ΝΙΚΟΣ Ε. ΣΑΚΑΛΑΚΗΣ
ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΟΣ
ΜΕΡΟΣ Α΄
Αναμφίβολα, η Δυτική (υλιστική) αντίληψη της ζωής και ο οικουμενισμός, ανέμπνοοι, αιρετικοί και κακοί όπως είναι, δημιουργούν ανθρώπους «πεθαμένους» πνευματικά, διότι προσπαθούν να σκεπάσουν τις πηγές ζωής της Ορθόδοξης Εκκλησίας με την επιτύμβια πλάκα της αποστασίας και της τεχνολογίας (όπως την κατευθύνουν!) οδηγώντας, έτσι, τους ανθρώπους σε εγκοσμίωση θανατηφόρα. Ο παλαιός στίχος του Ν. Βρεττάκου «στις ημέρες μας οι άνθρωποι περπατούσαν πεθαμένοι», εκφράζει αλήθεια της Ι. Αποκάλυψης: «οίδα σου τα έργα, ότι όνομα έχεις ότι ζής, και νεκρός εί» (κεφ. 3,1).
Στον πυρήνα της ορθόδοξης πνευματικής ζωής υπάρχει και ο πολύτιμος μαργαρίτης της Νηστείας, η οποία στην υψηλή της εκδοχή προέρχεται από τον Παράδεισο, ως πρώτη εντολή του Θεού στον άνθρωπο, παλαιότερη και από τον νόμο του Μωϋσέως.
Μέσα από την υπακοή της Νηστείας – Εγκρατείας στον Παράδεισο εξικνείτο η ροπή της αγιότητος, κίνηση προς την κατεύθυνση της θεώσεως. Την εποχή μας χαρακτηρίζουν – μαστίζουν πολλές αμφισβητήσεις και αγωνίες.
Όσο αποδεσμευόμαστε από τις λειτουργίες της Ορθόδοξης πνευματικότητας, τόσο πυκνότερα αναφύονται και οι αμφισβητήσεις (οι δαιμονικές) γύρω από το ύφος και το ήθος του καθημερινού Ορθόδοξου πνευματικού βίου σε προσωπική και κοινωνική διάσταση.
Οι αμφισβητήσεις όρων της πνευματικής ζωής έχουν συνθέσει ένα «κόσκινο» του διαβόλου: «Είπε δε ο Κύριος· Σίμων Σίμων, ιδού ο Σατανάς εξητήσατο υμάς του σινιάσαι ως τον σίτον· εγώ δε εδεήθην περί σου ίνα μή εκλίπη η πίστις σου» (Λουκ. 22, 31-32).
Οι «σύγχρονοι ανανεωτές» της εκκλησιαστικής ζωής έχουν διαμορφώσει τη Νηστεία σε εργαλείο περιορισμένης ευθύνης, ιδίως την Νηστεία προ της Θείας Μεταλήψεως. Η ψευδώνυμη λάμψη της Μετα-πατερικής ερμηνείας της Καινής Διαθήκης εστιάζεται (κυρίως) σε «ευσεβείς» αμφισβητήσεις σε πολλά εδάφια της-αναφορές κατ’ αυτούς.
Ισχυρίζονται (πχ) οι νεώτεροι «Λειτουργικοί ανανεωτές», ότι κατά τον Μυστικό Δείπνο «Ο Κύριος και οι Μαθητές – Απόστολοι, πρώτα μετέλαβαν τροφής και κατόπιν των Αχράντων Μυστηρίων».
Να θυμηθούμε τα σχετικά εδάφια:
Α) «Eσθιόντων δε αυτών λαβών ο Ιησούς τον άρτον και ευλογήσας έκλασε και εδίδου τοις μαθηταίς και είπε· λάβετε φάγετε· τούτο εστι το σώμα μου· και λαβών το ποτήριον και ευχαριστήσας έδωκεν αυτοίς λέγων· πίετε εξ αυτού πάντες· τούτο γάρ εστι το αίμα μου το της καινής διαθήκης το περί πολλών εκχυνόμενον εις άφεσιν αμαρτιών» (Ματθ. 26, 26-28).
Β) «Kαι εσθιόντων αυτών λαβών ο Ιησούς άρτον ευλογήσας έκλασε και έδωκεν αυτοίς και είπε· λάβετε φάγετε· τούτο εστι το σώμα μου· και λαβών το ποτήριον ευχαριστήσας έδωκεν αυτοίς, και έπιον εξ αυτού πάντες· και είπεν αυτοίς· τούτο εστι το αίμα μου το της καινής διαθήκης το περί πολλών εκχυνόμενον» (Μαρκ. 14, 22-24).
