ἀλλὰ νὰ τὰ πιεῖ ξεγελασμένο, λέγοντας “εὐχαριστῶ”, πιστεύοντας ὅτι καταπίνει σιρόπια».
Λίγο προτοῦ ὁλοκληρώσει τὸ χρονογράφημά της, στηλιτεύει τὴν ἀπόπειρα βρεφοποίησης τῶν πολιτῶν, στὴν ὁποία ὁ κυβερνητικὸς μηχανισμὸς ἐπιδίδεται συνεχῶς, ἀναδεικνύοντας τὴν ἐπικινδυνότητα τοῦ δεύτερου ὅπλου ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴν φαρέτρα τῆς προπαγάνδας, δηλ. τὰ ἐκφοβιστικὰ μέσα. Παρότι σχολιάζει μόνο μία πτυχὴ τοῦ τρομακτικοῦ αὐτοῦ ὅπλου, ἐπιλέγει συνειδητὰ τὴν λέξη ἐκείνη ποὺ ταιριάζει στὴν διακυβέρνηση βρεφοποιημένων πολιτῶν, δηλ. τὸν «μπαμπούλα». Εἰδικότερα, ἡ Βλάχου ζητᾶ ἀπὸ τοὺς κυβερνῶντες «νὰ μὴ φοβερίζουν [τὸν λαὸ] μὲ τὸν μπαμπούλα τῶν ἀναδρομικῶν ὑποχρεώσεων».
Στὸ προαναφερθὲν βιβλίο της ἀνέλυε τὸ βρεφοποιητικὸ τέχνασμα τῆς «διευθυνόμενης ψυχαγωγίας» ποὺ ἐφήρμοζε τὸ 1953 τὸ σοβιετικὸ καθεστὼς, ὥστε νὰ χειραγωγεῖ ἀποτελεσματικὰ τὸν κακοποιημένο Ρῶσο πολίτη. Ἐπιπλέον, στὴν ὑποενότητα ποὺ τιτλοφορεῖται «Ὁ ἐφιάλτης τῆς βαθμολογίας» (σελ. 59/60) ἔγραφε τὰ ἑξῆς σημαντικά:
«Ἡ συνταγὴ τῆς ζωῆς γιὰ τὸν Ρῶσο εἶναι μία: νὰ ὑπακούει, νὰ πιστεύει, νὰ ἐργάζεται, νὰ μὴ κάνει τὸν ἔξυπνο, νὰ μὴ ἐρευνᾶ τίποτε ποὺ δὲν βρίσκεται στὸ ἄμεσο περιβάλλον του, νὰ μὴ ἀνακατεύεται σὲ τίποτε ποὺ δὲν ἔχει σχέση μὲ τὴν ἐργασία του, νὰ μὴ ἐκφράζει ἀπαιτήσεις καὶ νὰ δέχεται μὲ εὐγνωμοσύνη τὴν παραμικρὴ προσφορά. Ἡ κρατικὴ τακτοποίηση τὸν ἔχει τοποθετήσει σὲ ἕνα μικρὸ διαμέρισμα μίας σιδερένιας κυψέλης. Περισσότερο ἔντομο παρὰ ἄνθρωπος, ζεῖ, τρέφεται, κινεῖται, γνωρίζει στιγμὲς ψυχαγωγίας, ἀλλὰ εἶναι στερεὰ δεμένος στὸν νόμο τῆς κυψέλης. Ἐὰν θελήσει νὰ ἐλευθερωθεῖ, χάθηκε. Ὁ Ρῶσος πολίτης δὲν παύει ποτέ, οὔτε στιγμή, οὔτε ὥρα, νὰ βρίσκεται κάτω ἀπὸ αὐστηρὴ παρακολούθηση. Ἀπὸ τὴν ἡμέρα ποὺ θὰ γεννηθεῖ ἕως τὴν ἡμέρα ποὺ θὰ πεθάνει, βαθμολογεῖται».
