Γράφει ὁ κ. Βασίλειος Ἰ. Τουλουμτσής,
Μ.Δ.Ε Δογματικῆς Θεολογίας Ε.Κ.Π.Α.
Ὁ ἐκδοτικὸς οἶκος «Κυριακίδη» ἐξέδωσε πρόσφατα τὴ μελέτη τοῦ Ἀναστασίου Πολυχρονιάδη ὑπὸ τὸν τίτλο «Ἀποδομητὲς τῆς Ὀρθόδοξης Θεολογίας» (Θεσσαλονίκη, Ὀκτώβριος 2021). Στὴν ἐν λόγῳ μελέτη σημειώνεται ἡ κριτικὴ προσέγγιση κάποιων ἐνδεικτικῶν περιπτώσεων ἐκφορᾶς ἑνὸς “σύγχρονου θεολογικοῦ λόγου”, ὁ ὁποῖος ἐκφράστηκε κατὰ τὴν τρέχουσα ἐπικαιρότητα. Παρότι οἱ περιεχόμενες περιπτώσεις ἀναφέρονται σὲ διαφορετικὰ ζητήματα μεταξύ τους, ἐν τούτοις φαίνεται ὅτι μετέχουν ἑνὸς κοινοῦ ὑποβάθρου θεμελίωσης τῆς ἐπιχειρηματολογίας τους, τὸ ὁποῖο ἀφορᾶ στὸν τρόπο κατανόησης καὶ ἑρμηνείας τοῦ μυστηρίου τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς ἑνιαίας ἐκκλησιαστικῆς παράδοσης. Τὸ κοινὸ αὐτὸ ὑπόβαθρο ἀποτελεῖ ἄλλωστε καὶ τὴν αἰτία τῶν σημειούμενων ἀντιφάσεων καὶ αὐτοαναιρέσεών τους, οἱ ὁποῖες καταγράφονται ἀπὸ τὸν συγγραφέα ἀντίστοιχα στὴν καθεμιὰ περίπτωση. Γιὰ τὴν ὀρθόδοξη τουλάχιστον θεολογία δὲν ἀρκεῖ νὰ δημοσιεύεται ἁπλῶς μία ἄποψη, ἡ ὁποία πρὸς ὥρας μὲν καὶ ἐξωτερικὰ νὰ φαίνεται ρηξικέλευθη, πλὴν ὄμως στὸν πυρῆνα της νὰ χαρακτηρίζεται εἴτε ὡς θεολογικῶς ἀδιάφορη εἴτε χειρότερα ὡς θεολογικῶς προβληματική, μένοντας ἐγκλωβισμένη καὶ φθειρόμενη στὸ διάβα μόνον τῆς τρέχουσας ἐπικαιρότητας, ὡσὰν νὰ ἐπρόκειτο γιὰ πυροτέχνημα. Τὸ ζητούμενο πάντοτε εἶναι ἡ κατάθεση ἑνὸς αὐθεντικοῦ θεολογικοῦ λόγου «ποὺ ὑπερβαίνει τὶς ἐποχὲς καὶ τὶς κοινωνίες»[1].
Ἡ αὐθεντικότητα τοῦ θεολογικοῦ λόγου βρίσκεται πάντοτε σὲ συνάρτηση μὲ τὴν ἑνιαία ἐκκλησιαστικὴ Παράδοση, δηλαδὴ τὸν τρόπο ποὺ ἡ Μία Ἐκκλησία «ἑρμηνεύει, βιώνει καὶ διδάσκει»[2] τὴν Ἀλήθεια, δεδομένου ὅτι «τὸ μοναδικὸ στοιχεῖο τῆς κοινότητας, τὸ ὁποῖο φανερώνει τὴν ἀλήθεια τῆς ζωῆς, εἶναι ἡ παράδοση»[3]. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ διαφυλάττει τὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινότητα ἀπὸ ὁποιεσδήποτε παραχαράξεις ἀνθρωποκεντρικῆς καὶ κατὰ συνέπεια ἐκκοσμικευμένης ἑρμηνευτικῆς, οἱ ὁποῖες θὰ μετέτρεπαν τὴν Ἐκκλησία ἀπὸ ἐργαστήρι ἁγιότητας, μέσα στὸ ὁποῖο ὑπουργεῖται τὸ μυστήριο τῆς σωτηρίας, σὲ ἕνα ἐνθαδικὸ μέσο ἐπίτευξης ἐμπαθῶν ἀνθρώπινων ἐπιδιώξεων. Δὲν εἶναι ἄλλωστε τυχαῖο τὸ γεγονός, ὅτι «τὴν Παράδοση