Τοῦ κ. Νικολάου Ρωμανοῦ, ἐκπαιδευτικοῦ
Οἱ λεφεβριανοὶ εἶναι μέλη τῆς Ἀδελφότητας τοῦ Ἁγίου Πίου Ι΄, μίας παραδοσιακῆς ὀργάνωσης τῆς Παπικῆς Ἐκκλησίας ποὺ ἱδρύθηκε τὴ δεκαετία τοῦ 1970 ἀπὸ τὸν Marcel Lefebvre. Ἀντιτίθενται στὴ Β΄ Σύνοδο τοῦ Βατικανοῦ καὶ στὶς μεταρρυθμίσεις τῆς λειτουργίας, προτιμώντας τὶς παλαιὲς παραδόσεις.
Τὸν Ἰούλιο ἔχει προγραμματιστεῖ νὰ χειροτονηθοῦν νέοι ἐπίσκοποι χωρὶς τὴν ἔγκριση τοῦ Πάπα, κάτι ποὺ τὸ Βατικανὸ θεωρεῖ παράνομο καὶ ἐνδεχομένως σχισματικό. Παρὰ τὶς προσφορὲς διαλόγου, οἱ λεφεβριανοὶ ὑποστηρίζουν ὅτι δὲν ὑπάρχει πραγματικὴ δυνατότητα θεολογικοῦ διαλόγου, καθὼς ἡ διοίκηση τοῦ Βατικανοῦ ἔχει προκαθορισμένο στόχο: τὴν πλήρη προσαρμογή τους στὴ Ρώμη.
Ἡ κατάσταση δημιουργεῖ ἔνταση, παρὰ τὶς βελτιωμένες σχέσεις τῶν τελευταίων χρόνων, καὶ παραμένει μία δύσκολη ἀπόφαση γιὰ τὶς δύο πλευρές, καθὼς ἡ διαμάχη ἀγγίζει τὰ θεμελιώδη ζητήματα τῆς Παπικῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς παραδοσιακῆς πίστης.
Βλέπουμε ὅτι στὴ Δύση δὲν εἶναι ὅλοι οἰκουμενιστές. Κάποιοι, ὅπως οἱ Λεφεβριανοί, ἐπιθυμοῦν τὴν καταδίκη τῶν μεταρρυθμίσεων τῆς δεύτερης Συνόδου τοῦ Βατικανοῦ καὶ γι’ αὐτὸ τὸ λόγο δὲν εἶναι σὲ πλήρη κοινωνία μὲ τὴ Ρώμη.
Βεβαίως, οἱ λεγόμενοι παραδοσιακοὶ παπικοὶ παραμένουν ἀμετακίνητοι στὶς δογματικὲς ἐκτροπὲς τῆς Α΄ Βατικανῆς Συνόδου καὶ ἀπορρίπτουν τὴ Β΄ Βατικανὴ ὡς οἰκουμενιστική. Ἡ ἐπικαλούμενη «παραδοσιακότητά» τους περιορίζεται στὴ μεσαιωνικὴ θεολογικὴ παράδοση καὶ στὴ δογματοποίηση τοῦ παπικοῦ πρωτείου, δηλαδὴ σὲ θεμελιώδη ἀπόκλιση ἀπὸ τὴν ἐκκλησιολογία τῆς ἀδιαιρέτου Ἐκκλησίας.
Προκειμένου νὰ διασώσουν τὶς ἐσωτερικές τους ἀντιφάσεις, ἐπινόησαν τὸ σχῆμα τοῦ «πάπα» καὶ τοῦ «ἀντίπαπα», ὥστε νὰ ἰσχυρισθοῦν ὅτι οἱ σύγχρονοι πάπες, ἐξαιτίας τοῦ οἰκουμενισμοῦ τους, εἶναι ἀντίπαπες. Τὸ φαινόμενο αὐτὸ δὲν ἀποτελεῖ ἁπλῶς ἐκκλησιολογικὴ ἀσυνέπεια, ἀλλὰ μαρτυρεῖ βαθύτερη δογματικὴ σύγχυση, ἡ ὁποία ὁδηγεῖ σὲ περαιτέρω ἐμπέδωση τῆς παπικῆς πλάνης.
Θὰ ἦταν θεολογικῶς συνεπέστερο οἱ ἀποκαλούμενοι παραδοσιακοὶ παπικοὶ νὰ ἀναμετρηθοῦν μὲ τὴν ἀρχαία ἐκκλησιολογία καὶ τὴ θεολογία τῶν Πατέρων, ὅπου ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας νοεῖται ἐκτὸς παπικῶν ἀξιωμάτων καὶ νομικῶν κατασκευῶν. Δυστυχῶς ὅμως ἐπιμένουν στὴ φαύλη αὐτὴ προϋπόθεση, παραμένοντας δέσμιοι ἑνὸς συστήματος ποὺ ὄχι μόνο συντηρεῖ τὴν ἐκτροπή, ἀλλὰ καὶ ἐγκλωβίζει τοὺς πιστοὺς σὲ ἀλλοιωμένη ἐκκλησιολογικὴ συνείδηση.