Σὲ αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ σημεῖο, ἡ Ἑλένη Βλάχου ἀξιοποιεῖ καὶ πάλι τὸ πρῖσμα τῆς βρεφοποίησης: «Ἴσως αὐτὸ ποὺ γιὰ τὸν ἐλεύθερο ἄνθρωπο ἀποτελεῖ μία ἐφιαλτικὴ κηδεμονία, αὐτὸ τὸ σύστημα ποὺ τὸν κρατεῖ σὲ μία πειθαρχία ἀνηλίκου σὲ ὅλη του τὴ ζωή, νὰ μὴ τὸν βαραίνει ὅσο φανταζόμαστε ἐμεῖς. Ἴσως τὴν κηδεμονία νὰ τὴ μεταφράζει σὲ προστασία, καὶ ὄχι μόνο νὰ τὴν ἀνέχεται, ἀλλὰ καὶ νὰ τὴν ἀποζητᾶ. Πάντως ὅμως δὲν τὸν ἔχει ἀφήσει νὰ ἐξελιχθεῖ ἐλεύθερα, ἔχει κοιμίσει τὸ πνεῦμα του, ἔχει ἀφαιρέσει τὴ δύναμη τὴ δημιουργικὴ ἀπὸ τοὺς καλλιτέχνες, τὴν πρωτοτυπία, τὴ φαντασία, τὴν πρόοδο ἀπὸ ἀνθρώπους τῆς πέννας».
Τὸ τελευταῖο αὐτὸ χωρίο εἶναι ἀποκαλυπτικό τῆς ὁμοιότητας ποὺ ὑπάρχει ἀνάμεσα στὸν Ἕλληνα τοῦ 2025 καὶ τὸν Ρῶσο τοῦ 1953: Ὅπως ὁ δεύτερος, ἔτσι καὶ ὁ πρῶτος φαίνεται πὼς ἔχει ἐθιστεῖ σὲ μία βρεφοποιητικὴ σχέση ἀνάμεσα στὸν πολίτη καὶ τὴν κυβέρνηση, ἡ ὁποία τὸν εὐνουχίζει κατὰ τέτοιον τρόπο, ὥστε νὰ μὴ δυσανασχετεῖ γιὰ τὸ γεγονὸς ὅτι στὸν τράχηλό του ἔχει καθίσει ἕνα ὁλοκληρωτικοῦ τύπου καθεστὼς ποὺ τὸν ἐξαπατᾶ, τὸν τρομοκρατεῖ, τὸν παρακολουθεῖ, τὸν ἐπιτηρεῖ, τὸν τιμωρεῖ, ἀλλὰ καὶ τὸν ἀνταμείβει, ὅταν εἶναι συνεργάσιμος. Πολὺ περισσότερο, αἰσθάνεται ἀσφαλὴς ὅταν τὸν κυβερνοῦν αὐταρχικοὶ βιοεξουσιαστές, στοὺς ὁποίους θέλει καὶ ὁ ἴδιος νὰ μοιάσει, ὅπως ἀκριβῶς συμβαίνει μὲ τὸ πρότυπο τοῦ αὐστηροῦ πατέρα ποὺ ἀναπαράγεται ἀπὸ τὸ καταπιεσμένο παιδί του.
Περαιτέρω, γιὰ «παιδισμὸ» ἔκανε λόγο ὁ Ἄγγελος Τερζάκης στὸ δοκίμιό του «Ὁ θάνατος τοῦ Καμὺ» (εἰς: τοῦ ἰδίου, Προσανατολισμὸς στὸν αἰώνα. Δοκίμια, 10η ἔκδ., Ἀθήνα 2000, σελ. 114 ἑπ., 116/117): «οἱ ἄνθρωποι, ταραγμένοι ἀπὸ τὶς ἀποκαλύψεις, πανικόβλητοι μπροστὰ στὴν ἐγκαινιαζόμενη ἐλευθερία τους, σαστίζουν σὲ τέτοιο βαθμὸ ποὺ τὰ ὁλότρεμα χέρια τους νὰ μπερδεύουν τὰ πάντα. Εἶναι ἕνας κόσμος ποὺ δὲν θέλει νὰ ξεκολλήσει ἀπὸ τὸν παιδισμὸ του (Infantilismus)».