ἐπικαλοῦνταν ὅσοι ἤδη ἀπὸ τοὺς πρώτους χριστιανικοὺς χρόνους παραχάρασσαν τὴ διδασκαλία καὶ τὴ ζωή τῆς Ἐκκλησίας ἀλλὰ καὶ μεταγενέστερα ὅσοι, ἐκ πρώτης ὄψεως τὴν ἀπέρριπταν, οὐσιαστικὰ τὴν ἀνανοηματοδοτοῦσαν μὴ ἀποδεχόμενοι τὸ προγενέστερο περιεχόμενό της»[4] προσπαθώντας νὰ βροῦν ἰδεολογικὰ στηρίγματα εἴτε στὴν Ἁγία Γραφὴ εἴτε στὰ ἱστορικὰ γεγονότα· καὶ ἐνῷ στὴν οὐσία ἐπιδίωκαν διαφοροποίηση ἀπὸ τὴν ζῶσα ἐκκλησιαστικὴ παράδοση, ἐν τέλει ἦταν ἀναγκασμένοι συνεχῶς νὰ τὴν ἐπικαλοῦνται («κἄν μὴ θέλωσι, συντίθενται»[5]). Ὅμως στὴν προσπάθεια ἔκφρασης ἑνὸς σύγχρονου θεολογικοῦ λόγου σημειώνεται μία διαφοροποίηση ὡς πρὸς τὸ συγκεκριμένο χαρακτηριστικό. Ὑποστηρίζεται πὼς «δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ χρησιμοποιήσει κανεὶς κείμενα τοῦ παρελθόντος, γιὰ νὰ ἀπαντήσει σὲ ζητήματα τοῦ παρόντος. Μία προσέγγιση τοῦ παρόντος μέσα ἀπὸ κείμενα τοῦ παρελθόντος εἶναι ἀτελέσφορη, ἐπειδὴ δὲν ἀγγίζει τὴν πραγματικότητα»[6].
Γιὰ συγκεκριμένη μερίδα θεολογούντων, οἱ ὁποῖοι αὐτοπροσδιορίζονται ὡς μεταπατερικοὶ θεολόγοι, ἡ Παράδοση ἀποτελεῖ ἕνα ξεπερασμένο καὶ ἀσύμβατο μέγεθος ὡς πρὸς τὴν ἀντιμετώπιση τῶν σύγχρονων προκλήσεων. Ἀντ’ αὐτῆς ἑρμηνευτικὸ κριτήριο τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς καὶ τῆς ἐν γένει πραγματικότητας ἀποτελεῖ ὁ ἀτομικὸς στοχασμός, ὁ ὁποῖος ἐπιγεννᾶ μία κοινωνικοῦ τύπου κατανόηση τῆς Ἐκκλησίας. Πολὺ ρεαλιστικὰ θὰ σημειώσει ὁ συγγραφέας τοῦ πονήματος στὸν πρόλογό του ὅτι «ἡ μεταπατερικὴ θεολογία χρησιμοποιώντας πιὸ πολλὲς φορὲς καὶ ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη ἀναπνοὴ τὴν ἔννοια τοῦ φονταμενταλισμοῦ, τοῦ “ἄλλου”, τοῦ “διαφορετικοῦ”, καθὼς καὶ λέξεις, ὅπως, “ἀγάπη”, “κοινωνία”, “οἰκουμένη” κλπ., προχωρᾶ “ἀπειλώντας” καθένα ποὺ θὰ ἐκφέρει ἀντίθετη ἄποψη»[7]. Μὲ αὐτὰ τὰ δεδομένα καὶ μὲ ἐκφραστικὰ λογοπαίγνια, μὲ τὰ ὁποῖα ἐπιδιώκουν κυρίως νὰ ἐντυπωσιάσουν παρὰ νὰ ἐκφράσουν τὸ εὐσεβὲς φρόνημα τῆς Ἐκκλησίας, προσεγγίζουν ζητήματα ποὺ ἅπτονται τοῦ ἐσωτερικοῦ δογματικοῦ πυρήνα καὶ τῆς λειτουργικῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἐκφράζουν γνωμικὲς τοποθετήσεις, οἱ ὁποῖες παραπέμπουν μᾶλλον σὲ ἐξωεκκλησιαστικοὺς χώρους οἰκουμενικῶν συγκλίσεων (βλ. Π.Σ.Ε.) παρὰ σὲ ὀρθόδοξη ἑρμηνευτική.
