Ἱστορία τοῦ ἀποκρυφισμοῦ εἰς τήν Εὐρώπη

Share:

 Καμπαλιστική καί Ἑρμητική μαγεία

Τοῦ κ. Διοδώρου Ράμμου, Ἱστορικοῦ – Ἀρχαιολόγου

1ον

1. Πρόλογος

Ἡ λέξη ἀποκρυφισμὸς ἢ occultism, στὴν ἀγγλικὴ ὁρολογία, δηλώνει τὴν ἀναζήτηση μίας κρυμμένης γνώσης, κάποιας γνώσης ἡ ὁποία εἶναι ἄγνωστη στὸ εὐρὺ κοινὸ καὶ εἶναι γνωστὴ μόνο σὲ πολὺ συγκεκριμένους ἀνθρώπους. Συναντᾶται καὶ ἡ ὁρολογία ἀπόκρυφη τέχνη ἢ καὶ ἀπόκρυφη ἐπιστήμη.

Στὴν ἑλληνικὴ γλώσσα, ἡ ἔννοια τοῦ ἀποκρυφισμοῦ εἶναι συν­ώνυμη μὲ τὴν ἔννοια τῆς μαγείας. Ἡ λέξη μάγος, ὅπως ἀναφέρουν ἀρχαῖοι Ἕλληνες συγγραφεῖς, δήλωνε τὸν ἱερέα τῆς Περσίας καὶ αὐτὸ μᾶς εἶναι γνωστὸ καὶ ἀπὸ τοὺς τρεῖς μάγους μὲ τὰ δῶρα, ὅπως θυμόμαστε ἀπὸ τὴν ἑορτὴ τῶν Χριστουγέννων.

Ὡστόσο, ἡ λέξη μαγεία εἶναι ἄκρως ἀρνητικὸ φαινόμενο καὶ καταδικασμένο ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφή, διότι εἶναι ἡ συνεργασία τῶν ἀνθρώπων μὲ τοὺς δαίμονες, μέσῳ τῶν ὁποίων οἱ ἄνθρωποι ἀποκτοῦν ἔκτακτες γνώσεις ἢ ἱκανότητες. Ἀνάλογα μὲ τὸ ἀποτέλεσμα ποὺ ἐπιδιώκουν οἱ ἄνθρωποι, ἡ μαγεία διακρίνεται σὲ ἐπιμέρους κλάδους, ὅπως ἡ μαντεία, δηλαδὴ ἡ προσπάθεια νὰ γνωρίσει κάποιος τὸ μέλλον, ἡ λευκὴ μαγεία, τὸ νὰ ἐπιχειρεῖ κανεὶς νὰ θεραπεύσει κάποιον ἢ νὰ λύσει κάποιο πρόβλημα, καὶ ἡ χειρότερη μορφή, ἡ μαύρη μαγεία, δηλαδὴ τὸ νὰ καταστρέψει κάποιος κάποιον ἄλλο.

Ὁ ἄνθρωπος ἀντίστοιχα, ποὺ ἀσχολεῖται ἐνεργὰ μὲ τὸν ἀποκρυφισμὸ καὶ προσπαθεῖ νὰ ἀποκτήσει τὶς δυνάμεις, ποὺ παρέχουν οἱ δαίμονες, ὀνομάζεται μάγος ἢ ἀποκρυφιστής. Εἶναι διαπιστωμένο ὅτι μάγοι ὑπῆρχαν σὲ ὅλους τούς λαοὺς τῆς ἀρχαιότητας, ἀπὸ τοὺς Δρυΐδες τῶν Κελτῶν ὥς τοὺς μάγους τῶν φυλῶν τῆς κεντρικῆς Ἀφρικῆς καὶ ἀπὸ τοὺς προκολομβιανοὺς πολιτισμοὺς τῆς Ἀμερικῆς ὥς τὴν Ἰνδία καὶ τὴν Ἄπω Ἀνατολή.

Προφανῶς, αὐτὸ ὀφείλεται στὸ ὅτι οἱ ἄνθρωποι ἐπιθυμοῦσαν καὶ ἐπιθυμοῦν νὰ ἱκανοποιήσουν τὴν ὑπερηφάνειά τους, νὰ ἐκπληρώσουν ἀνήθικες ἐπιθυμίες, νὰ θρέψουν τὸν ἀδηφάγο ἐγωισμό τους. Καὶ ἀκριβῶς ἐκεῖ βρίσκεται πάντα ὁ ἐχθρός τοῦ ἀνθρώπου, ὁ Διάβολος, ὁ ὁποῖος εἶναι πρόθυμος νὰ ἐκπληρώσει κάθε ἁμαρτωλὴ ἐπιθυμία μας, μὲ ἀντάλλαγμα νὰ τοῦ παραδώσουμε τὴν ψυχή μας.

2. Ἡ προϊστορία τοῦ ἀποκρυφισμοῦ

Ἡ πρώτη ἐπαφὴ τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν ἀποκρυφισμὸ δὲν εἶναι ἄλλη ἀπὸ αὐτὸ ποὺ περιγράφει τὸ τρίτο κεφάλαιο τοῦ βιβλίου τῆς Γενέσεως, στὴν Παλαιὰ Διαθήκη. Ὁ Ἀδὰμ καὶ ἡ Εὔα ζοῦν εὐτυχισμένοι στὸν ἐπίγειο Παράδεισο, ἔχοντας ἀπόλυτα ἁρμονικὴ σχέση μὲ τὸν Θεό. Καὶ ἐκεῖ παρατηροῦμε ὅτι ἐμφανίζεται ὁ ἀρχαῖος Ὄφις (Ἀποκ. 12,9), μὲ σκοπὸ νὰ καταστρέψει αὐτὴν τὴν εὐλογημένη κατάσταση. Πῶς τὸ πετυχαίνει; Μὲ τὴν πλάνη, δηλαδὴ μὲ τὸ ψέμα, τὴν ἀπάτη.

Πείθει τὴν Εὔα ὅτι, ἂν παραβεῖ τὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἦταν νὰ μὴ δοκιμάσουν τὸν καρπὸ τοῦ δέντρου τῆς γνώσης τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ, θὰ ἀποκτήσει τὴν ἀπαγορευμένη, τὴν ἀπόκρυφη γνώση, ποὺ θὰ βοηθήσει τοὺς Πρωτοπλάστους νὰ ἀνοίξουν τὰ μάτια τους καὶ τελικὰ θὰ γίνουν «ὡς θεοὶ» (Γέν. 3,5).

Καὶ πῶς ἀντιδρᾶ ἡ Εὔα; Πιστεύει στὴν πλάνη τοῦ Ὄφεως καὶ γοητεύεται ἀπὸ τὴν θέα τοῦ καρποῦ τῆς γνώσης. Καὶ ἔτσι ὁ Ἀδὰμ καὶ ἡ Εὔα γοητεύτηκαν ἀπὸ τὴν πλάνη τοῦ ἀποκρυφισμοῦ, ἀναζητοῦν τὴν ἀπόκρυφη γνώση καὶ τελικὰ τὴν ἀποκτοῦν, τρώγοντας τὸν καρπό.

Δυστυχῶς, ὅμως, τὸ ἀποτέλεσμα δὲν ἦταν αὐτὸ ποὺ ὑποσχέθηκε ὁ Ὄφις, ἀλλὰ αὐτὸ ποὺ εἶχε προειδοποιήσει ὁ Θεός, ὅτι θὰ χάσουν τὴν δυνατότητα τῆς ἀθανασίας καὶ τελικὰ θὰ πεθάνουν. Ἀκριβῶς αὐτὸ ποὺ μᾶς περιγράφει ἡ Γένεσις εἶναι ὁ μόνιμος τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖο ὁ Διάβολος ξεγελᾶ, κοροϊδεύει τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν ὁδηγεῖ στὴν καταστροφή.