Στὴν «νηπιοποίηση» τῶν πολιτῶν ὡς φαινόμενο ὑπονομευτικό τῆς δημοκρατίας εἶχε ἀναφερθεῖ καὶ ὁ Κορνήλιος Καστοριάδης («Εἴμαστε ὑπεύθυνοι γιὰ τὴν ἱστορία μας», εἰς: Τέτας Παπαδοπούλου [ἐπιμ.], Τοῦ Κoρνήλιου Καστοριάδη, ἔκδ. Πόλις, 5η ἔκδ., Ἀθήνα 2001, σελ. 13): «Ἐὰν ὅμως [ὁ ἑλληνικὸς λαὸς] εἶναι νήπιο, τότε ἂς μὴ μιλᾶμε γιὰ δημοκρατία. Ἐὰν ὁ ἑλληνικὸς λαὸς δὲν εἶναι ὑπεύθυνος γιὰ τὴν ἱστορία του, τότε, ἂς τοῦ ὁρίσουμε ἕναν κηδεμόνα».
Πιὸ πρόσφατα, στὶς 12 Σεπτεμβρίου 2017, ὁ Τζοσάια Ὀμπὲρ (Josiah Ober), Ἀμερικανὸς ἱστορικὸς καὶ καθηγητὴς κλασσικῶν σπουδῶν καὶ πολιτικῶν ἐπιστημῶν στὸ Πανεπιστήμιο Stanford, ἐκφώνησε διάλεξη στὴν Ἀθήνα μὲ θέμα «Δημοπόλις: Ἕνα ἀρχαιοελληνικὸ ὅραμα γιὰ τὴ δημοκρατία τοῦ αὔριο». Σὲ ἕνα σημεῖο τῆς ὁμιλίας του τόνισε ὅτι, «παρόλο ποὺ στὶς μέρες μας ἀναφερόμαστε συχνὰ στὴν ἀξιοπρέπεια τοῦ ἀνθρώπου, ὡς μία ἀφηρημένη, ἐνίοτε καὶ μεταφυσικὴ διάσταση τῶν οἰκουμενικῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων, οἱ δημοκράτες τῆς ἐποχῆς μας τείνουν νὰ παραγνωρίζουν τὴν ἀξία τῆς ἀξιοπρέπειας τοῦ πολίτη». Γι’ αὐτὸ «ὅλοι οἱ πολίτες ἔχουν καθῆκον νὰ προστατεύσουν ὁ ἕνας τὸν ἄλλον ἀπὸ τοὺς εὐτελισμοὺς τοῦ δημόσιου διασυρμοῦ καὶ τῆς νηπιοποίησης».
Ἡ τραγικὴ εἰρωνεία εἶναι ὅτι ὁ Ὀμπὲρ ὑπῆρξε ὁ πρῶτος καθηγητὴς τῆς ἕδρας Κωνσταντίνου Μητσοτάκη στὴν Σχολὴ Ἀνθρωπιστικῶν Ἐπιστημῶν τοῦ Πανεπιστημίου Στάνφορντ, ἀφιέρωσε δὲ τὴν διάλεξή του στὸν πατέρα τοῦ σημερινοῦ πρωθυπουργοῦ τῆς Ἑλλάδος, ἡ κυβέρνηση τοῦ ὁποίου προσβάλλει τὴν ἀξιοπρέπεια τῶν πολιτῶν, ἀφοῦ δὲν ἔχει κανένα δισταγμὸ νὰ τοὺς μεταχειρίζεται συνεχῶς καὶ ἀδιαλείπτως σὰν βρέφη.
Ἂν οἱ λαοί, πρωτίστως δὲ ὁ ἑλληνικός, κατανοήσουν τὸ ἐξαιρετικὰ διαβρωτικὸ γιὰ τὴν δημοκρατία φαινόμενο τῆς βρεφοποίησης ὡς μία ἀπὸ τὶς πιὸ ἐπικίνδυνες προπαγανδιστικὲς τεχνικὲς ποὺ χρησιμοποιοῦν οἱ κυβερνῶντες γιὰ νὰ τοὺς «ἐμβολιάζουν» τὸ μυαλὸ μὲ τὶς ὠφέλιμες γιὰ τὴν ἐλὶτ ἰδέες, εἶναι βέβαιον ὅτι, ἀργὰ ἢ γρήγορα, θὰ θελήσουν νὰ δραπετεύσουν ἀπὸ τὰ κάγκελλα τῆς νηπιακῆς κούνιας τους, βηματίζοντας ἐπιτέλους πρὸς τὸ φῶς τῆς ἀλήθειας.
