«Μετάδωσε πλούσια στό λαό σου τό ἔλεος καί τά χαρίσματά σου»

Share:

Ὁμιλία Ἁγ. Γρηγορίου Παλαμᾶ εἰς τὴν Πάνσεπτον Κοίμησιν τῆς Πανυπεράγνου Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου

  Tὴν ὁμιλία μου σήμερα πρὸς τὴν ἀγάπη σας καὶ πόθος τὴν συνθέτει καὶ χρέος· ὄχι μόνο διότι καὶ θέλω ἐξ αἰτίας τῆς πρὸς σᾶς ἀγάπης καὶ ὀφείλω κατὰ τοὺς ἱερούς θεσμούς νὰ ἐμβάλω λόγο σωτήριο στὶς φιλόθεες ἀκοές σας καὶ νὰ θρέψω μὲ αὐτὸν τὶς ψυχές σας, ἀλλὰ καὶ διότι περισσότερο από κάθε ἄλλο θέμα χρεωστῶ καὶ ἀγαπῶ νά διηγοῦμαι στὴν ἐκκλησία τὰ μεγαλεῖα τῆς ἀειπάρθενης καὶ Θεομήτορος. Ἀλλὰ ὁ μὲν πόθος, ποὺ ἀντὶ ἁπλοῦ εἶναι διπλός, ἀνυψώνει καὶ παρακαλεῖ καὶ προτρέπει, ἡ δὲ ἀνάγκη τοῦ χρέους καὶ βιάζει· ὁ λόγος ὅμως δὲν μπορεῖ νὰ προσεγγίση τὰ ὑπεράνω τοῦ λόγου, ὅπως οὔτε ὀφθαλμὸς δὲν μπορεῖ νὰ προσβλέπη ἀτενῶς πρὸς τὸν ἥλιο. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν εἶναι μὲν δυνατὸ νὰ ἐκφρασθοῦν τὰ ὑπὲρ λόγο, εἶναι ὅμως δυνατὸ κατὰ φιλανθρωπία τῶν ὑμνουμένων νὰ ὑμνοῦμε, ἐπιτρέπεται καὶ τὰ ἄψαυστα νὰ μὴ ψαύσωμε καθόλου καὶ τὴν μὲ τὰ λόγια ὀφειλή ν’ ἀποδώσωμε καὶ τὸν πρὸς τὴ Θεομήτορα πόθο ν’ ἀφιερώσωμε διὰ τῶν κατὰ τὴ δύναμί μας ὕμνων.

  Ἄν δὲ «ὁ θάνατος τῶν ὁσίων εἶναι τίμιος καὶ ἡ μνήμη δικαίου συνοδεύεται ἀπὸ ἐγκώμια»1, πόσο μᾶλλον τὴ μνήμη τῆς ἁγίας τῶν ἁγίων, διὰ τῆς ὁποίας ἐπέρχεται ὅλη ἡ ἁγιότης στοὺς ἁγίους, δηλαδὴ τὴ μνήμη τῆς ἀειπάρθενης καὶ Θεομήτορος, πρέπει νὰ τὴν ἐπιτελοῦμε μὲ τὶς μεγαλύτερες εὐφημίες; Ὅπως ἄλλωστε τὸ πράττομε σήμερα ποὺ ἑορτάζομε τὴν ἐπέτειο τῆς ἁγίας κοιμήσεως ἢ μεταστάσεώς της, ποὺ ἂν καὶ μὲ αὐτὴ εἶναι ὀλίγο κατωτέρα ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους ἐξεπέρασε σὲ ἀσύγκριτο βαθμὸ καὶ τοὺς ἀγγέλους καὶ τοὺς ἀρχαγγέλους καὶ ὅλες τὶς ἐπάνω ἀπὸ αὐτοὺς ὑπερκόσμιες δυνάμεις διὰ τῆς ἐγγύτητος πρὸς τὸν Θεὸ τῶν ὅλων καὶ διὰ τῶν ἀπὸ ἀνέκαθεν γραμμένων καὶ πραγματοποιημένων σ’ αὐτὴν θαυμασίων.

  Διότι γι’ αὐτήν συνέβησαν θεῖες προρρήσεις θεολήπτων προφητῶν θαυματουργίες, ποὺ προεδείκνυαν ὅτι ἐπρόκειτο νὰ ἔλθη τὸ μέγα θαῦμα τῆς οἰκουμένης, αὐτὴ ἡ ἀειπάρθενη Θεομήτωρ· μεταβολὲς γενῶν καὶ πραγμάτων, ποὺ προοδοποιοῦσαν τὴν ἔκβασι τοῦ γύρω ἀπὸ αὐτὴν παραδόξου μυστηρίου διατάξεις τοῦ Πνεύματος, ποὺ προδιατύπωναν ποικιλοτρόπως τὴν ἀλήθεια ποὺ θὰ πραγματοποιόταν· τέλος, μᾶλλον δὲ ἀρχὴ καὶ ρίζα τῶν παραπέρα θαυμάτων καὶ πραγμάτων, ἐπαγγελία τοῦ Θεοῦ τελεσφόρος πρὸς τὸν Ἰωακεὶμ καὶ τὴν  Ἄννα, τοὺς τότε κορυφαίους στὴν ἀρετή, ὅτι οἱ ἀπὸ τὴ νεότητά τους ἄγονοι θὰ τεκνοποιήσουν σὲ βαθὺ γῆρας, καὶ μάλιστα θὰ τεκνοποιήσουν ἐκείνην ποὺ θὰ τεκνοποιήση ἀσπόρως τὸν ἀχρόνως γεννημένον πρὸ αἰώνων ἀπὸ τὸν Θεὸ Πατέρα· ἐπίσης δὲ εὐχὴ ὅτι αὐτοὶ ποὺ τόσο παράδοξα ἐγέννησαν τὴν μέλλουσα νὰ τεκνοποιήση παραδοξότερα ὅτι θὰ ἀντιδώσουν τὴν δοσμένη στὸν δότη, ἀξιοθαύμαστη εὐχὴ σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ἔγινε ἐξαίσια μετοίκησις τῆς Θεομήτορος, βρέφους ἀκόμη, ἀπὸ τὸν οἶκο τοῦ πατέρα της στὸν οἶκο τοῦ Θεοῦ, καὶ παράδοξη παραμονὴ ἐπὶ ὄχι ὀλίγα χρόνια σ’ αὐτὰ τὰ ἅγια τῶν ἁγίων, ὅπου ἀπόρρητη τροφή ἐχορηγεῖτο μὲ φροντίδα ἀγγέλων· τροφὴ ποὺ δὲν μπόρεσε νὰ γευθῆ ὁ Ἀδάμ, διότι τότε δὲν θὰ ἐξέπιπτε ἀπὸ τὴ ζωή, ὅπως δὲν ἐξέπεσε οὔτε ἡ πάναγνη αὐτή, ἂν καὶ ἐξ αἰτίας ἐκείνου, ὑποχωρώντας γιὰ λίγο στὶς φυσικὲς ἀπαιτήσεις, ὅπως καὶ ὁ υἱός της, τώρα μετέβηκε ἀπὸ τὴ γῆ στὸν οὐρανό.