Ἀξίζει νὰ σημειωθεῖ ὅτι ἡ τάση νεωτερισμοῦ τοῦ θεολογικοῦ λόγου καὶ ἐπανερμηνείας τῆς παράδοσης δὲν ἀποτελεῖ “καινοτόμο” χαρακτηριστικὸ τῶν σύγχρονων μεταπατερικῶν θεολόγων, ἀλλὰ πάγιο ἐγχείρημα τῶν αἱρετικῶν. Εἶναι ἀποκαλυπτικὴ ἡ σχετικὴ διατύπωση τῆς εἰκονομαχικῆς ἐπιχειρηματολογίας, μὲ τὴν ὁποία ἐπιδίωκαν τὴν ἐπανερμηνεία τοῦ χριστολογικοῦ δόγματος: «πᾶν παλαιούμενον καὶ γηράσκον ἐγγὺς ἀφανισμοῦ, καὶ ὅτι πεπαλαίωται ἡ τῶν ἀποστόλων διδασκαλία, νέαν ἡμεῖς προαιρούμεθα ἐξαναστῆσαι»[8]. Καὶ θὰ μποροῦσε βεβαίως νὰ ὑποστηριχθεῖ ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ γεγονότα ἀφοροῦν κατὰ βάση τὸν χῶρο τῆς ἀκαδημαϊκῆς θεολογίας, ὅπου ἐκτὸς τῆς μειοψηφίας τῶν σοβαρῶν ἐπιστημόνων, οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται ἀνιδιοτελῶς καὶ μὲ συστηματικότητα στὰ κείμενα τῆς παράδοσης, ἐκφράζονται ἐπιπλέον καὶ θέσεις, οἱ ὁποῖες ἀνακυκλώνονται καὶ παραμένουν σὲ ἕνα πλαίσιο «ἐσωτερικῆς κατανάλωσης» χωρὶς νὰ δύνανται νὰ ἐπιδράσουν στὸ ἐκκλησιαστικὸ σῶμα (βλ. τὶς σχετικὲς προτάσεις περὶ ἀλλαγῆς τοῦ τρόπου μετάδοσης τῆς θείας κοινωνίας καὶ τὴν ὑποτίμηση τῆς ἀειπαρθενίας τῆς Θεοτόκου)[9]. Καὶ ὄντως ἴσως νὰ εἶχε βάση μία τέτοια θέση, παρότι βέβαια ἐκ τῶν πραγμάτων εἶναι ἄστοχη ἡ θεώρηση τῆς ἀκαδημαϊκῆς θεολογίας ὡς ἀνεξάρτητης καὶ αὐτόνομης πραγματικότητας ἀπὸ αὐτὴν τῆς χαρισματικῆς ζωῆς, στὴν ὁποία ὀφείλει νὰ βασίζεται καὶ ἀπὸ τὴν ὁποία σὲ κάθε περίπτωση λαμβάνει τὴ θεολογική της ἀξία.
Τὰ πράγματα ὅμως γίνονται ἀκόμη πιὸ σοβαρὰ καὶ ἐπικίνδυνα, ὅταν τέτοιου εἴδους θέσεις ἐκφράζονται ἀπὸ Ἐπισκόπους τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ τοῦτο, διότι ὁ Ἐπίσκοπος δὲν ἀποτελεῖ ἕνα θεσμικὸ ὄργανο τοῦ κράτους, ποὺ διατυπώνει συνθήματα ἀναλόγως τοῦ κοινωνικοῦ παλμοῦ, ἀλλὰ τὸν ἐγγυητὴ τῆς πίστης τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὴ βάση τῆς ἑνότητάς της. Ὁ Ἐπίσκοπος εἶναι ὁ φορέας συνόλης τῆς ζώσας ἐκκλησιαστικῆς παράδοσης, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο ἀποτελεῖ -ἢ πρέπει νὰ ἀποτελεῖ- τὸ μοναδικὸ κριτήριο τῶν τοποθετήσεών του. Κατὰ συνέπεια ἡ πίστη ποὺ ἐκφράζει καθίσταται παράγοντας ἑνότητας ἢ στὴν ἀντίθετη περίπτωση διάβρωσης τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος. Ἑπομένως φράσεις τοῦ τύπου «θὰ ἀφουγκραστῶ τοὺς χριστιανοὺς τί λένε, ποιὸ θεωροῦν σωστό. Ἀκόμη καὶ ἂν αὐτὸ ποὺ οἱ χριστιανοί μας θεωροῦν σωστό, ἀκόμη καὶ ἂν εἶναι ἀντίθετο μὲ τὸ Εὐαγγέλιο, ἐγὼ θὰ ὑπερασπιστῶ αὐτὸ ποὺ λένε οἱ χριστιανοί μας…»[10] ἀποτελοῦν τουλάχιστον θεολογικῶς μετέωρες τοποθετήσεις, δεδομένου ὅτι στὴν ἀνωτέρω τοποθέτηση τίθεται ὡς σημεῖο ἀναφορᾶς, ὄχι ὁ εὐαγγελικὸς λόγος καὶ ὁ πατερικός του ὑπομνηματισμός, ποὺ ὀφείλει νὰ ἐκφράζεται ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπο, ἀλλὰ γενικῶς καὶ ἀόριστα οἱ χριστιανοί, οἱ ὁποῖοι καὶ καθορίζουν ἀντίστοιχα σὲ δεύτερο ἐπίπεδο τὴ στάση τοῦ Ἐπισκόπου. Δηλ. μὲ ἁπλὰ λόγια, ἡ φορά τῆς διδασκαλίας δὲν ἔχει τὴν κατεύθυνση ἐκ τοῦ Ἐπισκόπου πρὸς τὸ πλήρωμα τῶν χριστιανῶν, ἀλλὰ ἐκ τοῦ πληρώματος πρὸς τὸν Ἐπίσκοπο. Εἶναι κατανοητὸ ὅτι οἱ ὅροι παρουσιάζονται ἀντεστραμμένοι. Ἡ πορεία αὐτὴ βέβαια δὲν εἶναι ἄγνωστη στὴν ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία. Ἁπλούστατα λάμβανε χώρα μόνον στὶς περιπτώσεις ποὺ ὁ Ἐπίσκοπος δὲν ἦταν ἐκφραστὴς τῆς παράδοσης, τὴν ἀποδοχὴ τῆς ὁποίας ὁμολόγησε πολλάκις κατὰ τὴν χειροτονία του.
Ἕνας θεολογικὸς λόγος, ὁ ὁποῖος διατηρεῖ ἀπόσταση -συνειδητὴ ἢ ἀσυνείδητη- ἀπὸ τὴν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας εἶναι λόγος ἐπικίνδυνος καὶ διαβρωτικὸς καὶ σὲ καμία περίπτωση δὲν μπορεῖ νὰ ἀποτελεῖ ἔκφραση τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας. Τὰ ὡραιοποιημένα ἐκφραστικὰ σχήματα δὲν μποροῦν νὰ καλύψουν τὸ κενὸ τῆς ἐνυπάρχουσας θεολογικῆς ἀνεπάρκειας. Μάλιστα, στὸν πανεπιστημιακὸ κυρίως χῶρο, πίσω ἀπὸ «μεταπατερικὰ χαμόγελα» καὶ ἀγαπόλογες διατυπώσεις κρύβονται τὰ πιὸ πισώπλατα καὶ ἀφιλάνθρωπα χτυπήματα. Ἂν αὐτὸ δὲν ἀληθεύει, οἱ παροικοῦντες στὸ χῶρο αὐτὸ ἂς τὸ διαψεύσουν.
Κατὰ συνέπεια, τὸ πολὺ ἀξιόλογο πόνημα τοῦ Ἀναστασίου Πολυχρονιάδη καταδεικνύει ὅτι ἡ ἄγνοια, ἡ παρανάγνωση ἢ ὁ παραγκωνισμὸς τῆς ἑνιαίας ἐκκλησιαστικῆς παράδοσης μοιραῖα παράγουν ἕνα χαμηλοῦ ἐπιπέδου θεολογικὸ λόγο ποὺ στερεῖται δυναμικῆς καὶ διαχρονικότητας (ἄσχετα τοῦ πῶς αὐτοπροσδιορίζεται), ἐνῷ μία συστηματική του προσέγγιση, ὅπως ἐπιχειρήθηκε ἀπὸ τὴν συγκεκριμένη μελέτη, ἀποδεικνύει τὶς ἀναφυόμενες ἀντιφάσεις καὶ ἀοριστίες. Τέτοιου εἴδους ἀλλοιώσεις γίνονται εἴτε ἀσυνείδητα λόγῳ ἄγνοιας εἴτε συνειδητὰ λόγῳ ἰδιοτέλειας. Ἡ Ζ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ὅμως, ἀναφερόμενη στοὺς σύγχρονούς της ἀποδομητὲς τῆς θεολογίας ἐκφράστηκε μὲ τὴν ἑξῆς κρυστάλλινη διατύπωση, ἡ ὁποία πρέπει τουλάχιστον νὰ προβληματίσει: «Εἰ μὲν ἀγνωσίᾳ τοῦτο πεποιήκασιν, εὐηθείας καὶ ἀμαθίας ἀναμεστόν, εἰ δὲ ἐν γνώσει, ἀσεβείας καὶ πάσης ἀλλοκότου συνειδήσεως»[11].
