Ο ΙΕΡΕΥΣ ὡς συνισταμένη πολλῶν λειτουργημάτων (Παραλληλισμοί) – 2ον

Share:

Τοῦ κ. Παύλου Ἀθ. Παλούκα, Ἐπιτίμου Σχολικοῦ Συμβούλου Δ.Ε

2ον.-Τελευταῖον

8. Τόν «δημοτικό ἤ πολιτικό ἰδανικό ἄρχοντα», ἀφοῦ εἶναι ὁ ἰδεώδης πνευματικός ἄρχων στήν ἐνορία του, πού ἀγωνίζεται νά ποιμάνει τούς ἐνορίτες του σωστά, χριστιανικά καί ἠθικοκοινωνικά. Στόχος του νά ἐπιτύχει τήν εἰρήνευση καί εἰρηνική διαβίωση τῶν ἐνοριτῶν του, τήν ἀγάπη πού πρέπει νά ἔχουν μεταξύ τους, τήν ἀλληλεγγύη καί τό πνεῦμα τῆς φιλανθρωπίας καί τῆς ἐλεημοσύνης, τήν ἐπικράτηση τοῦ δικαίου/τῆς δικαιοσύνης καί τοῦ χριστιανικοῦ δημοκρατικοῦ πνεύματος. Αὐτό, μεταξύ ἄλλων, γράφει στίς «Διδαχές» του καί ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός γιά τόν ἱερέα: «… Νά στοχάζεται ποῖος εἶναι μαλωμένος μέ τή γυναίκα του, ποῖος ἀδελφός μέ τόν ἀδελφόν του, ποῖος γείτονας μέ τόν γείτονά του, νά τούς φέρῃ εἰς ἀγάπην, καί νά θυσιάζεται διά τό ποίμνιόν του…».

9. Τόν «κοινωνιολόγο», πού, μέ τή διδασκαλία καί τίς δραστηριότητές του, συμβάλλει στήν κοινωνική πρόοδο. Ὁ ἱερέας γνωρίζει πώς ἡ οὐσιαστική ἐλευθερία μιᾶς κοινωνίας, ἑνός ἔθνους, εἶναι ἡ συνισταμένη τῶν ἐλεύθερων προσωπικοτήτων, πού τό ἀποτελοῦν. Γι’αὐτό καί ἐργάζεται πολύ πρός τον σκοπό αὐτό.

Καί ἡ ὑλικοτεχνική ἀκόμη πρόοδος μιᾶς κοινωνίας θέλει ἀνθρώπους ἀπαλλαγμένους ἀπό πάθη καί δεσμά, ἀναγεννημένους καί ἀναμορφωμένους, γιά νά ἐπιτευχθεῖ αὐτή. Ὁ ζηλωτής, ὁ ἄοκνος καί ἀεικίνητος ἱερέας τό ξέρει καί τό πετυχαίνει. Ὁ διαπρεπής οἰκονομολόγος καί Ἀκαδημαϊκός, ἀείμνηστος Ξενοφῶν Ζολώτας, σέ συνέντευξή του στό «ΒΗΜΑ» (31-12-1989) εἶχε ἐπισημάνει πολύ εὔστοχα ὅτι: «Ὅσες ἐπενδύσεις καί ἄν γίνουν, τά πράγματα δέν διορθώνονται. Ἡ ρίζα ὅλων τῶν προβλημάτων μας εἶναι ἠθικῆς τάξεως… Χρειάζεται ὁ ἐνάρετος ἄνθρωπος».

Αὐτόν τόν ἐνάρετο ἄνθρωπο προσπαθεῖ ὁ ἱερέας νά διαμορφώσει, μέ ὅλα τά πνευματικά μέσα πού διαθέτει. Ἐπιβεβαιώνεται, ἔτσι, καί ὁ Γκαῖτε (Γερμανός ποιητής, φιλόσοφος, πολιτικός καί ἐπιστήμων 1749-1832) πού ἔλεγε ὅτι «οἱ θρησκευόμενοι ἄνθρωποι εἶναι καί δημιουργικοί» (Γεωργίου Ρούσκα, Ἡ ἐξέλιξη τοῦ θρησκευτικοῦ συναισθήματος στά παιδιά καί στούς ἐφήβους, ἐκδόσ. «Β.Μ.Β.», Ἀθῆναι 1960, σελ. 15). Δηλαδή, ὄχι μόνο δέν εἶναι ψυχικά ἀνισόρροποι, ἀλλά τό ἀντίθετο, μιά δημιουργική παρουσία μέσα στήν κοινωνία.