Γ) «…επιθυμία επεθύμησα τούτο το πάσχα φαγείν μεθ’ υμών προ του με παθείν… και δεξάμενος το ποτήριον ευχαριστήσας είπε· λάβετε τούτο και διαμερίσατε εαυτοίς· λέγω γάρ υμίν ότι ου μή πίω από του γενήματος της αμπέλου έως ότου η βασιλεία του Θεού έλθη. Kαι λαβών άρτον ευχαριστήσας έκλασε και έδωκεν αυτοίς λέγων· τούτο εστι το σώμα μου το υπέρ υμών διδόμενον· τούτο ποιείτε εις την εμήν ανάμνησιν. Ωσαύτως και το ποτήριον μετά το δειπνήσαι λέγων· τούτο το ποτήριον η καινή διαθήκη εν τω αίματί μου, το υπέρ υμών εκχυνόμενον» (Λουκ. 22, 14-20).
Παρατηρήσεις: Π1) Ο Κύριος ετέλεσε όχι το Ιουδαϊκό Πάσχα, αλλά το Πάσχα της Κ. Διαθήκης, το Ευχαριστιακό Πάσχα (τέλεση του Μυστηρίου της Ευχαριστίας και μετάληψη αυτού). Είχε εορτάσει ο Κύριος το Νομικό Πάσχα (των Εβραίων) δυο φορές με τους μαθητές του.
Π2) Ο Κύριος βεβαίωσε ότι: «επιθυμία επεθύμησα τούτο το Πάσχα φαγείν μεθ’ υμών προ του με παθείν». Εδώ τονίζει την πραγματικότητα τoυ Ευχαριστιακού Πάσχα, αφού τα δύο προηγούμενα τα είχε (όπως προαναφέραμε) εορτάσει με τους μαθητές Του. Υπογραμμίζει την πνευματική διάσταση της Ευχαριστιακής Τραπέζης, της φρικωδεστάτης Τραπέζης.
«Και το κεφάλαιον δε των εορτών αυτών καταλύει, εφ’ ετέραν αυτούς μετατιθείς τράπεζαν φρικωδεστάτην…» παρατηρεί ο Ι. Χρυσόστομος, δηλ. «καταργεί την κυριωτέραν από τας εορτάς εκείνας, μεταφέρων τοις μαθητάς εις άλλην τράπεζαν φρικωδεστάτην.
Π3) Ο Κύριος ετέλεσε τον Μυστικόν Δείπνον 24 ώρες προ του Νομικού Πάσχα των Εβραίων.
Ο αρχιμανδρίτης Ιωακείμ Σπετσιέρης, από τις πνευματικότερες μορφές της Νέας Σκήτης του Αγίου Όρους (καλύβη Αγίων Αναργύρων), διδάκτωρ θεολογίας, στο σύγγραμμά του «Περί Θείας Μεταλήψεως» (1937), γράφει: «…ετέλεσε τον Μυστικόν Δείπνον 24 ώρας προ του νομικού Πάσχα, τη 13η της Σελήνης μετά την εαρινήν Ισημερίαν, ημέραν Πέμπτην της εβδομάδος. Ο δε Ιώσηπος λέγει εν τη εβραϊκή αρχαιολογία, ότι οι Εβραίοι ενήστευον ημέρας οκτώ προ του Πάσχα. Ετέλεσεν λοιπόν ο Σωτήρ το Πάσχα της Κ. Διαθήκης εν ημέρα νηστείας.
Άρα δεν θα υπήρχεν εν τη τραπέζη εκείνη ει μη το Πάσχα της Κ. Διαθήκης, ο μετουσιωθείς διά της ευλογίας του Σωτήρος άρτος εις σώμα αυτού, ο μετουσιωθείς οίνος εις αίμα του Σωτήρος και ύδωρ∙ και εν τω τριβλίω (πινακίω) ύδωρ μόνον καθαρόν».