  Ἀλλὰ βέβαια μετὰ τὴν ἀπόρρητη ἐκείνη τροφή, συνέβησαν σχετικὰ μὲ τὴν Παρθένο αὐτὴν μυστικωτάτη οἰκονομία μνηστείας καὶ ἀσπασμὸς παράδοξος καὶ ὑπεράνω λογικῆς δι’ ἀρχαγγέλου, ποὺ ἐπέταξε ἀπὸ ἐπάνω καὶ μηνύματα καὶ προσφωνήσεις Θεοῦ, ἀντίστροφα πρὸς τὴν καταδίκη τῆς Εὔας καὶ τοῦ Ἀδάμ καὶ θεραπευτικὰ τῆς πρὸς ἐκείνους κατάρας, τὴν ὁποία μετατρέπουν σ’ εὐλογία. Διότι τὸ μυστικό κάλλος αὐτῆς τῆς ἀειπάρθενης ἐπεθύμησε ὁ βασιλεὺς τοῦ παντός, ὅπως προεφήτευσε ὁ Δαβίδ, καὶ κλίνοντας τοὺς οὐρανούς κατέβηκε καὶ τὴν ἐπεσκίασε, μᾶλλον δὲ ἐνοίκησε σ’ αὐτὴν ἡ ἐνυπόστατη δύναμις τοῦ Ὑψίστου, καθ ̓ ὅσον δὲν ἔδειξε τὴν παρουσία του διὰ γνόφου καὶ πυρός, ὅπως ἐπὶ τοῦ θεόπτη Μωϋσέως, οὔτε διὰ λαίλαπος καὶ νεφέλης, ὅπως ἐπὶ τοῦ προφήτη Ἠλία, ἀλλὰ ἀμέσως χωρίς παραπέτασμα ἡ δύναμις τοῦ Ὑψίστου ἐπισκιάζει τὴν πανυπέραγνη καὶ παρθενική γαστέρα, χωρὶς νὰ ὑπάρχη τίποτε ἐνδιάμεσο, οὔτε ἀέρας οὔτε αἰθέρας, οὔτε κάτι ἀπὸ τὰ αἰσθητὰ οὔτε κάτι ἐπάνω ἀπὸ αὐτά· τοῦτο δὲ δὲν εἶναι ἐπισκίασις, ἀλλὰ καθαρὰ ἕνωσις.

  Ἐπειδὴ δὲ ἐκ φύσεως συμβαίνει πάντοτε τὸ σκιάζον νὰ σχηματίζη τὴ μορφὴ καὶ τὸν χαρακτῆρα του στὸ σκιαζόμενο, δὲν ἔγινε μόνο ἕνωσις στὴν γαστέρα, ἀλλὰ καὶ μόρφωσις, καὶ τὸ μορφωμένο ἀπὸ τὰ δύο, ἀπὸ τὴν δύναμι τοῦ Ὑψίστου δηλαδὴ καὶ ἀπὸ ἐκείνη τὴν παναγία καὶ παρθενική γαστέρα, ἦταν ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ σεσαρκωμένος. Ἔτσι ἐσκήνωσε σ’ αὐτὴν ἀπορρήτως καὶ ἀπὸ αὐτὴν προῆλθε σαρκοφόρος ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, «καὶ ἐφάνηκε ἐπάνω στὴ γῆ καὶ συναναστράφηκε μὲ τοὺς ἀνθρώπους»2, θεουργώντας τὴ φύσι μας καὶ χαρίζοντάς μας κατὰ τὸν θεῖο ἀπόστολο ἀγαθὰ, στὰ ὁποῖα ἐπιθυμοῦν νὰ παρακυττάζουν ἄγγελοι»3. Κι αὐτὸ εἶναι τὸ ὑπερφυὲς ἐγκώμιο καὶ ἡ ὑπερένδοξη δόξα αὐτῆς τῆς ἀειπαρθένου, ἐνώπιον τῆς ὁποίας ἡττᾶται κάθε νοῦς καὶ λόγος, ἀκόμη καὶ ἀγγελικὸς ἂν εἶναι. Τὰ δὲ μετὰ τὴν ἀπόρρητη γέννησι ποιὸς λόγος θὰ μποροῦσε νὰ τὰ ἐκφράση; Διότι συμπράττοντας καὶ συμπάσχοντας μὲ τὴν διά μέσου αὐτῆς ὑψοποιὸ κένωσι τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ, συνδοξαζόταν καὶ συνανυψωνόταν δικαίως, αὐξάνοντας πάντοτε τὰ μεγαλεῖα μὲ ὑπερφυεῖς προσθῆκες.  ̓Αλλὰ καὶ μετὰ τὴν ἄνοδο στοὺς οὐρανοὺς τοῦ σαρκωθέντος ἀπὸ αὐτήν, τὰ μεγαλεῖα ποὺ εἶχαν τελεσθῆ σ’ αὐτὴν ἀπὸ αὐτὸν ὑπεράνω νοῦ καὶ λόγου τὰ συναγωνιζόταν μὲ τὴν καρτερικωτάτη καὶ πολυειδῆ ἄσκησι καὶ μὲ τὶς ὑπὲρ ὁλοκλήρου τοῦ κόσμου εὐχὲς καὶ φροντίδες, καὶ μὲ τὶς συστάσεις και προτροπές πρὸς τοὺς θεοκήρυκες ποὺ ἐγύρισαν τὰ πέρατα, αὐτὴ ἦταν στήριγμα μαζί καὶ παρηγορία ὅλων, ἀκουσμένη καὶ βλεπομένη καὶ συνεργαζομένη παντοιοτρόπως στὸ κήρυ-γμα τοῦ εὐαγγελίου· κι ἔτσι ἔδειξε κατὰ νοῦ καὶ λόγο βίο ἄκρως ἀποτελεσματικὸ καὶ πολιτεία.