Περιορίζει, διά τῆς διδασκαλίας καί ἐξομολογήσεως καί μέ ὅλα τά ἄλλα ἁγιαστικά μέσα πού τοῦ διαθέτει ἡ Ἐκκλησία, ὅσο τοῦ εἶναι δυνατό, καί τήν ἐγκληματικότητα, τή μάστιγα τῆς σύγχρονης κοινωνίας, ἀφοῦ: παρέχει ἠθικοκοινωνική ἀγωγή˙ καλλιεργεῖ ἦθος καί ἀρετές καί τό βαθύ αἴσθημα τῆς ἀγάπης πρός τόν συνάνθρωπο. Καί αὐτός ὁ «ἄθεος;» Βολταῖρος πίστευε ὅτι «ἡ θρησκεία χρειάζεται, γιὰ νὰ περιορίσει τά ἐγκληματικά ἔνστικτα τοῦ ἀνθρώπου» (περιοδικό «ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ», τ. 292/1995, σελ. 33˙ ἀναδημοσίευση ἀπό τήν ἐφημερίδα «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», 23-11-1994). Καί ἡ Ἐγκληματολογία, ὡς κλάδος τῆς Νομικῆς Ἐπιστήμης, ἀναγνωρίζει τήν ἀξία τῆς θρησκευτικῆς διδασκαλίας καί τή συμβολή της στήν πρόληψη τοῦ ἐγκλήματος κ.λπ. (λ.χ. Γαρδίκας, Δασκαλόπουλος καί διάσημοι ξένοι ἐγκληματολόγοι). Γιά παράδειγμα, ὁ Γαρδίκας ἐπισημαίνει: «Ἡ ἀρχή τῆς μετανοίας, ἡ στηριζομένη εἰς τόν Λουκ. ιθ΄, 8, ἤτοι, μετάνοια δι’ ἔργων εἶναι ἀπαραίτητος εἰς τήν πρόληψιν τοῦ ἐγκλήματος…» (Γαρδίκας, Ἐγχειρίδιον Ἐγκληματολογίας, ἐκδ. Β΄, 1957, σελ. 80).

Ὁ δὲ Δασκαλόπουλος διαπιστώνει ὅτι «τό γνήσιον καί ὑγιές θρησκευτικόν συναίσθημα, πρωτίστως δέ ἐν τῷ χώρῳ τοῦ χριστιανισμοῦ ἀναπτυσσομένου, ἐξυψώνει τόν ἄνθρωπον, … καί συνέχει αὐτόν ἐκ τῆς κατολισθήσεως εἰς τό ἔγκλημα καί εἰς πᾶσαν ἄλλην ἀντικοινωνικήν ἐκδήλωσιν» (Δασκαλόπουλος, Θρησκευτικόν συναίσθημα καί Ἐγκληματικότης, 1971, σελ. 35).

Αὐτά τά διδάγματα, τά μηνύματα, καί τό περιεχόμενο τῆς ἀληθινῆς σώζουσας θρησκείας, τῆς χριστιανικῆς, τά διοχετεύει ὁ ἱερέας στίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων καί ἰδιαίτερα τῶν νέων, μέ συνακόλουθα ἀγαθά κοινωνικά ἀποτελέσματα.

10. Τόν «κοινωνικό λειτουργό» ἤ «κοινωνικό ἐργάτη», πού δέν διδάσκει μόνο, ἀλλά καί πράττει. Γιατί δέν εἶναι μαθητής τοῦ Χριστοῦ αὐτός πού πολυλογεῖ, ἀλλ’ «ὅς ἄν ποιήσῃ καί διδάξῃ» (Ματθ. 5, 19)˙ καί οὔτε σώζεται αὐτός πού περιορίζεται στή θεωρητική διδασκαλία, ἀλλ’ἐκεῖνος πού κάνει πράξη στή ζωή του τή διδασκαλία τοῦ Κυρίου θά κληρονομήσει τή βασιλεία τῶν οὐρανῶν.