Π4) Η ερμηνεία του στίχου 20 του 26ου Κεφ. του Ματθαίου από τον Νικόλαο Δαμαλά, καθηγητού της Θεολογικής του Πανεπιστημίου, έχει ως εξής:
Στην ερμηνεία του στην Κ. Διαθήκη, γράφει:
«Kαι ότε εγένετο οψία (δείλη) της αυτής ημέρας ιγ’ του Νισάν, της Πέμπτης της εβδομάδος, και ήλθεν η ώρα του δείπνου, ο Σωτήρ ανέκειτο, ήν ανακείμενος, επί των ανακλίντρων του οίκου εκείνου του ανθρώπου μετά των δώδεκα μαθητών. Oυδείς δ’ ενταύθα και εν τοις επομένοις λόγος περί νομικού Πάσχα, ή τινός των συστατικών αυτού, ο δε Λουκάς, ως οψόμεθα ρητώς μαρτυρεί ότι ο Σωτήρ ήλθεν εις την οικίαν τη εσπέρα της ιγ’ ίνα τελέσει το της Κ.Δ. Πάσχα, ό επιθυμία επεθύμησα φαγείν μετά των μαθητών.
Αλλ’ ουδ’ ήν δυνατόν ίνα τελέση το νομικόν Πάσχα 24 ολοκλήρους ώρας προ των Ιουδαίων, παρόντος του Ιούδα, όπερ ήν αν μεγίστη κατ’ Αυτού κατηγορία (Βλέπε Δευτερ. 27, 26 και Αριθμ. 9,13) και καταδίκη, ει ετόλμα τοιούτο τι καινοτομήσαι». (Βλέπε, επίσης, Νικ. Δαμαλά, ερμηνεία εις την Κ. Διαθήκη, τόμος Γ’, σελ. 549).
Αναμφίβολα, σε αναζήτηση «βλασφήμου γεγονότος», οι Γραμματείς και Φαρισαίοι θα κατηγορούσαν τον Κύριο ότι ετέλεσεν το νομικό Πάσχα 24 ώρες νωρίτερα από το Ιουδαϊκό τυπικό, παρόντος – μαρτυρούντος του Ιούδα∙ θα κατηγορούσαν τον Κύριο ως καινοτόμο, όπως (εύστοχα) παρατηρεί ο Δαμαλάς.
Στο επόμενο, συν Θεώ, θα στρέψουμε την προσοχή μας σε μία «φαινομενική αντίφαση» μεταξύ των προηγούμενων Ευαγγελικών περικοπών.
=========================
ΜΕΡΟΣ Β΄
Κεντρίζει τη σκέψη η Ευαγγελική θεώρηση-διήγηση της παραδόσεως του Μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας στο Μυστικό Δείπνο από τον Κύριο. Η απλοϊκή σκέψη δημιουργεί μια «αντίφαση», διότι στα δύο πρώτα Ευαγγέλια (Ματθ. και Μάρκου) υπάρχει η ρηματική μετοχή «εσθιόντων αυτών», δηλ. «εσθιόντων αυτών μετέδωσε ο Κύριος στους μαθητές τον Άγιο Άρτο και ακολούθως το Τίμιο Αίμα Του», ενώ στο κατά Λουκά Ευαγγέλιο αναγράφεται ότι «μετά το δειπνήσαι γίνεται η μετάδοση του Τιμίου Αίματος. Υπάρχει δηλ. «μορφή αντίφασης» ανάμεσα στα δύο Ευαγγέλια (Ματθ. και Μάρκου), όπου την μετάληψη του Τιμίου Σώματος διαδέχεται αμέσως η μετάληψη του Τιμίου Αίματος του Χριστού και στο κατά Λουκά, στο οποίο η μετάληψη του Τιμίου Αίματος ακολουθεί (χρονικά) μετά το δειπνήσαι. Αναμφίβολα, το «δειπνήσαι» αναφέρεται στη μετάληψη του Αγίου Άρτου.
1ο Σχόλιο: Μέσα στη «ΜΙΑ» συνείδηση της Κ. Διαθήκης, ενυπάρχει (Θεόθεν) το γεγονός (αίτημα) της αληθούς ενότητας όλων των νοημάτων της, πνευματικών λειτουργιών της, διότι είναι θεόπνευστη. Οι Ευαγγελιστές έχουν αφομοιώσει, ακριβώς την ίδια αλήθεια του Μυστικού Δείπνου· υπάρχει αυτή η ενότητα μεταξύ τους.
Στο Ευαγγέλιο του Ματθαίου υπάρχει «φαινομενικά» μια πνευματική δυσχέρεια ερμηνείας της μετοχής «εσθιόντων», που δίνει την εντύπωση ότι «καθώς έτρωγαν» παραδόθηκε το Μυστήριο της Θείας Μεταλήψεως.
Δεν έχουμε σημεία απωλείας των πνευματικών κριτηρίων, διότι ο Ευχαριστιακός Μυστικός Δείπνος ήταν 24 ώρες προ του νομικού Πάσχα των Εβραίων, σε περίοδο νηστείας, μάρτυς της οποίας ήτο και ο Ιούδας.