Ὁ Διάβολος ἐδῶ καὶ χιλιάδες χρόνια λέει τὸ ἴδιο ψέμα στὸν ἄνθρωπο, ὅτι θὰ γίνει θεὸς χωρὶς τὸν Θεό. Ἡ φράση «ἔσεσθε ὡς θεοὶ» εἶναι τὸ σύνθημα, τὸ παραμύθι ποὺ ἐπαναλαμβάνει ὁ Σατανᾶς καὶ πλανᾶ τὴν οἰκουμένη ὅλη. Καὶ οἱ ταλαίπωροι ἄνθρωποι, ἀντὶ νὰ ἐμπιστεύονται τὸν ἀληθινὸ Θεό, πιστεύουν στὰ ψέματα τοῦ Διαβόλου καὶ ὁδηγοῦνται στὴν καταστροφή.

Ἂς ἐπανέλθουμε, ὅμως, στὴν ἱστορία τοῦ ἀποκρυφισμοῦ. Ὁ Ἀδὰμ καὶ ἡ Εὔα, ἔστω καὶ ἂν βγῆκαν ἀπὸ τὸν Παράδεισο, δὲν ἔπαψαν νὰ πιστεύουν στὸν Θεό. Δὲν συνέβη, ὡστόσο, τὸ ἴδιο καὶ μὲ τὸν Κάιν, τὸν πρωτότοκο γιό τους, ὁ ὁποῖ­ος ἐνῶ γνώριζε τὸν Θεό, Τὸν ἀρνήθηκε, Τὸν μίσησε καὶ προτίμησε μετὰ τὴν ἀδελφοκτονία νὰ φύγει καὶ νὰ δημιουργήσει μία δική του γενιά, ἀδιάφορη πρὸς τὸν Θεό.

Ἐδῶ βλέπουμε ὅτι δὲν ἀρκεῖ νὰ ἔχουμε τὴν γνώση τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀγαπᾶμε τὸν Θεό. Ὁ Κάιν γνώριζε ποιὸς εἶναι ὁ Θεός, ἀλλὰ κυριεύτηκε ἀπὸ κακία, ἀπὸ ἀμετανοησία, ὁπότε ἡ γνώση δὲν τὸν ὠφέλησε. Καὶ προφανῶς, ἡ γενιὰ τοῦ Κάιν ἦταν ἡ γενιὰ τῶν ἀνθρώπων ποὺ σταδιακὰ διολίσθησε πρὸς τὴν εἰδωλολατρία, τὸν πολυθεϊσμὸ καὶ τὴν σατανολατρία.

Ὅλα αὐτὰ τὰ στοιχεῖα εἶναι ὁρατὰ στὸν πρῶτο πολιτισμὸ τῆς Γῆς, ποὺ ἐμφανίζεται στὸν χῶρο τῆς Μεσοποταμίας γύρω στὸ 3500 π.Χ. καὶ εἶναι ὁ ξεχασμένος πολιτισμὸς τῶν Σουμερίων. Οἱ Σουμέριοι ἦταν ἕνας μυστηριώδης λαός, ποὺ ἐνδεχομένως νὰ ἦταν ἡ φυσικὴ συνέχεια τῆς γενιᾶς τοῦ Κάιν.

3. Ἀρχαία Αἴγυπτος καὶ μαγεία

Ἡ δαιμονολατρία καὶ ἡ ἀποκρυφιστικὴ γνώση τῶν Σουμερίων, μετὰ τὸ γεγονὸς τῆς διασπορᾶς τῶν ἐθνῶν μὲ τὸν Πύργο τῆς Βαβέλ, τὸ 2735 π.Χ., μεταφέρεται καὶ ἐκτὸς Μεσοποταμίας. Ἔτσι, δημιουργεῖται ἄλλο ἕνα κέντρο ἀποκρυφισμοῦ, στὴν Αἴγυπτο, ποὺ ὅπως βλέπουμε στὸ βιβλίο τῆς Ἐξόδου, οἱ εἰδωλολάτρες ἱερεῖς τῆς Αἰγύπτου εἶναι ταυτόχρονα καὶ ἰσχυρότατοι μάγοι, ποὺ μποροῦν μὲ τὴν δύναμη τῶν δαιμόνων νὰ τελοῦν ὑπερφυσικὲς πράξεις.