Δυστυχῶς, ὅμως, ἡ προοπτικὴ αὐτὴ δὲν φαίνεται νὰ συγκεντρώνει πολλὲς πιθανότητες, εἰδικὰ μετὰ ἀπὸ ὅσα ἔβγαλε στὸ φῶς ἡ ἐποχὴ τοῦ κορωνοϊοῦ. Ἐξαιρετικὰ ἐπίκαιρες ἐν προκειμένῳ εἶναι οἱ ἀκόλουθες ἐπισημάνσεις τοῦ νευρολόγου Κωνσταντίνου Σπίγγου, μεταφραστῆ τοῦ ἔργου τοῦ οὑγγρικῆς καταγωγῆς Ἀμερικανoῦ ψυχιάτρου Τόμας Σὰζ (Thomas Szasz) «Νόμος, ἐλευθερία καὶ ψυχιατρική. Μία ἔρευνα τοῦ ρόλου τῶν ψυχιατρικῶν πρακτικῶν στὴν κοινωνία» (ἐκδ. Ἀρχιπέλαγος, Ἀθήνα 2007, σελ. XIV):
«Σήμερα φαίνεται ὅτι οἱ ἄνθρωποι ὁπουδήποτε ζητοῦν ἀπὸ τὶς κυβερνήσεις ὄχι τόσο τὴν ἐλευθερία, ὅσο τὴ ζητοῦσαν κατὰ τὸ παρελθόν, ἀλλὰ τὴ βοήθεια στὴν ἐπίτευξη τῶν προσωπικῶν τους στόχων, ζητοῦν δηλαδὴ ἀπὸ τὸ κράτος νὰ ἀναλάβει τὸ ρόλο τοῦ γονιοῦ τους. […]».
«Ὅταν οἱ προσωπικοὶ στόχοι περιλαμβάνουν τὴ διατήρηση τῆς ὑγείας καὶ τὴ θεραπεία τῆς ἀσθένειας, οἱ ἄνθρωποι προσδοκοῦν ἀπὸ τὸ κράτος νὰ λειτουργεῖ ὡς θεραπευτής. Ἐάν, ὡστόσο, τὸ κράτος γίνει γονιὸς καὶ θεραπευτής, τότε οἱ πολίτες θὰ ὁδηγηθοῦν νὰ υἱοθετήσουν τοὺς συμπληρωματικοὺς ρόλους τοῦ παιδιοῦ καὶ τοῦ ἀσθενοῦς. Ἡ μετατροπὴ αὐτὴ ἐπιφέρει τὴ στέρηση ἀπὸ τοὺς τελευταίους τῶν εὐκαιριῶν, γιὰ νὰ γίνουν ἀνεξάρτητα ἄτομα. Τὸ κοινωνικὸ-πολιτικὸ σύστημα ποὺ προκύπτει μοιάζει μὲ μία δυστυχισμένη οἰκογένεια: ἕνα ἄβουλο, ἀλλὰ ἄπληστο κοινὸ (τὸ κακομαθημένο παιδὶ) ποὺ ἀντιμετωπίζεται ἀπὸ μία ἐνδοτικὴ, ἀλλὰ ἀνεύθυνη καὶ ἐξουσιαστικὴ κυβέρνηση» (ὁ γονιὸς ποὺ τὸ κακομαθαίνει)».
Δεκατρία χρόνια προτοῦ ξεσπάσει ἡ «πανδημία τοῦ κορωνοϊοῦ», ὁ Σπίγγος προέβλεψε μὲ μαθηματικὴ ἀκρίβεια τὴν ἐγκαθίδρυση τῆς ὑγειονομικῆς δικτατορίας. Ἡ προφητική του φράση, ποὺ σήμερα ἀφήνει τὸν ἀναγνώστη ἐνεό, εἶναι ἡ ἑξῆς: «Ἡ προβολὴ τῶν παραπάνω στὸ μέλλον μπορεῖ καὶ νὰ ἀπολήγει σὲ μία ἰατροκρατικὴ δικτατορία».