Ο ευαγγελιστής Λουκάς είναι σαφής. Προβάλλει ως πηγμένο (πρώτο) δεδομένο την βρώση του Άρτου (=δειπνήσαι) και αμέσως μετά (ωσαύτως) περιγράφει τη μετάδοση του ποτήριου της Ζωής, του αίματος του Χριστού.
Η αλήθεια της διηγήσεως του Ματθαίου δεν αναιρείται από την αλήθεια της διηγήσεως του Λουκά, διότι το βάθος της εμβιώσεώς τους ευρίσκεται στη βάση της νηστείας που υπήρχε 24 ώρες πριν το νομικό Πάσχα των Εβραίων. Όλοι που μετέλαβαν εκείνο το βράδυ ήταν νηστικοί προ της τελέσεως του Δείπνου.
Συμπερασματικά, το «εσθιόντων» έχει την έννοια – νόημα, σημαίνει δηλ. «κατά την τέλεση του Δείπνου». (τέλος σχολίου)
Χρόνια τώρα η τακτική ορισμένων πνευματικών είναι, ως συνείδηση, ελαστική στη Νηστεία προ της Θ. Κοινωνίας. Η τήρηση-οργάνωση των νηστειών όλου του έτους, λένε, σε κατοχυρώνει για προσέλευση στη Θεία Κοινωνία, χωρίς να χρειάζεται ιδιαίτερη νηστεία προ της Θ. Κοινωνίας την παραμονή της Θ. Λειτουργίας.
Γνωρίζω ανθρώπους που (π.χ.) το πρωί του Σαββάτου καταλύουν και την Κυριακή κοινωνούν, αρκούμενοι σε μια λιτή, νηστήσιμη τροφή το βράδυ του Σαββάτου, επικαλούμενοι την ακριβή τήρηση των νηστειών του έτους.
Οι καθιερωμένες νηστείες του έτους δεν είναι «δίαιτα» ή «τεχνική ασκήσεων», αλλά δι’ εγκρατείας, προσευχής και αγάπης, μία υποταγή του σώματος για ένωση με το Θεό. Ούτε πάλι η κατάλυση των ανωτέρω νηστειών αμνηστεύεται με μια αυστηρή, ακραία, ζηλωτική νηστεία προ της Θ. Κοινωνίας. Η έλλειψη αληθούς νηστείας προ της Θ. Κοινωνίας, αποτελεί εκκλησιολογική απιστία έναντι του πνεύματος (της νηστείας) του Μυστικού Δείπνου.
Οφείλουμε ευγνωμοσύνη στον μακαριστό π. Ιωακείμ Σπετσιέρη, που διευκρίνισε ότι «δεν θα υπήρχεν εν τη τραπέζη εκείνη ει μη το Πάσχα της Κ. Διαθήκης, ο μετουσιωθείς δια της ευλογίας του Σωτήρος άρτος εις Σώμα αυτού, ο μετουσιωθείς οίνος εις αίμα του Σωτήρα και ύδωρ∙ και εν τω τριβλίω (πινακίω) ύδωρ μόνον καθαρόν».
Υπογραμμίζει επίσης ότι «Ο Σωτήρ είπεν ότι είχε μεγάλην επιθυμίαν να φάγη μετά των μαθητών αυτού τούτο το Πάσχα της Κ. Διαθήκης∙ ήτοι του Μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας. Ουχί, βεβαίως, το Ιουδαϊκόν Πάσχα, το οποίον πολλάκις έφαγε και δις μετά των μαθητών αυτού».
Τα λόγια του Χριστού, η επιθυμία Του αυτή, ήτο η εκκίνηση του εορτασμού του μεγάλου γεγονότος του Ευχαριστιακού Πάσχα, του Πάσχα της ζωής και της αθανασίας.
Η ουσιώδης μαρτυρία των Πράξεων των Αποστόλων:
Ο υποκειμενισμός αφιερώνει πολύ λόγο για τους πρώτους Χριστιανούς, ισχυριζόμενος «ότι μετελάμβαναν των αχράντων Μυστηρίων αφού προηγουμένως είχαν φάει».