Καθὼς τὸ βασίλειο τῆς Αἰγύπτου γίνεται στὴν Ὕστερη Ἐποχὴ τοῦ Μπρούντζου ἡ «πρωτεύουσα» καὶ ἡ «πατρίδα» τῆς μαγείας, ὁ Θεὸς ἐπιλέγει νὰ ταπεινώσει τοὺς δαιμονολάτρες μέσα στὴν ἴδια τους τὴν ἕδρα, μὲ τὶς γνωστὲς Δέκα Πληγὲς τοῦ Φαραώ. Ὁ Θεὸς χρησιμοποιεῖ ὡς ἐκπρόσωπό Του τὸν Μωυσῆ, ἐνῶ ὁ Διάβολος ἐνεργεῖ μέσῳ τῶν ἱερέων τῆς Αἰγύπτου.

Δὲν εἶναι καθόλου τυχαῖο ὅτι ὁ Θεὸς ἐπέτρεψε νὰ γευθεῖ ὁ λαὸς τοῦ Ἰσραὴλ τὴν δουλεία τῶν Αἰγυπτίων. Διότι μέσα ἀπὸ τὴν ἀναμέτρηση Μωυσῆ καὶ Φαραὼ βλέπουμε ἕνα αἰώνιο παράδειγμα τῆς σύγκρουσης ἀνάμεσα στὸν Θεὸ καὶ τὸν Διάβολο.

Ὁ Θεός, μέσα ἀπὸ τὸν ταπεινὸ δοῦλο Του, τὸν Μωυσῆ, διασύρει καὶ κατατροπώνει τὸ ἰσχυρότερο βασίλειο τῆς ἐποχῆς, ἐνῶ οἱ φαινομενικὰ πανίσχυροι Αἰγύπτιοι μάγοι ἀναγκάζονται νὰ ὁμολογήσουν στὸν βασιλιά τους ὅτι ἡ θεϊκὴ δύναμη τοῦ Μωυσῆ εἶναι ἀσύγκριτα ἀνώτερη ἀπὸ τὴν δική τους ἀποκρυφιστικὴ γνώση (Ἔξ. 8, 15).

Ἀξίζει νὰ γνωρίζουμε ὅτι ὁ σκληρόκαρδος Φαραὼ τῶν Δέκα Πληγῶν εἶναι ὁ Ἀμενχοτὲπ Γ΄ (Amenhotep ΙΙΙ) καὶ οἱ 10 Πληγὲς μὲ τὴν ἀκόλουθη Ἔξοδο τῶν  Ἑβραίων ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο συμβαίνει τὸ 1374 π.Χ. Ὁ γιὸς καὶ διάδοχος τοῦ Ἀμενχοτὲπ Γ΄, ὁ περίφημος Φαραὼ Ἀκενατὼν (Akhenaten), συγκλονισμένος ἀπὸ τὸν διασυρμὸ τῶν μάγων ἱερέων, ὅταν ἀνέλαβε τὴν βασιλικὴ ἐξουσία, ἀποφάσισε νὰ κηρύξει πνευματικὸ πόλεμο στοὺς Αἰγύπτιους ἱερεῖς καὶ τοὺς ψεύτικους θεούς, καθὼς εἶχε συνειδητοποιήσει ὅτι ἦταν ἀπατεῶνες, καὶ ἐπέβαλε στὴν χώρα του μία μορφὴ μονοθεϊστικῆς λατρείας.

4. Ἰουδαϊσμὸς ἐναντίον ἀποκρυφισμοῦ

Σὲ πολλὲς ἄλλες περιπτώσεις, μέσα στὰ ἱερὰ κείμενα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, βλέπουμε τὴν ἀποκρυφιστικὴ δύναμη τοῦ Ἑωσφόρου νὰ συντρίβεται ἀπὸ τὴν παντοδυναμία τοῦ Θεοῦ, ὅπως στὸ παράδειγμα τοῦ προφήτη Ἠλία, ὁ ὁποῖος συγκρούστηκε μὲ τοὺς ἱερεῖς τῶν εἰδώλων τῆς Χαναάν.