  Γι’ αὐτὸ λοιπὸν καὶ ὁ θάνατός της εἶναι ζωηφόρος, μεταβιβάζοντας σὲ οὐράνια κι ἀθάνατη ζωή· κι ἡ μνήμη τούτου εἶναι χαρμόσυνη ἑορτὴ καὶ παγκόσμια πανήγυρις, ποὺ ὄχι μόνο ἀνανεώνει τὴν μνήμη τῶν θαυμασίων τῆς θεομήτορος, ἀλλὰ καὶ προσθέτει τὴν κοινὴ καὶ παράδοξη συνάθροισι τῶν ἱερῶν  ̓Αποστόλων ἀπὸ κάθε μέρος τῆς γῆς γιὰ τὴν πανίερη κηδεία της, τοὺς μὲ τὴν εὐκαιρία αὐτὴ θεοφαντορικοὺς τῶν θεολήπτων ἐκείνων ὕμνους, τὶς ἀγγελικές ἐπιστασίες καὶ τὶς χοροστασίες καὶ λειτουργίες γι’ αὐτήν· τῶν Ἀποστόλων οἱ ὁποῖοι προπέμπουν, ἀκολουθοῦν, συμπράττουν, ἀντιπράττουν, ἀποκρούουν, ἀμύνονται, οἱ ὁποῖοι συνεργοῦν καὶ μὲ ὅλη τὴ δύναμι συμφωνοῦν πρὸς ἐκείνους ποὺ δἰ ὅλων τῶν μέσων ἐγκωμιάζουν τὸ ζωαρχικὸ καὶ θεοδόχο ἐκεῖνο σῶμα, τὸ σωστικὸ φάρμακο τοῦ γένους μας, τὸ σεμνολόγημα ὅλης τῆς κτίσεως, οἱ ὁποῖοι πολεμοῦν καὶ ἀντικρούουν μὲ κρυφό χέρι τοὺς Ἰουδαίους, διότι ἐπεμβαίνουν καὶ ξεσηκώνονται μὲ θεομάχο χέρι καὶ γνώμη, ἐνῶ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος Σαβαώθ καὶ υἱὸς αὐτῆς τῆς ἀειπάρθενης εἶναι ἀοράτως παρὼν καὶ ἀποδίδει στὴ μητέρα τὴν ἐξόδιο τιμή. Σὲ αὐτοῦ τὰ χέρια ἐναπέθεσε καὶ τὸ θεοφόρο πνεῦμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἔπειτα ἀπό λίγο μεταθέτει καὶ τὸ συζυγικὸ πρὸς ἐκεῖνο σῶμα σὲ χῶρο ἀείζωο καὶ οὐράνιο, εὐλόγως καὶ συμφώνως πρὸς τὴν ἀρχὴ γι’ αὐτὴν ἕως τώρα.

  Πραγματικά πολλοὶ ἀπὸ παλαιὰ ἐπέτυχαν θεία εὐμένεια καὶ δόξα καὶ δύναμι, ὥστε νὰ λέγη ὁ Δαβίδ, «γιὰ μένα εἶναι πολύτιμοι οἱ φίλοι σου, Θεέ, οἱ ἀρχές των εἶναι πολὺ δυνατές· θὰ τὶς ἀπαριθμήσω καὶ θὰ ὑπερβοῦν τὴν ἄμμο σὲ πλῆθος»4· καὶ «πολλοί» κατὰ τὸν Σολομῶντα «ἀπέκτησαν πλοῦτο καὶ πολλὲς θυγατέρες ἄσκησαν δύναμι· αὐτὴ δὲ ὑπερβαίνει καὶ ξεπερνᾶ ὅλους καὶ ὅλες»5, τόσο ποὺ δὲν εἶναι εὔκολο νά λεχθῆ. Διότι μόνο αὐτή, εὑρισκομένη ἀνάμεσα στὸ Θεὸ καὶ σ’ ὁλόκληρο τό ἀνθρώπινο γένος, τὸν μὲν Θεὸ κατέστησε υἱὸν ἀνθρώπου, τοὺς δὲ ἀνθρώπους ἔκαμε υἱοὺς Θεοῦ, οὐρανώσασα τὴν γῆ καὶ θεώσασα τὸ γένος· καὶ μόνο αὐτὴ ἀπὸ ὅλες τὶς γυναῖκες ἀναδείχθηκε μητέρα Θεοῦ ἐκ φύσεως ἐπάνω ἀπὸ κάθε φύσι, ὑπῆρξε δὲ μὲ τὸν ἄφραστο τόκο βασίλισσα κάθε ἐγκοσμίου καὶ ὑπερκοσμίου κτίσματος· κι ἔτσι, ὑψώνοντας μόνη της τοὺς κάτω ἀπὸ αὐτήν, ἀποδεικνύοντας τοὺς ἐπὶ τῆς γῆς ὑπηκόους ἀντὶ ἐπιγείων οὐρανίους, μετέχοντας ἀνωτέρας ἀξίας καὶ μεγαλυτέρας δυνάμεως, ὡρίσθηκε ὑψηλοτάτη καὶ μακαριωτάτη βασίλισσα μακαρίου γένους.