Στις Πράξεις των Αποστόλων όμως, διαβάζουμε (Κεφ. 2, 44-47):
«πάντες δε οι πιστεύοντες ήσαν επί το αυτό και είχον άπαντα κοινά, και τα κτήματα και τας υπάρξεις επίπρασκον και διεμέριζον αυτά πάσι καθότι αν τις χρείαν είχε· καθ’ ημέραν τε προ σκαρτερούντες ομοθυμαδόν εν τω ιερώ, κλώντες τε κατ’ οίκον άρτον, μετελάμβανον τροφής εν αγαλλιάσει και αφελότητι καρδίας, αινούντες τον Θεόν και έχοντες χάριν προς όλον τον λαόν, ο δε Κύριος προσετίθει τους σωζομένους καθ’ ημέραν τη εκκλησία.»
Για την πρώτη πνευματική – ιστορική διαδρομή των πρώτων Χριστιανών, ο Ευαγγελιστής Λουκάς υπογραμμίζει την ενεργητική (εν Χριστώ) ζωή τους: «καθ’ ημέραν προσκαρτερούντες ομοθυμαδόν εν τω ιερώ».
Περιγράφει το κλίμα της μεγάλης πίστεώς τους, η οποία τους οδήγησε σε μεγάλης έντασης πνευματική ζωή∙ ζωή προσευχής και δοξολογίας στο Θεό «Εν τω Ιερώ». Χωρίς δηλ. να υπάρχουν ακραιφνώς χριστιανικοί ναοί, προσηύχοντο στο Ναό.
Την πνευματική υπόστασή τους υπογραμμίζουν ανεπιφύλακτα και οι εξής μαρτυρίες των Πράξεων:
α) «ήσαν δε προσκαρτερούντες τη διδαχή των αποστόλων και τη κοινωνία και τη κλάσει του άρτου και ταις προσευχαίς» (Κεφ. 2, 42).
β) «Ανέβαινον δε ομού ο Πέτρος και Ιωάννης εις το Ιερόν κατά την ώραν της προσευχής την εννάτην» (Κεφ. 3, 1).
2ο Σχόλιο: Μετά τις προσευχές «εν τω Ιερώ», πηγαίναν σε κάποιο οίκο όπου προηγείτο η τέλεσις της Θ. Ευχαριστίας («κλάση του άρτου») και στη συνέχεια έτρωγον, μεταλάμβαναν τροφής, λιτής βεβαίως, όπως ακριβώς συμβαίνει (και σήμερα) εις τα Κοινόβια του Αγίου Όρους.
Αναμφίβολα, οι Πράξεις με την δυνατότερη πνευματική φωνή, μας πληροφορούν ότι οι πρώτοι χριστιανοί νήστευαν προ της Θ. Κοινωνίας και έπειτα – μετά «μετελάμβανον τροφής (τέλος σχολίου).
Πνευματικοί, Θεολόγοι και Λαϊκοί, με θεολογική επιστημονική γνώση, ισχυρίζονται ότι «οι Ιεροί Κανόνες δεν αναφέρουν τίποτε για νηστεία προ της Θ. Μεταλήψεως».
Δημιουργείται, έτσι, η ανάλογη Λογική αντιστροφή: «Μήπως υπάρχουν Ι. Κανόνες που ν’ απαγορεύουν τη νηστεία προ της Θ. Κοινωνίας;
Η νηστεία εκφράζει έμπρακτη εκδήλωση ταπείνωσης εμπροσθέν του Θεού∙ Εκφράζει επίσης και την πνευματική έξαρση του ανθρώπου προ της Θ. Κοινωνίας. Αναμφίβολα, οι νηστείες του έτους σε ενισχύουν στο δρόμο προς την Βασιλεία του Θεού. Είναι λογικό, όμως, η νηστεία να γνωρίζει ύφεση λίγο πριν τη Θ. Κοινωνία;
Ο Ι. Χρυσόστομος φιλοσοφεί αντίθετα από το κοινό αίσθημα των «συγχρόνων» Λειτουργικών ανανεωτών:
«Αν σκοπεύετε να προσέλθετε στη φρικτή αυτή και Θεία Τράπεζα και Ιερή μυσταγωγία, με φόβο και τρόμο να το πράξετε αυτό με καθαρή συνείδηση, με νηστεία και προσευχή» (Εις την Γενέθλιον ημέραν).
Ας προσέξουμε και τα κατωτέρω για την πνευματική ισχύ-δύναμη της Νηστείας: «Αν και ήταν όντως φωτιά εκείνη η φωτιά, πως δεν προκάλεσε στα σώματά τους αυτά που λογικά έπρεπε να τους προκαλέσει; Πώς; Ρώτησε τη νηστεία και θα σου απαντήσει, και αυτή θα σου λύσει το αίνιγμα» (Ι. Χρυσόστομος – εις τον Προφ. Δανιήλ και τους τρεις παίδας).
(Συνεχίζεται)