Παρόλα αὐτά, οἱ Ἑβραῖοι συνέχισαν νὰ κάνουν τὰ ἴδια λάθη, δηλαδὴ ἀντὶ νὰ ἐμπιστεύονται τὴν δύναμη καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, νὰ ἐκτρέπονται στὴν λατρεία τῶν εἰδώλων καὶ στὸν ἀντίστοιχο ἀποκρυφισμό. Συνολικά, μὲ τὰ 430 χρόνια δουλείας τοῦ ἑβραϊκοῦ λαοῦ στὴν Αἴγυπτο, τὴν ἐγκατάσταση στὴν Παλαιστίνη τὸ 1334 π.Χ. καὶ ἀργότερα μὲ τὴν 70χρονη ἐξορία στὴν Βαβυλώνα, οἱ Ἑβραῖοι γνώρισαν τὶς ἀποκρυφιστικὲς γνώσεις τῶν λαῶν ὅλης της Μέσης Ἀνατολῆς, τῶν Αἰγυπτίων, τῶν Χαναναίων καὶ τῶν Βαβυλωνίων.

Κάπως ἔτσι, δημιούργησαν τὴν δική τους ἀποκρυφιστικὴ παράδοση, ἡ ὁποία ἀσφαλῶς ἦταν ἀπαγορευμένη ἀπὸ τὸν Νόμο τοῦ Θεοῦ. Συνεπῶς, παράλληλα μὲ τὴν ἐπίσημη μονοθεϊστικὴ θρησκεία τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ, συνυπῆρχε καὶ ὁ ἑβραϊκὸς ἀποκρυφισμός, σὰν μία δεύτερη παράνομη θρησκεία.

Μὲ τὴν κατάκτηση τῆς Παλαιστίνης ἀπὸ τὸν Μέγα Ἀλέξανδρο, τὸ 331 π.Χ., ἔρχεται σὲ ἄμεση ἐπαφὴ καὶ ἀλληλεπίδραση ἡ ἑλληνικὴ φιλοσοφία μὲ τὸν Ἰουδαϊσμὸ καὶ τὶς θρησκεῖες τῆς Ἀνατολῆς. Μέσῳ αὐτῶν τῶν πνευματικῶν ἀλληλεπιδράσεων, δημιουργοῦνται κατὰ τὴν ἑλληνιστικὴ καὶ ρωμαϊκὴ ἐποχὴ νέα θρησκευτικὰ ρεύματα, τὰ ὁποῖα κατὰ κανόνα συνδυάζουν ἀνατολικὸ ἀποκρυφισμὸ καὶ ἑλληνικὴ φιλοσοφία.

Ἀκόμη καὶ οἱ Ἑβραῖοι ἀποκρυφιστὲς ἐπηρεάστηκαν ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ φιλοσοφία καὶ ἄρχισαν νὰ χρησιμοποιοῦν στοιχεῖα ἀπὸ τὸν Πυθαγόρα, τὸν Πλάτωνα καὶ ἄλλους Ἕλληνες φιλοσόφους, δημιουργώντας ἔτσι ἕνα φιλοσοφικὸ σύστημα ποὺ ἐξωτερικὰ θύμιζε φιλοσοφία, ἀλλὰ στὸ βάθος του ἦταν ἀποκρυφισμὸς καὶ λατρεία τοῦ Ἑωσφόρου.

Πολύτιμες γνώσεις γιὰ τὴν ὕπαρξη ὕποπτων παραθρησκευτικῶν ὁμάδων μέσα στοὺς κόλπους τῶν Ἰουδαίων μᾶς παρέχει ὁ Ἑβραῖος ἱστορικὸς Ἰώσηπος, ποὺ ἀναφέρεται ἀφενὸς στὴν αἱρετικὴ ὀργάνωση τῶν Ἐσσαίων, ἀφετέρου στοὺς Φαρισαίους, τὴν γνωστὴ ἀπὸ τὰ Εὐαγγέλια ὁμάδα παραδοσιακῶν (ὑποτίθεται) Ἑβραίων.

Οἱ Φαρισαῖοι ἄρχισαν νὰ ἐμφανίζονται γύρω στὸ 150 π.Χ. καὶ θεωροῦσαν τοὺς ἑαυτοὺς τους ραββίνους, δηλαδὴ δασκάλους καὶ πνευματικοὺς ὁδηγοὺς τοῦ λαοῦ. Ἀλλὰ ἐνῶ μελετοῦσαν καὶ ἑρμήνευαν τὸν Γραπτὸ Νόμο, ἄρχισαν νὰ διατυπώνουν μία περίεργη θεωρία, ποὺ ἐρχόταν σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη.