Σὲ κάθε περίπτωση, ἡ Παράδοση παραμένει διαχρονικὰ τὸ κριτήριο γνησιότητας τῆς θεολογίας, ἐνῷ οἱ ἀσχολούμενοι μὲ τὸ συγκεκριμένο ἀντικείμενο (κληρικοὶ καὶ λαϊκοὶ) δὲν δικαιοῦνται καὶ δὲν δικαιολογοῦνται νὰ κινοῦνται καὶ νὰ ἐκφράζονται ἐκτὸς αὐτῆς τῆς παραδόσεως ἀγνοώντας ἢ ἀλλοιώνοντάς την. Ἕνα χαρακτηριστικὸ ποὺ συναντᾶ κανεὶς μελετώντας συνοδικὰ κείμενα Πρακτικῶν εἶναι ὅτι ἀκόμη καὶ αὐτὲς οἱ Οἰκουμενικὲς Σύνοδοι, οἱ ὁποῖες ἀποτελοῦν τὴν ὕψιστη αὐθεντία ἔκφρασης τῆς πίστης, ὅταν διατύπωναν τὴν πίστη τῆς Ἐκκλησίας δὲν ἐνεργοῦσαν ἀφ’ ἑαυτῶν ὡς αὐθεντίες, ἀλλ’ ἀντιθέτως τὸ κῦρος τους τὸ ἀντλοῦσαν ἀπὸ τὴν πιστότητά τους στὴν πρὸ αὐτῶν Παράδοση. Στὴ βάση τῆς Παράδοσης ἐπιλύονταν πάντοτε ὅλα τὰ ἀναφυόμενα προβλήματα, ἀκόμη καὶ αὐτὰ ποὺ φαίνονταν ἀδιέξοδα. Δεδομένων αὐτῶν προκαλεῖ ἀλγεινὴ ἐντύπωση νὰ βλέπει κανεὶς ἕνα μὴ θεολόγο λογοτέχνη νὰ ἐκφράζεται ὀρθόδοξα ὑποστηρίζοντας πὼς ἐντοπίζει τὴ «λύση ὅλων τῶν προβλημάτων τοῦ πεπτωκότος ἀνθρώπου ἀγαπώντας τὴν ὀρθόδοξο Ἐκκλησία»[12], ἐνῷ ἕνας πανεπιστημιακὸς καθηγητὴς Δογματικῆς νὰ κάνει λόγο γιὰ τὰ «ἀδιέξοδα τῆς σύγχρονης Ὀρθοδοξίας»[13].
Ἐργασίες ὅπως ἡ συγκεκριμένη προβάλλουν τὰ ὑπαρκτὰ ἀδιέξοδα τῆς ἀπνευμάτιστης μεταπατερικῆς θεολογίας καὶ τὴν ἀντίστροφη πορεία ποὺ κατὰ κανόνα ἀκολουθεῖ, μὴ δυνάμενη νὰ προσφέρει κάτι οὐσιαστικὸ στὸν σύγχρονο ἄνθρωπο. Στὴν πραγματικότητα αὐτό, τὸ ὁποῖο σὲ κάθε εὐκαιρία πράττει, εἶναι ἀντὶ νὰ καταθέτει τὸν αὐθεντικὸ λόγο ποὺ ἀπορρέει ἀπὸ τὴν ἀσφάλεια τῆς παράδοσης, νὰ ἐπενδύει ἁπλῶς μὲ θεολογικὴ ὁρολογία αὐτό, τὸ ὁποῖο ἐπιβάλλει ἡ σύγχρονη κοσμικὴ πρακτικὴ καὶ ἡ πολιτικὴ ὀρθότητα. Ἀξίζουν συγχαρητήρια στὸν πονήσαντα καὶ συγγράψαντα τὴν συγκεκριμένη ἐργασία.