  Τώρα, ἔχοντας καὶ τὸν οὐρανὸ κατάλληλο κατοικητήριο, ὡς ταιριαστό της βασίλειο, στὸν ὁποῖο μετατέθηκε σήμερα ἀπὸ τὴ γῆ, ἐστάθηκε καὶ στὰ δεξιὰ τοῦ παμβασιλέως μὲ διάχρυσο ἱματισμὸ ἐνδυμένη καὶ στολισμένη, ὅπως λέγεται γι’ αὐτὴν ἀπὸ τὸν ψαλμωδό προφήτη. Ὡς ἱματισμὸ δὲ διάχρυσο πρέπει νὰ ἐννοήσης τὸ διαυγές σῶμα της, στολισμένο μέ τὶς παντοειδεῖς ἀρετές· διότι μόνο αὐτὴ κατέχει τώρα μαζί μὲ τὸ θεοδόξαστο σῶμα καὶ μὲ τὸν Υἱὸ τὸν οὐράνιο χῶρο. Δὲν μποροῦσε πρα-γματικὰ γῆ καὶ τάφος καὶ θάνατος νὰ κρατῇ ἕως τὸ τέλος τὸ ζωαρχικὸ καὶ θεοδόχο σῶμα της καὶ ἀγαπητό ἐνδιαίτημα οὐρανοῦ καὶ τοῦ οὐρανοῦ τῶν οὐρανῶν. Διότι, ἂν ἡ μία ψυχή, ποὺ ἔλαβε ὡς ἔνοικο τὴν χάρι τοῦ Θεοῦ, ἀνέρχεται πρὸς τὸν οὐρανό, ὅταν ἀπολυθῆ ἀπὸ τὰ ἐδῶ, ὅπως ἔχει γίνει φανερὸ διὰ πολλῶν ἐπιχειρημάτων καὶ πιστεύομε, πῶς δὲν θὰ ἀναλαμβανόταν ἀπὸ τὴν γῆ πρὸς τὸν οὐρανὸ τὸ σῶμα ποὺ ὄχι μόνο ἔλαβε μέσα του τὸν ἴδιο τὸν προαιώνιο καὶ μονογενῆ Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, τὴν ἀέναη πηγὴ τῆς χάριτος, ἀλλὰ κι ἐφάνηκε γεννητικό γι’ αὐτόν; Ἐκείνη ποὺ ἦταν σὲ ἡλικία μόλις τριῶν ἐτῶν καὶ δὲν εἶχε λάβει ἀκόμη ἔνοικο τὸν ὑπερουράνιο καὶ δὲν τὸν εἶχε καταστήσει σαρκοφόρο, ἐκείνη ποὺ κατοικοῦσε τὰ ἅγια τῶν ἁγίων, ἀφοῦ ἔγινε ὑπεροχικὴ καὶ πραγματικά ὑπερκόσμια διά τόσο μεγάλων καὶ τόσο πολλῶν ἔργων καὶ κατὰ τὸ σῶμα, θὰ ἐγινόταν γῆ ὑφισταμένη διαφθορά; Καὶ πῶς θὰ μποροῦσε νὰ θεωρηθῆ τοῦτο λογικὸ ἀπὸ ἐκείνους, ποὺ ἐξετάζουν τὰ πράγματα λογικῶς;

  Γι’ αὐτὸ εὐλόγως τὸ σῶμα ποὺ ἐγέννησε συνδοξάζεται μὲ τὸ γέννημα διὰ θεοπρεποῦς δόξης καί, κατὰ τὸ προφητικό ἆσμα, μαζὶ μὲ τὸν προηγουμένως ἀναστάντα τριήμερον Χριστὸ συνανίσταται ἡ κιβωτός τοῦ ἁγιάσματός του. Καὶ ἀποδεικτικό γιὰ τοὺς μαθητάς στοιχεῖο περὶ τῆς ἀναστάσεώς της ἀπὸ τοὺς νεκροὺς γίνονται τὰ σινδόνια καὶ τὰ ἐντάφια, ποὺ μόνα ἀπέμειναν στὸν τάφο καὶ ποὺ μόνα εὑρέθηκαν σ’ αὐτὸν ἀπὸ ἐκείνους ποὺ προσῆλθαν νὰ τὴν ζητήσουν, ὅπως συνέβηκε προηγουμένως μὲ τὸν Υἱὸ καὶ δεσπότη. Δὲν ἐχρειάσθηκε ὅμως νὰ μείνη καὶ αὐτὴ ἐπίσης γιὰ λίγο ἐπάνω στὴ γῆ, ὅπως ὁ Υἱός της καὶ Θεός· γι’ αὐτὸ ἀναλήφθηκε ἀμέσως πρὸς τὸν ὑπερουράνιο χῶρο ἀπὸ τὸν τάφο, ἀπὸ ὅπου πάλι ἀστράπτει τὶς μαρμαρυγὲς καὶ τὶς χάριτες μέχρι τῆς γῆς λαμπρότατες καί θειότατες, φωτίζοντας ἀπὸ ἐκεῖ ὅλο τὸν περίγειο χῶρο καὶ ἀπὸ ὅλους τοὺς πιστοὺς προσκυνουμένη καὶ θαυμαζομένη καὶ ὑμνουμένη.