Ἔλεγαν, λοιπόν, ὅτι ὁ Μωυσῆς στὸ ὄρος Σινᾶ δὲν δέχθηκε μόνο τὸν Γραπτὸ Νόμο ἀπὸ τὸν Θεό, τὴν Τορὰ (Torah), ἀλλὰ καὶ ἕνα προφορικὸ νόμο, μία προφορικὴ διδασκαλία, ἡ ὁποία ἀπευθυνόταν μόνο στοὺς Ἑβραίους, ποὺ εἶχαν ὑψηλὸ πνευματικὸ ἐπίπεδο. Ὁ Μωυσῆς, μὲ τὴν σειρά του, μεταβίβασε αὐτὸν τὸν προφορικὸ νόμο σὲ κάποιους σοφοὺς καὶ ἐκλεκτοὺς Ἑβραίους, οἱ ὁποῖοι τὸν διέδιδαν μὲ προσοχή, ἀπὸ γενιὰ σὲ γενιά.

Ἀσφαλῶς, αὐτὴ ἡ θεωρία δὲν ἦταν τίποτα ἄλλο παρὰ ἕνα ψέμα, μία πονηρὴ ἐπινόηση τῶν Φαρισαίων, μέσῳ τῆς ὁποίας ἐξαπατοῦσαν τοὺς ἁπλοὺς Ἑβραίους καὶ ὑποβάθμιζαν τὴν αὐθεντία τοῦ μωσαϊκοῦ Νόμου. Καὶ αὐτὸς ὁ περίφημος προφορικὸς νόμος, ποὺ δῆθεν δόθηκε προφορικὰ στὸν Μωυσῆ, ἦταν ὁ ἀποκρυφισμός, ἡ ἑβραϊκὴ δαιμονολατρία, τὴν ὁποία δὲν τολμοῦ­σαν δημόσια καὶ φανερὰ νὰ ἀποκαλύψουν οἱ Φαρισαῖ­οι.

5. Ἡ ἐμφάνισις τοῦ Γνωστικισμοῦ

Ὅλοι γνωρίζουμε τὸ πόσο σκληρὰ μιλοῦσε ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς πρὸς τοὺς Φαρισαίους. Τοὺς κατέκρινε δημόσια, διότι καταργοῦ­σαν τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ καὶ δίδασκαν «διδασκαλίας καὶ ἐντάλματα ἀνθρώπων» (Μρ. 7,7). Μέχρι ποὺ τοὺς ἀποκάλεσε καὶ παιδιὰ τοῦ Διαβόλου, γιὰ ὅσα ἔλεγαν ἢ ἔπρατταν (Ἰω. 8,44).

Ἑπομένως, ἀνάμεσα στοὺς Φαρισαίους ὑπῆρχαν ἀποκρυφιστές, σατανιστές, ποὺ λάτρευαν κρυφὰ τὸν Ἑωσφόρο καὶ ἀσχολοῦνταν μὲ τὴν μαγεία, ἀλλὰ ἐξωτερικὰ παρίσταναν τοὺς εὐσεβεῖς Ἰουδαίους. Αὐτὸ ἀποδεικνύεται περίτρανα καὶ ἀπὸ τὸ ἱερὸ βιβλίο τῆς Ἀποκάλυψης, ὅπου ἀναφέρεται ὁ Κύριος σὲ κάποιους Ἰουδαίους, ποὺ εἶναι ἡ συναγωγὴ τοῦ Σατανᾶ (Ἀποκ. 2,9).

Αὐτὸ τὸ σατανικὸ τμῆμα τοῦ ἑβραϊκοῦ λαοῦ ἦταν ποὺ πρωτοστάτησε στὴν θανάτωση τοῦ Κυρίου μας, ποὺ φώναζε μὲ λύσσα «σταύρωσον αὐτόν». Καὶ νόμιζαν οἱ ἐλεεινοὶ ὅτι μὲ τὸν σταυρικὸ θάνατο τοῦ Κυρίου θὰ ἀπαλλάσσονταν ἀπὸ Ἐκεῖνον. Ὅμως ὁ Κύριός μας ἀναστήθηκε καὶ τοὺς κατέστρεψε τὰ σχέδια.