Ὁ Σπίγγος συμπληρώνει τὴν προορατικὴ σκέψη του μὲ ἕνα χωρίο ἀπὸ τὸ ἔργο τοῦ Σὰζ «Τελετουργικὴ Χημεία: ἡ τυπολατρικὴ δίωξη τῶν ναρκωτικῶν, τῶν ἐξαρτημένων καὶ τῶν ἐμπόρων»:
«Ἂν δεχτοῦμε ὅτι ὁ Θεὸς κυβερνᾶ μέσῳ τῆς θεοκρατίας, ἐφαρμοζόμενης ἀπὸ τοὺς κληρικούς, ἐνῶ μέσῳ τῆς δημοκρατίας, ἐφαρμοζόμενης ἀπὸ τὴν ἐκλεγμένη κυβέρνηση, κυβερνᾶ ἡ πλειοψηφία τοῦ λαοῦ, τότε μέσῳ τῆς φαρμακοκρατίας, ἐφαρμοζόμενης ἀπὸ τοὺς γιατρούς, κυβερνᾶ ἡ ἰατρική».
Ἡ πλέον πρόσφατη ἀναφορὰ στὸ φαινόμενο τῆς βρεφοποίησης προέρχεται ἀπὸ τὸν Γάλλο φιλόσοφο Πασκὰλ Μπρυκνέρ, ὁ ὁποῖος στὸ βιβλίο του «Ὑποφέρω, ἄρα ὑπάρχω» (μτφ.: Ἀνδ. Παππᾶς, ἐκδ. Πατάκη, Ἀθήνα 2026, σελ. 68 ἑπ.) καταγγέλλει τὴν βρεφοποιητικὴ μορφὴ ποὺ ἔχουν λάβει οἱ κοινωνίες μας, ἀποτελούμενες ἀπὸ κακομαθημένα-μυγιάγγιχτα «βρέφη», ἀνίκανα νὰ διαχειρισθοῦν καὶ νὰ ἀντέξουν τὶς κακουχίες:
«Ὁ πολίτης στὶς σύγχρονες δυτικὲς δημοκρατίες εἶναι ἕνας μικρὸς βασιλιὰς ποὺ ἔχει ἐπωφεληθεῖ ἀπὸ τὴν κατὰ βάση φιλελεύθερη ἐκπαίδευση, καὶ συγχρόνως ἕνας πελάτης τοῦ ὁποίου ὅλες οἱ ἐπιθυμίες πρέπει νὰ γίνονται σεβαστές. Οἱ γονεῖς μας ἤξεραν πολὺ καλὰ τί σημαίνει προσδοκία καὶ τί ἐπιθυμία ποὺ παραμένει ἀνεκπλήρωτη. Μετὰ τὸ 1968 ἔχει γίνει ἐν πολλοῖς ἀπαίτηση ἡ πλήρης καὶ ἄμεση ἱκανοποίηση τῶν ἐπιθυμιῶν μας, οἱ ὁποῖες μάλιστα ὁλοένα καὶ αὐξάνονται. Ὁ πολίτης τῶν δημοκρατιῶν τῆς Δύσης δὲν διαθέτει πιὰ ὑπομονὴ καὶ δὲν ἀνέχεται τὴν διάψευση τῶν προσδοκιῶν του. Ἀκόμα καὶ ὅταν ἐνηλικιώνεται, μένει πάντα “ἡ αὐτοῦ μεγαλειότης τὸ βρέφος”, γιὰ τὸ ὁποῖο μιλοῦσε ὁ Φρόυντ, τὸ βρέφος μὲ τὶς ἐπιθυμίες τοῦ ὁποίου ὅλοι πρέπει νὰ συμμορφώνονται». Καὶ κάθε φορά ποὺ οἱ ἐπιθυμίες αὐτὲς δὲν ἐκπληρώνονται, ὁ βρεφοποιημένος πολίτης αὐτοθυματοποιεῖται, ἀντιδρώντας μὲ ὀργὴ στὴν διάψευση τῆς προσδοκίας του.