Σημειώσεις:
[1] Γεώργιος Παναγόπουλος, Κοινωνία καὶ Ἡσυχασμός, Σχόλιο στοὺς Τρεῖς Ἱεράρχες, ἐκδ. Ἀθανασίου Ἀλτιντζῆ, Θεσσαλονίκη 2021, σελ. 11. [2] Μαρίνα Β. Κολοβοπούλου, Ἡ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας στὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους, τόμος Α΄, Συμβολὴ στὴν ἱστορικοδογματικὴ διερεύνηση τῆς περὶ παραδόσεως διδασκαλίας τῆς ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἐκδ. Ἔννοια, Ἀθήνα 2019, σελ. 12. [3] Νίκος Α. Ματσούκας, Ὀρθοδοξία καὶ αἵρεση στοὺς ἐκκλησιαστικοὺς ἱστορικούς τοῦ Δ΄, Ε΄, ΣΤ΄ αἰώνα, ἐκδ. Π. Πουρναρᾶς, Θεσσαλονίκη 20112, σελ. 245. [4] Μαρίνα Β. Κολοβοπούλου, Ἡ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας στὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους, σελ. 8.[5] Πρᾶξις στ΄/ Ἀνασκευῆς τόμος β΄, E. Lamberz, Acta conciliorum oecumenicorum, Series secunda, volumen tertium: Concilium universale Nicaenum secundum, Pars Tertia, Concilii actiones Ι-VII, Berlin – Boston: De Gruyter, 2016, σελ. 618. [6] Βλ. Ἰωάννης Πέτρου, Θεολογία καὶ κοινωνικὴ πρακτική, Μία ἀναστοχαστικὴ θεώρηση, Σύνθεσις, 2, 2012, σελ. 114-115. Πρβλ. Ἀναστάσιος Ὁμ. Πολυχρονιάδης, Ἀποδομητὲς τῆς Ὀρθόδοξης Θεολογίας, ἔκδ. Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 2021, σελ. 47. [7] Ἀναστάσιος Ὁμ. Πολυχρονιάδης, Ἀποδομητὲς τῆς Ὀρθόδοξης Θεολογίας, σελ. 9. [8] Πρᾶξις στ΄/ Ἀνασκευῆς τόμος β΄, E. Lamberz, Acta conciliorum oecumenicorum, Series secunda, σελ. 632. [9] Ἀναστάσιος Ὁμ. Πολυχρονιάδης, Ἀποδομητὲς τῆς Ὀρθόδοξης Θεολογίας, σελ. 209-224. Πρβλ. Ἰωάννης Γ. Κουρεμπελές, Ἡδονοδοξία, Κριτικὴ στὴ μεταπατερικὴ θεώρηση τῆς Παρθενίας τῆς Θεοτόκου, ἔκδ. Ἀθανασίου Ἀλτιντζῆ, Θεσσαλονίκη 2019. [10] Συνέντευξη τοῦ Μητροπολίτη Ἀλεξανδρουπόλεως Ἀνθίμου στὴν ἐκπομπὴ «Ἀπὸ τόπο σὲ τόπο: Ἀλεξανδρούπολη (20-01-2019)», ἡ ὁποία προβλήθηκε ἀπὸ τὸ κανάλι τῆς Βουλῆς (Hellenic Parliament TV), youtube.com (Ἀνάκτηση 25-11-2021). Πρβλ. Ἀναστάσιος Ὁμ. Πολυχρονιάδης, Ἀποδομητὲς τῆς Ὀρθόδοξης Θεολογίας, σελ. 200. [11] Πρᾶξις στ΄/ Ἀνασκευῆς τόμος β΄, E. Lamberz, Acta conciliorum oecumenicorum, Series secunda, σελ. 642. [12] Βλ. Ν. Γ. Πεντζίκης, Πρὸς Ἐκκλησιασμόν, ἐκδ. Ἴνδικτος, Ἀθήνα 20073, σελ. 81. [13] Βλ. Χρυσόστομος Α. Σταμούλης, Ἔρως καὶ Θάνατος, ἐκδ. Ἀκρίτας, Ἀθήνα 2009, σελ. 152. Πρβλ. Ἀναστάσιος Ὁμ. Πολυχρονιάδης, Ἀποδομητὲς τῆς Ὀρθόδοξης Θεολογίας, σελ. 102.