Καὶ καθὼς ἔβλεπαν αὐτοὶ οἱ σατανιστὲς Ἑβραῖοι νὰ θριαμβεύει καὶ νὰ ἐξαπλώνεται ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία καὶ ὁ Χριστιανισμός, ἀποφάσισαν νὰ ἀναλάβουν δράση, προκειμένου νὰ καταστρέψουν τὴν διάδοση τοῦ Εὐαγγελίου. Δημιούργησαν μία σειρὰ ἀπὸ ὁμάδες, οἱ ὁποῖες ἄρχισαν νὰ δηλητηριάζουν, νὰ μολύνουν τὸ καθαρὸ νερὸ τοῦ Χριστιανισμοῦ, σὰν νὰ κάνουν θρησκευτικὸ ἀνταρτοπόλεμο καὶ δολιοφθορὰ ἐναντίον τῆς Ἐκκλησίας.

Αὐτὲς οἱ ὁμάδες «καταδρομῶν» τῶν Ἑβραίων ἀποκρυφιστῶν ἦταν οἱ λεγόμενες γνωστικὲς ἐκκλησίες, ὁ Γνωστικισμός. Τὸ φαινόμενο τοῦ Γνωστικισμοῦ εἶναι ἰδιαίτερα σύνθετο καὶ ἀνομοιογενές, καθὼς ἡ κάθε γνωστικὴ ὁμάδα εἶχε διαφορετικὲς ἀντιλήψεις καὶ δοξασίες. Ἕνας ἀπὸ τοὺς πρώτους Γνωστικούς, ἴσως καὶ ὁ πρῶτος ἀρχηγός τους, ἦταν ὁ Σίμων ὁ Μάγος (Πράξ. 8,9). Στὴν πορεία τοῦ χρόνου γνωστικὲς συναγωγὲς δημιουργήθηκαν καὶ ἀπὸ ἐθνικούς, ὄχι μόνο ἀπὸ Ἑβραίους, ὅπως ἦταν ὁ Ἕλληνας Μαρκίων καὶ οἱ Πέρσες Ἐλκεσαῖος καὶ Μάνης.

Ἐκεῖ ποὺ συγκλίνουν ἰδεολογικὰ οἱ Γνωστικοὶ εἶναι στὸ ὅτι διδάσκουν πὼς σκοπὸς τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ γνώση. Καὶ ὅταν μιλοῦν γιὰ γνώση δὲν ἐννοοῦν μόνο τὴν ἐπιστημονική, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀποκρυφιστικὴ γνώση, γι’ αὐτὸ καὶ θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε ὅτι οἱ Γνωστικοὶ εἶναι σατανιστὲς φιλόσοφοι.

Κάποιες γνωστικὲς ὁμάδες παρίσταναν τοὺς Χριστιανοὺς καὶ αὐτοονομάζονταν «ἐκκλησίες», ἀλλὰ δίδασκαν ψεύτικες καὶ πλανημένες θεωρίες γιὰ τὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἐνδιαφέρον παρουσιάζει τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ ψεύτικος Χριστός, ὅπως τὸν παρουσιάζει ὁ αἱρεσιάρχης Ἄρειος τὸν 4ο αἰ. μ.Χ., μοιάζει ἀρκετὰ μὲ τὸν ψεύτικο γνωστικὸ «Χριστό», τοῦ χριστιανίζοντος Γνωστικισμοῦ τοῦ 2ου αἰ. μ.Χ.

Καὶ ἂν κάνουμε χρονικὸ ἅλμα καὶ δοῦμε τὴν ἐποχή μας, οἱ σύγχρονοι Μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ ἔχουν ἐντυπωσιακὲς ὁμοιότητες μὲ τοὺς ἀρχαίους Γνωστικούς, τόσο στὴν θεωρία ὅσο καὶ στὴν πράξη.

Previous Article

7 ἐπιπλέον θεολογικὰ σφάλματα τοῦ Χρήστου Γιανναρᾶ

Next Article

Οἱ λεφεβριανοὶ κατὰ τῆς Παπικῆς Παγκοσμιοποιήσεως