Γαλουχημένος σὰν «βρέφος», ὁ σύγχρονος πολίτης ξέρει μόνο νὰ ζητάει, ὄχι ὅμως καὶ νὰ προσφέρει. Διεκδικεῖ μόνο τὰ δικαιώματά του, τὰ ὁποῖα ἀπολήγουν σὲ ἕνα ἰμπεριαλιστικό, οἱονεί ὑπὲρ-δικαίωμα, ὑπὸ τὴν ἔννοια ὅτι διεκδικεῖ νὰ ἔχει «ὅλα τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα μάλιστα συχνὰ συγχέει μὲ τί ἐπιθυμίες του», ἐνῶ, τὴν ἴδια στιγμή, ἀρνεῖται νὰ ἀναγνωρίσει τὶς ὑποχρεώσεις του, δυσφορώντας ἀπέναντι σὲ κάθε περιορισμὸ ποὺ τοῦ ἐπιβάλλει ἡ κυβέρνηση· ὅπως σημειώνει χαρακτηριστικὰ ὁ Μπρυκνέρ: «εἴμαστε κακομαθημένα, ἀτίθασα παιδιά, ποὺ δὲν ἀνέχονται τὸν παραμικρὸ περιορισμό, ταυτίζοντάς τον μὲ δυσβάστακτες ἁλυσίδες».
Μὲ αὐτὴν τὴν εὐκαιρία, ὁ Γάλλος φιλόσοφος ὑπενθυμίζει ὅτι «καὶ ἡ ὑποχρεωτικὴ χρήση τῆς ζώνης ἀσφαλείας στὸ αὐτοκίνητο εἶχε προκαλέσει ἔντονες ἀντιδράσεις, ὅταν καθιερώθηκε». Προκειμένου δὲ νὰ καταστεῖ ἐφικτὴ ἡ συνεργασία τοῦ πολίτη μὲ τὴν κυβέρνηση καὶ νὰ ἐφαρμοσθοῦν τὰ ἑκάστοτε νέα περιοριστικὰ-ἀπαγορευτικὰ μέτρα μὲ τοὺς λιγότερους κραδασμούς, ἀπαιτεῖται προηγουμένως νὰ ἔχει γίνει μία «παρατεταμένη καμπάνια» (ὀρθότερα: προπαγάνδα)· χωρὶς αὐτήν, ἡ προσπάθεια γιὰ ἄμεση ἐπιβολὴ τῶν νέων μέτρων θὰ «ἰσοδυναμεῖ μὲ πολιτικὴ αὐτοκτονία».
Στὸ ἴδιο πλαίσιο, ὁ Μπρυκνὲρ στηλιτεύει τὴν «κουλτούρα τῆς εὐκολίας», ἡ ὁποία καλλιεργεῖται ἤδη ἀπὸ τὸ σχολεῖο, ὅπου προπαγανδίζεται ἡ ἀποφυγὴ τῆς καταπίεσης, τοῦ καταναγκασμοῦ καὶ τῆς ἐν γένει ἐπιβάρυνσης τοῦ μυαλοῦ τῶν μαθητῶν, μὲ ἀποτέλεσμα τὸ γνωστικὸ ἐπίπεδο νὰ ὑποβιβάζεται, ἡ ἀγραμματοσύνη νὰ κυριαρχεῖ καὶ ἡ ἀριστεία νὰ γίνεται ὕποπτη!
Ὅπως παρατηρεῖ ὁ Μπρυκνέρ, «ἡ καχυποψία ἀπέναντι στὴν προσπάθεια ἔχει πρωτίστως τὶς ρίζες της σὲ ἕνα ἰδιότυπο “ἡδονισμό”, ποὺ ἀπεχθάνεται κάθε μορφὴ συμμόρφωσης πρὸς τὶς ὑποχρεώσεις. Ὅποιος καταβάλλει προσπάθεια ἀντιμετωπίζεται σὰν κορόιδο. […] Ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἡ σκληρὴ δουλειά, ἡ ὑπομονετικὴ ἔρευνα, ἡ ἐμμονὴ στοὺς στόχους ἀπαξιώνονται».
