Ὁ μοναχισμὸς συχνά στήν ἐποχή μας παύει νὰ νοεῖται ὡς δρόμος ἀπαρνήσεως καὶ μετατρέπεται σὲ προθάλαμο ἐπισκοποιήσεως. Ὁρισμένοι δὲν γίνονται ἀρχιμανδρίτες, γιὰ νὰ ζήσουν ὡς μοναχοί· σχεδὸν δίνεται ἡ ἐντύπωση ὅτι γίνονται μοναχοὶ, γιὰ νὰ μπορέσουν κάποτε νὰ γίνουν ἐπίσκοποι.
Καὶ τότε ἀρχίζει ἡ σταδιοδρομία.
Πρέπει νὰ γίνει γνωστός. Πρέπει νὰ δημιουργήσει γνωριμίες. Πρέπει νὰ βρίσκεται κοντὰ σὲ ἱεράρχες. Πρέπει νὰ φαίνεται. Πρέπει νὰ τοποθετηθεῖ στὸ κατάλληλο γραφεῖο. Πρωτοσύγκελλος, γραμματέας, ἱεροκήρυκας, ἀρχιερατικὸς ἐπίτροπος, ὑπεύθυνος τοῦ ἑνός, ὑπεύθυνος τοῦ ἄλλου. Ἡ φωτογραφία μὲ τὸν τάδε ἱεράρχη, ἡ παρουσία στὴ δεῖνα πανήγυρη, ἡ κατάλληλη γνωριμία, ἡ κατάλληλη δημόσια παρουσία.
Καὶ κάποια στιγμή ἀρχίζει νὰ ψιθυρίζεται ἡ πολυπόθητη λέξη:
«Ἐπισκοποιήσιμος».
Τί παράδοξο! Ὁ μοναχὸς ὑποτίθεται ὅτι ἀπαρνήθηκε τὸν κόσμο καὶ τὴ φιλοδοξία του, καὶ ὅμως μπορεῖ νὰ καταλήξει νὰ κυνηγᾷ μία ἐκκλησιαστικὴ σταδιοδρομία μὲ ζῆλο ποὺ θὰ ζήλευε ἀκόμη καὶ ὁ πιὸ φιλόδοξος κοσμικὸς καριερίστας. Σήμερα ἀρχιμανδριτικὸς σταυρός, αὔριο διοικητικὴ θέση καὶ μεθαύριο — Θεοῦ θέλοντος καὶ ψήφων ὑπαρχουσῶν — μίτρα καὶ ποιμαντορικὴ ῥάβδος!
Ἡ Ἐκκλησία, ὅμως, δὲν χρειάζεται ἀρχιμανδρίτες-πιτσιρίκια μὲ ἐπηρμένη ὀφρύ. Δὲν χρειάζεται μικροὺς δεσποτάδες ποὺ ἀπὸ τὰ εἴκοσι πέντε τους ἐκπαιδεύονται στὴν τέχνη τῆς διοικήσεως, τῶν ἐντολῶν καὶ τῶν δημοσίων σχέσεων. Χρειάζεται μοναχοὺς ποὺ νὰ γνωρίζουν τί σημαίνει μοναχικὴ ζωή. Χρειάζεται κληρικοὺς ποὺ νὰ σέβονται τὰ λευκὰ μαλλιὰ τῶν πρεσβυτέρων τους. Χρειάζεται ἀνθρώπους ποὺ νὰ γνωρίζουν ὅτι τὸ ράσο δὲν εἶναι στολὴ ἐξουσίας καὶ ὁ ἀρχιμανδριτικὸς σταυρὸς δὲν εἶναι παράσημο κοινωνικῆς ἀνωτερότητας.
Κι ἂν κάποιος πράγματι πρόκειται μία ἡμέρα νὰ γίνει ἐπίσκοπος, ἂς μάθει προηγουμένως νὰ εἶναι ἱερέας. Πρὶν γίνει ἱερέας τῶν ἱερέων, ἂς μάθει νὰ σέβεται τοὺς ἱερεῖς. Πρὶν καθίσει σὲ θρόνο, ἂς μάθει νὰ στέκεται στὴν ὑπακοή. Πρὶν ἀρχίσει νὰ δίνει ἐντολές, ἂς μάθει νὰ δέχεται ἐντολές. Πρὶν ζητήσει ἀπὸ τοὺς ἄλλους νὰ τοῦ φιλοῦν τὸ χέρι, ἂς μάθει ὁ ἴδιος νὰ σέβεται τὸ χέρι τοῦ γέροντα ἱερέα ποὺ ἔλιωσε δεκαετίες ὁλόκληρες μπροστὰ στὸ Ἅγιο Θυσιαστήριο.
Καὶ κυρίως, πρὶν ὑψώσει τὴν ὀφρύ, ἂς μάθει νὰ χαμηλώνει λίγο τὴν κεφαλή. Διότι ὅσο ψηλότερα ἀνεβαίνει κανεὶς χωρὶς τὰ θεμέλια τῆς ταπεινώσεως, τόσο μεγαλύτερος εἶναι ὁ κρότος, ὅταν πέσει.
Καὶ γιὰ τὸν νεαρὸ Πανοσιολογιώτατο μὲ τὴν ἐπηρμένη ὀφρύ, τὸ «γκτούπ» τῆς πτώσεώς του μπορεῖ νὰ εἶναι πολὺ μεγάλο.
Ν. ΡΩΜΑΝΟΣ