  Σὰν νὰ θέλησε δηλαδὴ ὁ Θεὸς νὰ στήση εἰκόνα κάθε καλοῦ καὶ νὰ δείξη τὴν ἰδική του εἰκόνα γύρω ἀπὸ αὐτὰ καθαρῶς καὶ σὲ ἀγγέλους καὶ σὲ ἀνθρώπους, τόσο ὡραίαν πραγματικά κατεσκεύασε καὶ αὐτήν. Συνάθροισε λοιπόν ὅλα ἐκεῖνα διὰ τῶν ὁποίων ἐστόλισε τὰ πάντα μὲ τὴν σειρά, καθιστώντας την κοινὸν κόσμο ὁρατῶν καὶ ἀοράτων ἀγαθῶν, ἢ μᾶλλον ἀναδεικνύοντάς την κοινὸ κρᾶμα ὅλων τῶν ἀνθρωπίνων καλῶν καὶ ἀνωτέρα καλλονή, ποὺ διακοσμεῖ καὶ τοὺς διακόσμους, ποὺ ἄρχισε μὲν ἀπὸ τὴ γῆ, ἔφθασε δὲ ἕως τὸν οὐρανὸ καὶ μάλιστα τὸν ἐπέρασε κι αὐτόν, μὲ τὴν ἀνάληψί της τώρα ἀπὸ τὸν τάφο στὸν οὐρανό, συνῆψε τὰ κάτω μὲ τὰ ἄνω καὶ περιέκλεισε τὸ πᾶν μὲ τὰ γύρω της θαυμάσια, ὥστε καὶ τὸ ὅτι εἶναι ἠλαττωμένη πολύ λίγο ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους, καθὼς ἔχει λεχθῆ στὴν ἀρχή, κι ἐννοῶ τὸ ὅτι ἐγεύθηκε τὸν θάνατο, αὐξάνει τὴν κατὰ πάντα ὑπεροχὴ τῆς Θεομήτορος. Γι’ αὐτὸ δικαίως σήμερα τὰ πάντα συγκροτοῦν καὶ συνεπιτελοῦν τὴν πανήγυρι ἐπ’ εὐκαιρίᾳ του.

  Ἔπρεπε λοιπὸν αὐτὴ ποὺ ἐχώρεσε ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος πληρώνει τά πάντα καὶ εἶναι ἐπάνω ἀπὸ τὰ πάντα, νὰ φθάση κι αὐτὴ τὰ πάντα καὶ νὰ ὑπερβῆ τὰ πάντα μὲ τὶς ἀρετές της, μὲ τὸ μέγεθος τῆς ἀξίας της. Τώρα πραγματικά, ὅσα ἤρκεσαν στοὺς ἀπὸ ὅλους τοὺς αἰῶνες ἀρίστους μοιράζοντάς τα μεταξύ τους νὰ γίνουν ἄριστοι καὶ ὅσα ἔχουν ὅλοι ἐπί μέρους οἱ εὐαρεστήσαντες τὸν Θεό, ἄγγελοι καὶ ἄνθρωποι, συνδυάζοντάς τα ὅλα καὶ τελειώνοντάς τα μόνη αὐτὴ μὲ περίσσεια ὑπεράνω περιγραφῆς, ἔχει καὶ τοῦτο τώρα παραπάνω ἀπὸ ὅλους, τὸ ὅτι ἀποθανατίσθηκε μετά θάνατο και μόνη αὐτὴ διαιτᾶται μὲ τὸ σῶμα στὸν οὐρανὸ μαζὶ μὲ τὸν Υἱὸ καὶ Θεό. Ἔτσι ὑπερεκχύνει ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πρὸς τοὺς τιμῶντας τὴν πλουσιωτάτη χάρι, χαρίζοντας σ’ αὐτοὺς τὴν ἱκανότητα νὰ ἀνυψώνωνται πρὸς αὐτὴν ποὺ εἶναι δίσκος μὲ τόσο μεγάλες χάριτες καὶ δίδοντας ἐπὶ πλέον ἀπὸ ἀγαθότητα τὰ ἀνώτερα καὶ μὴ σταματώντας ποτὲ αὐτὴν τὴν ὠφέλιμη σ’ ἐμᾶς εἰσφορὰ καὶ πλουσία δωρεά. Ἀποβλέποντας λοιπὸν κανεὶς πρὸς τὴν τοιαύτη συνδρομὴ καὶ χορηγία, θὰ εἰπῆ ὅτι ἡ Παρθένος πράττει τὴν ἀρετὴ καὶ στοὺς ζῶντας κατὰ τὴν ἀρετὴ τοῦτο ὅ,τι πράττει ὁ ἥλιος στὸ αἰσθητό φῶς καὶ τοὺς κάτω ἀπὸ αὐτὸ ζῶντας. Ἐὰν ὅμως φέρη τό βλέμμα τῆς διανοίας πρὸς τὸν ἥλιο, ποὺ ἀνέτειλε ἐξαισίως ἀπὸ τὴν παρθένο αὐτὴ στοὺς ἀνθρώπους, ὁ ὁποῖος ἔχει καὶ παραέχει ἐκ φύσεως ὅλα ὅσα ἔχουν προστεθῆ σ’ αὐτὴν κατὰ χάρι, τότε ἡ Παρθένος θὰ φανῆ ἀμέσως οὐρανός· διότι ἔχει τόσο εὐγενεστέρα ἀπὸ τοὺς κάτω καὶ ὑπεράνω τοῦ οὐρανοῦ θείως χαριτωμένους καλοτυχία μέ ὅλα τὰ ἀγαθά, ὅσο ὁ μὲν οὐρανὸς εἶναι μεγαλύτερος ἀπὸ τὸν ἥλιο, ὁ δὲ ἥλιος εἶναι λαμπρότερος τοῦ οὐρανοῦ.

  Ποιός λόγος μπορεῖ νὰ περιγράψη τὸ θεόλαμπρο κάλλος σου, Θεομήτορ Παρθένε; Διότι δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ ὁρισθοῦν τὰ γνωρίσματά σου μὲ λογισμοὺς καὶ λόγους· ὅλα ξεπερνοῦν καὶ τὸ νοῦ καὶ τὸ λόγο. Εἶναι ὅμως δυνατὸ νὰ ὑμνῆσαι, ἐφ’ ὅσον τό δέχεσαι φιλανθρώπως. Διότι σὺ εἶσαι τόπος ὅλων τῶν χαρίτων καὶ πλήρωμα παντοειδοῦς καλοκαγαθίας, ἔμψυχος πίναξ καὶ εἰκὼν κάθε ἀγαθοῦ καὶ κάθε χρηστότητος, ἀφοῦ εἶσαι ἡ μόνη, ποὺ ἀξιώθηκες ὅλα μαζὶ τὰ χαρίσματα τοῦ Πνεύματος, καὶ μάλιστα ἀφοῦ εἶσαι ἡ μόνη ποὺ ἔλαβες παραδόξως ἔνοικο στὰ σπλάγχνα σου ἐκεῖνον στὸν ὁποῖο εὑρίσκονται οἱ θησαυροὶ ὅλων τούτων τῶν χαρισμάτων κι ἔγινες παράδοξη σκηνή τούτου, τώρα δὲ διὰ τοῦ θανάτου ἐπροχώρησες ἀπὸ ἐδῶ πρὸς τὴν ἀθανασία καὶ δικαίως μετέστης ἀπὸ τὴ γῆ στὸν οὐρανό, γιὰ νὰ εἶσαι συγκάτοικος μὲ αὐτὸν στὰ ὑπερουράνια σκηνώματα διαπαντός, ἀπὸ ἐκεῖ ἐπιστατώντας στὴν κληρονομία της καὶ μὲ τὶς ἀκοίμητες πρὸς αὐτὸν πρεσβεῖες ἐξιλεώνοντας τοῦτον πρὸς ὅλους.