Ἡ προπαγανδιζόμενη δυνατότητα ἐπίτευξης ἀκόμη καὶ τῶν ὑψηλότερων στόχων ἄνευ κόπου ἀποτελεῖ μία ψευδαίσθηση ὁλκῆς ποὺ συνάμα «στερεῖ ἀπὸ τὸ παιδὶ ἢ ἀπὸ τὸν νέο τὴν ἱκανοποίηση ποὺ νιώθει, ὅταν τὸ μέχρι χθὲς ἄγνωστό του γίνεται γνωστό, προσιτό». Σὲ ἀντίθεση μὲ τὸ τετριμμένο πλέον προπαγανδιστικὸ σλόγκαν «γρήγορα – εὔκολα – σίγουρα», «γιὰ νὰ φτάσει κάποιος νὰ νιώθει ἱκανοποιημένος ἀπὸ τὴ ζωή του, ὁ δρόμος δὲν εἶναι αὐτὸς τῆς εὐκολίας καὶ τῆς ἀνεμελιᾶς, ἀλλὰ τῆς ἀργῆς καὶ συχνὰ ἐπίμονης ὡρίμασης. […] Ἔχουμε ἀνάγκη ἀπὸ δοκιμασίες ποὺ μᾶς κάνουν πιὸ ἔμπειρους, πιὸ ἀποφασιστικούς, πιὸ ἀπαιτητικοὺς μὲ τὸν ἑαυτό μας».
Περαιτέρω, ὁ Μπρυκνὲρ (ὅ.π., σελ. 43) παρομοιάζει τοὺς Εὐρωπαίους καὶ τοὺς Ἀμερικανοὺς τοῦ 21ου αἰώνα μὲ τὴν πριγκίπισσα στὸ παραμύθι τοῦ Χάν Κρίστιαν Ἄντερσεν, ἡ ὁποία ξαγρυπνᾶ, διότι τὴν ἐνοχλεῖ ἕνα μπιζέλι-ἀσύμμετρη ἀπειλὴ ποὺ βρίσκεται κάτω ἀπὸ τὸ στρῶμα της. Μολονότι ἡ ἰατρικὴ προόδευσε πολὺ σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ τὴν καταπολέμηση τοῦ πόνου, ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος ἀκολουθεῖ ἀντίθετη πορεία: γίνεται ὁλοένα καὶ πιὸ εὐάλωτος-μυγιάγγιχτος.
Ὁ Γάλλος φιλόσοφος (ὁ ὁποῖος, δυστυχῶς, μὲ ὅσα κατὰ τὰ λοιπὰ γράφει στὸ πρόσφατο βιβλίο του ἀποδεικνύει ὅτι εἶναι θιασώτης τῶν νεοταξίτικων ἀφηγημάτων, ἐξ οὗ καὶ χλευάζει ὅσους τόλμησαν νὰ ἀμφισβητήσουν τὴν ἀποτελεσματικότητα, τὴν ἀσφάλεια καὶ τὴν συνταγματικότητα τῶν πειραματικῶν «ἐμβολίων» κατὰ τοῦ κορωνοϊοῦ) συντονίζεται στὸ σημεῖο αὐτὸ μὲ τὸν Νοτιοκορεάτη φιλόσοφο καὶ θεωρητικό τοῦ πολιτισμοῦ Μπιοὺνγκ-Τσοὺλ Χαν (Byung-Chul Han), ὁ ὁποῖος στὸ βιβλίο του «Ἡ κοινωνία τῆς παρηγοριᾶς. Ὁ πόνος σήμερα» (μτφ.: Β. Τσαλής, ἔκδ. opera, Ἀθήνα 2021, σελ. 47) ἑρμηνεύει κι αὐτὸς τὸ ἴδιο παραμύθι τοῦ Ἄντερσεν ὡς μία «παραβολὴ τῆς ὑπερευαισθησίας τοῦ ὑποκειμένου τῆς ὄψιμης νεωτερικότητας».
Κωνσταντῖνος Βαθιώτης
Καθηγητής Νομικῆς




