Γράφει ο Νίκος Αρβανίτης
Για ακόμη μία φορά το τουρκικό Υπουργείο Εξωτερικών επιχείρησε να παρουσιάσει την αναστολή λειτουργίας οκτώ μειονοτικών δημοτικών σχολείων στη Θράκη ως δήθεν παραβίαση δικαιωμάτων της μουσουλμανικής μειονότητας. Για ακόμη μία φορά η τουρκική προπαγάνδα διαστρέβλωσε τα πραγματικά δεδομένα. Και, δυστυχώς, για ακόμη μία φορά η ελληνική πλευρά επέλεξε τη σιωπή.
Το ερώτημα είναι απλό. Γιατί το ελληνικό κράτος αφήνει αναπάντητα τόσο προφανή ψεύδη;
Πρώτα απ’ όλα, τα σχολεία αυτά δεν είναι τουρκικά σχολεία. Είναι ελληνικά μειονοτικά σχολεία, τα οποία λειτουργούν βάσει της ελληνικής νομοθεσίας και των διεθνών υποχρεώσεων της χώρας. Τα κτίριά τους, οι δαπάνες λειτουργίας τους, η συντήρησή τους και συνολικά η ύπαρξή τους χρηματοδοτούνται από το Ελληνικό Δημόσιο, δηλαδή από τα χρήματα των Ελλήνων φορολογουμένων. Αυτή είναι η πραγματικότητα που η Άγκυρα επιμελώς αποκρύπτει και που η Αθήνα οφείλει να υπενθυμίζει σε κάθε διεθνές βήμα.
Η αναστολή λειτουργίας ορισμένων σχολείων δεν έγινε επειδή το αποφάσισε αυθαίρετα κάποια κυβέρνηση. Έγινε επειδή δεν υπήρχε ο απαιτούμενος αριθμός μαθητών. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει κάθε χρόνο σε εκατοντάδες σχολικές μονάδες σε ολόκληρη την Ελλάδα. Αντίθετα, όπου υπήρξαν οι προϋποθέσεις, τα σχολεία λειτούργησαν κανονικά. Το καλύτερο παράδειγμα είναι το μειονοτικό δημοτικό σχολείο του Κέχρου, το οποίο επαναλειτούργησε όταν συγκέντρωσε τον απαραίτητο αριθμό εγγραφών. Αυτό από μόνο του καταρρίπτει το αφήγημα περί δήθεν διώξεων.
Ας ειπωθεί και μια αλήθεια που σκόπιμα αποφεύγουν όσοι υιοθετούν την τουρκική επιχειρηματολογία. Τα σχολεία που ανεστάλη η λειτουργία τους ήταν κυρίως διθέσια, με ελάχιστους μαθητές. Κάθε παιδαγωγός γνωρίζει ότι τα πολυθέσια σχολεία προσφέρουν καλύτερες συνθήκες μάθησης, περισσότερους εκπαιδευτικούς, πληρέστερο εκπαιδευτικό πρόγραμμα και περισσότερες δυνατότητες κοινωνικοποίησης των παιδιών. Το πραγματικό ζητούμενο θα έπρεπε να είναι η ποιότητα της εκπαίδευσης και όχι η διατήρηση σχολικών μονάδων που λειτουργούν με ελάχιστους μαθητές μόνο και μόνο για να εξυπηρετούνται πολιτικές σκοπιμότητες.
Γι’ αυτό δημιουργείται εύλογα η εντύπωση ότι για το τουρκικό Υπουργείο Εξωτερικών και τους τοπικούς εκφραστές των ίδιων θέσεων το βασικό ζητούμενο δεν είναι η αναβάθμιση της εκπαίδευσης των παιδιών της μειονότητας, αλλά η διατήρηση όσο το δυνατόν περισσότερων μειονοτικών σχολείων ώστε να παρουσιάζονται διεθνώς ως δήθεν «τουρκικά σχολεία». Πρόκειται για έναν όρο που δεν έχει καμία νομική βάση και χρησιμοποιείται αποκλειστικά για την εξυπηρέτηση πολιτικών επιδιώξεων.
Ακόμη πιο προκλητική είναι η σύγκριση που επιχειρείται από τα εδώ φερέφωνα της Τουρκίας, με τα ελληνικά σχολεία της Ίμβρου και της Τενέδου. Εκείνοι που μιλούν σήμερα για «άνοιγμα σχολείων» αποσιωπούν ότι η ελληνική μειονότητα της Κωνσταντινούπολης, της Ίμβρου και της Τενέδου αποδεκατίστηκε ύστερα από δεκαετίες διώξεων, απελάσεων, κατασχέσεων περιουσιών και συστηματικών παραβιάσεων των δικαιωμάτων της. Από μια ιστορική κοινότητα εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων απέμειναν σήμερα περίπου δύο χιλιάδες άνθρωποι στην Κωνσταντινούπολη. Δεν μπορεί, λοιπόν, η Τουρκία να εμφανίζεται ως υπερασπιστής των μειονοτικών δικαιωμάτων αγνοώντας αυτή την ιστορική πραγματικότητα.
Ωστόσο, ευθύνες δεν έχει μόνο η Άγκυρα. Έχει και η Αθήνα.
Είναι αδιανόητο το ελληνικό κράτος να αφήνει αναπάντητες τέτοιες προπαγανδιστικές παρεμβάσεις και να.μην δίνει σαφή απάντηση πως τα μειονοτικά σχολεία είναι ελληνικά σχολεία, ότι λειτουργούν και χρηματοδοτούνται από την Ελλάδα, ότι εφαρμόζονται αντικειμενικά κριτήρια για τη λειτουργία τους και ότι η ίδια η Ελλάδα επενδύει σημαντικούς δημόσιους πόρους για την εκπαίδευση της μουσουλμανικής μειονότητας.
Η σιωπή δεν είναι διπλωματία. Η σιωπή αφήνει χώρο στην προπαγάνδα να μετατρέπεται σε «αλήθεια» στα μάτια όσων δεν γνωρίζουν τα πραγματικά δεδομένα.
Η Ελλάδα δεν έχει κανέναν λόγο να απολογείται για ένα εκπαιδευτικό σύστημα που η ίδια χρηματοδοτεί, στηρίζει και διατηρεί επί δεκαετίες. Αντίθετα, οφείλει να προβάλλει με αυτοπεποίθηση τα πραγματικά στοιχεία, να αντικρούει άμεσα κάθε ανακριβή ισχυρισμό και να μην επιτρέπει σε κανέναν να παρουσιάζει ως «τουρκικά» σχολεία που ανήκουν στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα και συντηρούνται από τον Έλληνα φορολογούμενο.