  Τόσο πολὺ εἶναι πλησιεστέρα ἀπὸ τοὺς πλησιάζοντας τὸν Θεό· τόσο μεγαλύτερα πρεσβεῖα ἀπὸ ὅλους ἀξιώθηκε ἡ Θεοτόκος· δὲν ἐννοῶ δὲ μόνο τοὺς ἀνθρώπους ἀλλὰ κι αὐτὲς τὶς ἀγγελικές ἱεραρχίες ὅλες. Πραγματικά γιὰ τὴν ἀνώτατη ταξιαρχία τούτων γράφει ὁ Ἡσαΐας «καὶ τὰ Σεραφὶμ ἐστέκονταν γύρω του»8· γι’ αὐτὴν δὲ πάλι λέγει ὁ Δαβίδ, «παρέστη ἡ βασίλισσα στὰ δεξιά σου»9. Βλέπετε τὴ διαφορὰ τῆς στάσεως; Ἀπὸ αὐτὴν μπορεῖτε νὰ καταλάβετε καὶ τὴ διαφορὰ τῆς κατὰ τὴν ἀξία τάξεως· διότι τὰ Σεραφὶμ ἦσαν γύρω ἀπὸ τὸν Θεό, πλησίον δὲ στὸν ἴδιο μόνο ἡ βασίλισσα, ἡ ὁποία θαυμάζεται καὶ ἐγκωμιάζεται ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Θεό, ποὺ εἶναι σὰν νὰ τὴν ἀνακηρύττη πρὸς τὶς γύρω του δυνάμεις καὶ νὰ λέγη κατὰ τὰ λόγια τοῦ  Ἄσματος τῶν  Ἀσμάτων, «τί καλὴ ἡ πλησίον μου!»10. Εἶναι λαμπροτέρα τοῦ φωτός, ἀνθηρότερη ἀπὸ τοὺς θείους παραδείσους, ἁρμονικώτερη ἀπὸ ὅλον τὸν ὁρατὸ καὶ ἀόρατο κόσμο. Εἶναι δὲ ὄχι μόνο πλησίον, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὰ δεξιά, εὐλόγως· διότι ὅπου ἐκάθησε ὁ Χριστὸς στὸν οὐρανόν, δηλαδὴ στὰ δεξιὰ τῆς μεγαλωσύνης, ἐκεῖ στέκεται κι αὐτὴ τώρα ποὺ ἀνέβηκε ἀπὸ τὴ γῆ στὸν οὐρανό· ὄχι μόνο διότι ποθεῖ καὶ ἀντιποθεῖται περισσότερο ἀπὸ ὅλους, καὶ λόγῳ τῶν φυσικῶν θεσμῶν ἄλλωστε, ἀλλὰ καὶ διότι εἶναι ἀληθινὰ θρόνος του· ὅπου δὲ κάθεται ὁ βασιλεύς, ἐκεῖ στέκεται καὶ ὁ θρόνος.

  Τοῦτον τὸν θρόνο ἔβλεπε καὶ ὁ Ἡσαΐας στὸ μέσο ἐκείνου τοῦ Χερουβικοῦ χοροῦ καὶ τὸν ἐχαρακτήριζε ὑψηλὸν καὶ ἀνασηκωμένον, δηλώνοντας τὴν ὑπέρβασι τῶν οὐρανίων δυνάμεων ἀπὸ τὴ Θεομήτορα. Γι’ αὐτὸ καὶ εἰσάγει τοὺς ἰδίους τοὺς ἀγγέλους νὰ δοξάζουν ἀπὸ αὐτὴν τὸν Θεὸ, λέγοντας «εὐλογημένη ἡ δόξα Κυρίου ἀπὸ τὸν τόπο του»!!. Ὁ δὲ πατριάρχης Ἰακώβ, ποὺ τὸν εἶδε διὰ μέσου αἰνιγμάτων εἶπε, «τί φοβερὸς εἶναι ὁ τόπος τοῦτος! Δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ οἶκος τοῦ Θεοῦ καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ πύλη τοῦ οὐρανοῦ»12. Ὁ δὲ Δαβίδ ποὺ συνῆψε στὸν ἑαυτό του τὰ πλήθη τῶν σωσμένων ἀπὸ ἄλλα μέρη καὶ ἐχρησιμοποίησε σὰν διάφορες χορδές ἤ φθόγγους τοὺς ἀπό διάφορα γένη προσαρμοσμένους σὲ μιὰ πίστι ἀπὸ τὴν ἀειπάρθενη αὐτή, ἀνακρούει πρὸς ἐξύμνησί της τὸ παναρμόνιο μέλος, λέγοντας «θὰ θυμίσω τὸ ὄνομά σου σὲ κάθε γενεὰ καὶ γενεά· γι’ αὐτὸ οἱ λαοὶ θὰ σὲ δοξολογήσουν στὸν αἰῶνα καὶ στὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος»13.

