Συμφώνως πρὸς δημοσίευμα τῆς Ἑλληνο-Αὐστραλιανῆς ἐφημερίδος ΤΑ ΝΕΑ τῆς 27ης Μαΐου:
«Ἔντονη πολιτικὴ καὶ κοινοτικὴ διάσταση λαμβάνει στὴ Μελβούρνη ἡ παρέμβαση τῆς Παμμακεδονικῆς Ἕνωσης Μελβούρνης καὶ Βικτώριας, ἡ ὁποία ἀπέστειλε σχεδὸν πανομοιότυπες ἐπιστολὲς τόσο πρὸς τὴν Πρέμιερ τῆς Βικτώριας Jacinta Allan ὅσο καὶ πρὸς τὴν ἀρχηγὸ τῆς ἀντιπολίτευσης Jess Wilson, ἐκφράζοντας «σοβαρὴ ἀνησυχία καὶ ἀγανάκτηση» γιὰ τὴ χρήση τοῦ ὅρου «Republic of Macedonia» σὲ ἐκδήλωση τῆς ὀργάνωσης “Macedonian Orthodox Youth of Australia” (MOYA) στὴ Μελβούρνη, στὴν ὁποία συμμετεῖχαν βουλευτὲς τῶν δύο μεγαλύτερων κομμάτων τῆς Πολιτείας μας.
Ἡ Παμμακεδονική, ἡ ὁποία αὐτοχαρακτηρίζεται ὡς «τὸ ἀνώτατο ἑλληνικὸ ὄργανο ποὺ ἐκπροσωπεῖ τὴ μακεδονικὴ κοινότητα τῆς πολιτείας ἀπὸ τὸ 1952», ὑποστηρίζει ὅτι ἡ χρήση τῆς ὀνομασίας αὐτῆς συνιστᾶ εὐθεῖα παραβίαση τῆς Συμφωνίας τῶν Πρεσπῶν καὶ ἔρχεται σὲ ἀντίθεση μὲ τὸ διεθνὲς νομικὸ πλαίσιο ποὺ ἀναγνωρίζει ἀποκλειστικὰ τὸ ὄνομα «North Macedonia».
Ἡ ὀργάνωση ξεκαθαρίζει ὅτι τὸ πρόβλημα «δὲν εἶναι ἡ παρουσία ἐκλεγμένων ἀντιπροσώπων σὲ κοινοτικὲς ἐκδηλώσεις», ἀλλὰ «ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ἡ ἐκδήλωση διαφημίστηκε καὶ παρουσιάστηκε δημόσια». Ὅπως σημειώνει, στὶς ἀναρτήσεις τῆς MOYA στὰ κοινωνικὰ δίκτυα οἱ διπλωματικοὶ ἐκπρόσωποι ἀναφέρονταν ὡς ἐκπρόσωποι τῆς «Republic of Macedonia» καὶ ὄχι τῆς «North Macedonia».
«Ἡ γλώσσα αὐτὴ δὲν ἀποτελεῖ ἁπλὴ ἀνακρίβεια — εἶναι ἡ σκόπιμη χρήση μίας ὀνομασίας χωρὶς νομικὴ ἰσχύ, μὲ ξεκάθαρο πολιτικὸ σκοπό», ἀναφέρει χαρακτηριστικὰ ἡ ἐπιστολή.
Ἡ Παμμακεδονικὴ ἐπικαλεῖται μάλιστα τὴ Συμφωνία τῶν Πρεσπῶν, ὑποστηρίζοντας ὅτι ἡ ἴδια ἡ συμφωνία «δὲν μεταβίβασε τὴν ἰδιοκτησία τοῦ μακεδονικοῦ ὀνόματος οὔτε κατήργησε τὴ σημασία του γιὰ τὸν ἑλληνικὸ λαό». Ὑποστηρίζει ἐπίσης ὅτι ἡ χρήση ἐκφράσεων, ὅπως «Macedonian community» καὶ «Macedonian identity» ἀπὸ τὴ MOYA δημιουργεῖ «μονοπωλιακὴ διεκδίκηση» τῆς μακεδονικῆς ταυτότητας.
Σὲ ἰδιαίτερα αὐστηρὸ τόνο, οἱ ἐπιστολὲς ἀναφέρουν ὅτι ἡ παρουσία βουλευτῶν καὶ ἀπὸ τὰ δύο μεγάλα κόμματα δημιούργησε στὴν ἑλληνικὴ κοινότητα τὴν ἐντύπωση ὅτι «τὸ πολιτικὸ σύστημα τῆς Βικτώριας ἀνέχεται ἢ δὲν ἀμφισβητεῖ τὴ χρήση ὁρολογίας ἀντίθετης πρὸς τὸ διεθνὲς δίκαιο».
«Ἡ ἀντίληψη ποὺ ἔχει διαμορφωθεῖ εἶναι ὅτι ἡ χρήση ὀνοματολογίας ἀντίθετης πρὸς τὶς διεθνεῖς ὑποχρεώσεις τῆς Αὐστραλίας γίνεται ἀνεκτὴ — ἢ τουλάχιστον δὲν ἀμφισβητεῖται — ἀπὸ ἐκπροσώπους καὶ τῶν δύο πλευρῶν τοῦ κοινοβουλίου», τονίζεται.
Ἡ ὀργάνωση ζητᾶ ἀπὸ τὴν κυβέρνηση Allan ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν ἀντιπολίτευση νὰ ξεκαθαρίσουν δημόσια τὴ θέση τους ἀναφορικὰ μὲ τὴ Συμφωνία τῶν Πρεσπῶν καὶ τὴν ἐπίσημη ὀνομασία τῆς χώρας αὐτῆς, καθὼς καὶ νὰ ἐξετάσουν κατὰ πόσο ὑπάρχουν κατευθυντήριες ὁδηγίες πρὸς βουλευτὲς γιὰ τὴ συμμετοχή τους σὲ ἐκδηλώσεις, ὅπου χρησιμοποιεῖται «νομικὰ ξεπερασμένη ἢ διεθνῶς ἀμφισβητούμενη ὁρολογία».
Κλείνοντας, ἡ Παμμακεδονικὴ τονίζει ὅτι τὸ ζήτημα «δὲν εἶναι κομματικὸ, ἀλλὰ θέμα ἀρχῆς», ὑπογραμμίζοντας ὅτι ἡ ἑλληνικὴ κοινότητα τῆς Βικτώριας “παραμένει βαθιὰ προσηλωμένη στὶς ἀξίες τῆς δικαιοσύνης, τοῦ κράτους δικαίου καὶ τῆς ἴσης μεταχείρισης”».
Ἀξίζει νὰ σημειωθῆ ὅτι μεγάλος ἀριθμὸς Ἑλληνοαυστραλῶν ἔχει ἐκφράσει τὴν ἔντονον ἀνησυχίαν τους διὰ τὴν συμμετοχὴν Ἑλλήνων ἱερέων εἰς τὴν ἐκδήλωσιν, τὸ ὁποῖον καταδεικνύει ὅτι τήν Ἀρχιεπισκοπὴ Αὐστραλίας δὲν τὴν ἀπασχολεῖ τὸ ἐθνικὸν δίκαιον, ὅσον ἀφορᾶ τὴν συμφωνίαν τῶν Πρεσπῶν, ἀλλὰ οἱ σχέσεις της μὲ τὸν Καίσαρα τῆς Αὐστραλίας καὶ ὅτι ὁ λαὸς εἶναι αὐτός, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται εἰς ἐγρήγορσιν καὶ προστατεύει τὰ ἐθνικὰ δίκαια τοῦ Ἑλληνισμοῦ.