  Βλέπετε ὅλη τὴν κτίσι νὰ δοξολογῆ αὐτὴ τὴν ἀειπάρθενη, καὶ ὄχι σὲ παλαιὰ ἔτη, ἀλλὰ στὸν αἰῶνα καὶ στὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος; Μποροῦμε ἀπὸ αὐτὸ νὰ καταλάβωμε ὅτι οὔτε ἐκείνη δὲν θὰ σταματήση ποτέ σ’ ὅλους τοὺς αἰῶνες νὰ εὐεργετῆ ὅλη τὴν κτίσι· δὲν ἐννοῶ δὲ μόνο τὴ δική μας, ἀλλὰ καὶ αὐτὲς τὶς ἄϋλες καὶ ὑπερφυεῖς ταξιαρχίες. Ὅτι βέβαια μαζὶ μὲ ἐμᾶς καὶ αὐτὲς μόνο δι’ αὐτῆς μετέχουν και ψαύουν τὸν Θεό, τὴν ἄψαυστη ἐκείνη φύσι, τὸ ἐδήλωσε καθαρὰ ὁ Ἡσαΐας. Διότι αὐτὸς δὲν εἶδε τὸν Σεραφὶμ νὰ παίρνη ἀμέσως τὸν ἄνθρακα ἀπὸ τὸ θυσιαστήριο, ἀλλὰ τὸν ἐπῆρε μὲ τὴν λαβίδα, μέ τήν ὁποία ἤγγισε καὶ τὰ προφητικά χείλη δίδοντας κάθαρσι· ἦταν δὲ τὸ φαινόμενο τοῦτο τῆς λαβίδος τὸ ἴδιο μ’ ἐκεῖνο τὸ μεγάλο θέαμα, τὸ ὁποῖο εἶδε ὁ Μωϋσῆς, τὴν βάτο ποὺ ἦταν ἀναμμένη, ἀλλὰ δὲν καταφλεγόταν14. Ποιὸς δὲν γνωρίζει ὅτι ἡ Παρθενομήτωρ εἶναι ἐκείνη ἡ βάτος καὶ αὐτὴ ἡ λαβίδα, ποὺ συνέλαβε ἀπυρπολήτως τὸ θεῖο πῦρ, ἀφοῦ σ’ αὐτὸ ὑπηρέτησε ὁ ἀρχάγγελος κατὰ τὴ σύλληψι καὶ συνῆψε δι’ αὐτῆς τόν αἴροντα τὴν ἁμαρτία τοῦ κόσμου μὲ τὸ ἀνθρώπινο γένος καὶ μᾶς ἐκαθάρισε μὲ τὴν ἄρρητη συνάφεια; Ἑπομένως μόνο αὐτὴ εἶναι μεθόριο τῆς κτιστῆς καὶ ἄκτιστης φύσεως, καὶ κανεὶς δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἔλθη πρὸς τὸν Θεό, ἐκτὸς ἐάν καταυγασθῆ ἀληθινὰ ἀπὸ τὴ θεόλαμπρη ἀληθινά λυχνία «διότι στὸ μέσο της εἶναι ὁ Θεός, καὶ δὲν θὰ σαλευθῆ», λέγεις15.

  Ἄν δὲ οἱ ἀνταποδόσεις εἶναι κατὰ τὸ μέτρο τῆς ἀγάπης πρὸς τὸν Θεὸ καὶ αὐτὸς ποὺ ἀγαπᾶ τὸν Υἱὸ ἀγαπᾶται ἀπὸ αὐτὸν καὶ ἀπὸ τὸν Πατέρα του καὶ γίνεται καταγώγιο καὶ τῶν δύο αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι ἐνοικοῦν μυστικῶς καὶ διαμένουν μέσα σ’ αὐτὸν κατὰ τὴ δεσποτικὴ ἐπαγγελία, ποιός θ’ ἀγαποῦσε τοῦτον περισσότερο ἀπὸ τὴν μητέρα, ἡ ὁποία ὄχι μόνο μονογενῆ τὸν ἐγέννησε, ἀλλὰ καὶ μόνη της αὐτὴ χωρὶς ἀνδρική ἕνωσι, ὥστε νὰ εἶναι τὸ φίλτρο της διπλάσιο, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει σύζυγος ποὺ ἑνώθηκε μέ αὐτὴ, γιὰ νὰ τὸ μοιρασθῆ; Ποιὸς θὰ μποροῦσε ν’ ἀγαπηθῆ ἀπὸ τὸν μονογενῆ περισσότερο τῆς μητρός, και μάλιστα προελθόντα κατὰ τοὺς τελευταίους αἰῶνες ἀρρήτως, ἀπὸ μόνην αὐτήν, ὅπως πρὸ αἰώνων ἀπὸ μόνον τὸν Πατέρα; Πῶς δὲ δὲν θὰ πολλαπλασιαζόταν ἐκτὸς ἀπὸ τὴν πρέπουσα διάθεσι καὶ ἡ ὀφειλομένη τιμὴ πρὸς αὐτὴν κατὰ τοὺς νόμους ἀπὸ τὸν κατελθόντα νὰ πληρώση τὸν νόμο;

  Ὅπως λοιπόν, ἀφοῦ μόνο δι’ αὐτῆς ἐπεδήμησε πρὸς ἐμᾶς, ἐφανερώθηκε ἐπὶ τῆς γῆς καὶ συναναστράφηκε μὲ τοὺς ἀνθρώπους, ἐνῶ πρὶν ἀπὸ αὐτὴν ἦταν ἀθέατος ἐπὶ τῆς γῆς, ἔτσι καὶ στὸν μελλοντικὸ ἀτελεύτητο αἰῶνα κάθε πρόοδος θείας φωτοφανείας καὶ κάθε ἀποκάλυψις θείων μυστηρίων καὶ κάθε ἰδέα πνευματικῶν χαρισμάτων χωρὶς αὐτὴν εἶναι γιὰ ὅλους ἀδύνατη. Αὐτὴ δέ, δεχομένη πρώτη τὸ πλήρωμα τοῦ πληροῦντος τὰ σύμπαντα ποὺ διήκει διά μέσου ὅλων, τὸ καθιστᾶ χωρητὸ σὲ ὅλους, κατανέμοντας στὸν καθένα κατά τὴ δύναμί του σύμφωνα μὲ τὴν ἀναλογία καὶ τὸ μέτρο τῆς καθαρότητός του, ὥστε αὐτὴ νὰ εἶναι ταμεῖο καὶ πρύτανις τοῦ πλούτου τῆς θεότητος.

  Ἐπειδὴ δὲ στοὺς οὐρανοὺς εἶναι καὶ τοῦτο αἰώνιος θεσμός, τὸ νὰ μετέχουν δηλαδὴ διὰ τῶν μεγαλυτέρων οἱ μικρότεροι τοῦ εὑρισκομένου πέρα ἀπὸ τὸν ὄντα, μεγαλύτερη δὲ ἀπὸ ὅλους εἶναι ἡ Παρθενομήτωρ, διά μέσου αὐτῆς θὰ μετάσχουν, ὅσοι μετάσχουν βέβαια, τοῦ Θεοῦ καὶ αὐτὴν θὰ ὑμνήσουν μετὰ τὸν Θεὸ ὅσοι ὑμνοῦν τὸν Θεό. Αὐτὴ εἶναι καὶ τῶν πρὶν ἀπὸ αὐτὴν αἰτία καὶ τῶν μετὰ ἀπὸ αὐτὴν προστάτις και πρόξενος τῶν αἰωνίων. Αὐτὴ εἶναι θέμα τῶν προφητῶν, ἀρχὴ τῶν  Ἀποστόλων, ἑδραίωμα τῶν μαρτύρων, κρηπὶς τῶν διδασκάλων. Αὐτὴ εἶναι ἡ δόξα τῶν ἐπὶ γῆς, ἡ τερπνότης τῶν εὑρισκομένων στὸν οὐρανό, τὸ ἐγκαλλώπισμα ὅλης τῆς κτίσεως. Αὐτὴ εἶναι ἀρχὴ καὶ πηγὴ καὶ ρίζα τῶν ἀπορρήτων ἀγαθῶν. Αὐτὴ εἶναι κορυφὴ καὶ τελείωσις κάθε Ἁγίου.

  Ὦ Παρθένε θεία καὶ τώρα οὐρανία, πῶς νὰ περιγράψω ὅλα τὰ προσόντα σου; Πῶς νὰ σὲ δοξάσω, τὸν θησαυρὸ τῆς δόξας; Σοῦ καὶ ἡ μνήμη μόνο ἁγιάζει αὐτὸν ποὺ τὴν χρησιμοποιεῖ πρὸς ἐσένα καὶ μόνη ἡ κλίσις καθιστᾶ τὸν νοῦ καθαρώτερο, ἀναλαμβάνοντάς τον ἀμέσως πρὸς θεῖο ὕψος· διὰ σοῦ τρανώνεται τὸ βλέμμα τῆς διανοίας· διὰ σοῦ καταλάμπεται τὸ πνεῦμα μὲ τὴν ἐπιδημία τοῦ θείου Πνεύματος, διότι ἔγινες ταμιοῦχος καὶ χῶρος χαρίτων ὄχι γιὰ νὰ τὶς κρατήσης κοντά σου, ἀλλὰ γιὰ νὰ γεμίσης τά σύμπαντα μὲ χάρι. Διότι ὁ ταμίας τῶν ἀκενώτων θησαυρῶν ἐπιτροπεύει γιὰ τὴ διανομή γιὰ ποιὸ λόγο ἄλλωστε νὰ κατακλείση τὸν πλοῦτο, ἀφοῦ δὲν μειώνεται;

  Μετάδωσε λοιπόν πλούσια στὸ λαό σου, σ’ αὐτὸν τὸν κλῆρο σου, τὸ ἔλεός σου καὶ τὰ χαρίσματά σου, ὦ Δέσποινα. Δῶσε λύσι τῶν δεινῶν ποὺ μᾶς κατέχουν. Βλέπεις ἀπὸ πόσα καὶ ποιὰ δεινὰ κατατρυχόμαστε, καὶ δικά μας καὶ ξένα, καὶ τὰ ἐξωτερικά καὶ τὰ ἐσωτερικά. Μετάτρεψέ τα ὅλα πρὸς τὸ καλύτερο μέ τή δύναμί σου, τοὺς μὲν εὑρισκομένους μέσα καὶ ὁμοφύλους ἐξημερώνοντας πρὸς ἀλλήλους, τοὺς δὲ ἐπιτιθεμένους ἀπ’ ἔξω σὰν ἄγρια θηρία ἀποκρούοντας. Φέρε τὴν βοήθεια καὶ θεραπεία σου ὡς ἀντίμετρο στὰ πάθη μας, κατανέμοντας καὶ στὶς ψυχὲς καὶ στὰ σώματα πλουσία τὴ χάρι, καὶ πρὸς ὅλα διαρκῆ. Κι ἂν δὲν τὴν χωροῦμε, κάνε μας χωρητικωτέρους, καὶ κανόνισε τὸ μέτρο κατά τέτοιον τρόπο, ὥστε, σωζόμενοι καὶ δυναμούμενοι ἀπὸ τὴ χάρι σου, νὰ δοξάζωμε τὸν προαιώνιο Λόγο, ποὺ ἐσαρκώθηκε ἀπὸ σένα γιὰ μᾶς μαζὶ μὲ τὸν ἄναρχο Πατέρα του καὶ τὸ ζωοποιό Πνεῦμα, τώρα καὶ πάντοτε καὶ στοὺς ἀτελευτήτους αἰῶνες. Γένοιτο.

Σημειώσεις:

1. Ψαλμ. 115,6. 3. Α ́ Πέτρ. 1,12. 6. Ψαλμ. 44,11. 10. Ἆσμα Ἀσμ. 6,4. 13. Ψαλμ. 44,19. 15. Ψαλμ. 45,5.

Previous Article

Ἐγκύκλιος Σεβ. Σάμου ἐπί τῇ ἑορτῇ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου

Next Article

«Αἱ γενεαὶ πᾶσαι μακαρίζομέν σε τὴν μόνην Θεοτόκον»