Στήν παραβολή τοῦ καλοῦ Σαμαρείτη ἐρωτᾶ: «Ποιός ἀπό τούς τρεῖς νομίζεις ὅτι ἀποδείχτηκε πλησίον σ’αὐτόν, ὁ ὁποῖος ἔπεσε στούς ληστές;». Καί ἐκεῖνος (ὁ νομοδιδάσκαλος) εἶπε: «Ὁ ποιήσας τό ἔλεος μετ’αὐτοῦ» (Λουκ. 10, 36-37). Αὐτό ἐφαρμόζει καί ὁ ἱερέας ποιῶντας φιλανθρωπικό ἔργο κυρίως στίς μεγαλοπόλεις, καί ἐμπράκτως ὁ ἴδιος προσφέρει ἀγάπη πρός τούς ἐναπομείναντες ἡλικιωμένους κατοίκους τῶν ἐρημωμένων πλέον χωριῶν τῆς ὑπαίθρου (λ.χ. τῆς Ἠπείρου). Ὁ παπὰς τοῦ χωριοῦ λ.χ.: θά βοσκήσει τά αἰγογιδοπρόβατα τῶν ἀνήμπορων ἐνοριτῶν˙ θά κόψει καί θά κουβαλήσει ξύλα στήν ἀποθήκη τοῦ γέροντα ἤ τῆς γριᾶς, γιά νά θερμαίνονται κατά τή διάρκεια τοῦ χειμώνα ἤ νά μαγειρεύουν τό φαγητό τους˙ θά τούς συμπαρασταθεῖ στήν ἀσθένεια καί στήν ἀδυναμία φωνάζοντας τόν γιατρό ἤ ἀγοράζοντάς τους τά φάρμακα˙ θά τούς ψωνίσει ἀπό τήν πόλη, ἀφοῦ δέν μποροῦν νά μεταβοῦν οἱ ἴδιοι˙ θά ξεχιονίσει, κατά τόν βαρύ χειμώνα, τούς δρόμους καί τά μονοπάτια, γιά νά μποροῦν νά βγοῦν ἀπό τά σπίτια τους ἤ νά βγάλουν τά ζωντανά τους. Θά τούς τονώσει τό ἠθικό μέ τό ἁπλό κήρυγμά του στήν ἐκκλησία τήν Κυριακή ἤ τίς μεγάλες γιορτές ἤ θά εἶναι πάντα μπροστά στήν πραγματοποίηση ἑνός ἑλληνορθόδοξου πανηγυριοῦ. Τέλος, θά καθίσει ἀνάμεσα στούς ἄλλους στό ταπεινό καφενεδάκι τοῦ χωριοῦ κάτω ἀπό τά δροσερά πλατάνια, νά πιοῦν μαζί τό καφεδάκι τους ἤ νά φάνε τό πατροπαράδοτο λουκούμι μέ τό φυσικό κρύο νερό τῆς πηγῆς τοῦ χωριοῦ, νά ἀνταλλάξουν κουβέντες, νά ἀστειευτοῦν, νά γελάσουν καί ν’ἀκούσουν καί κάποια καλή συμβουλή ἀπό τόν παππούλη τους. Δέν εἶναι, λοιπόν, πράγματι ἐργάτης τῆς κοινωνίας ὁ ἱερέας τοῦ χωριοῦ, ἀλλά καί τῶν μεγαλοπόλεων;

Συμπερασματικά, θά λέγαμε ὅτι ἡ παρουσία τοῦ ἱερέα, πέραν ἀπό τή μεγάλη σημασία πού ἔχει μέσα στή Χριστιανική Ἐκκλησία, καλύπτοντας τίς θρησκευτικές ἀνάγκες, ἀπαιτήσεις καί ὑπαρξιακές ἀνησυχίες τῆς ψυχῆς μας, διαδραματίζει μεγάλο ρόλο μέσα στήν κοινωνία μας καί στήν καλλιέργεια τῆς ἐθνικῆς μας αὐτοσυνειδησίας, καθώς καί στή διατήρηση τῆς ἑλληνορθόδοξης ταυτότητάς μας. Ἡ Ἱστορία βοᾶ γιά τό ἐθνικοθρησκευτικό ἔργο τοῦ ἱεροῦ Κλήρου, τούς μάρτυρες καί ἀγωνιστές κληρικούς, πού ἀγωνίστηκαν μαζί μέ τό Ἔθνος «γιά τοῦ Χριστοῦ τήν πίστι τήν ἁγία/καί τῆς πατρίδος τήν ἐλευθερία».

«Ὁ ρόλος τῶν ὀρθοδόξων ἱερέων στή σύγχρονη ἑλληνική πραγματικότητα εἶναι οὐσιαστικός, σημαντικός καί ἀποφασιστικός. Ἄν δέν ὑπῆρχαν οἱ ἱερεῖς, θά ἔπρεπε νά τούς ἀνακαλύπταμε. Ἀλλά καί ἄν ἐκλείψουν οἱ ἱερεῖς ἀπό τή σύγχρονη ἑλληνική κοινωνία, ἡ ζωή στή Χώρα μας θά χάσει τήν ἰδιαιτερότητά της, τήν ὀμορφιά της καί ἰδίως τήν ἀντοχή στίς ἔξωθεν καταλυτικές ἐπιδράσεις καί ἀλλοιώσεις» (Ἱερά Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, «Ἡ ἀποστολή τοῦ Ἱερέως στόν σύγχρονο κόσμο», Πεντέλη 11.6.2009, περιοδικό «ΕΚΚΛΗΣΙΑ», ἀρ. 8, Αὔγουστος-Σεπτέμβριος 2009, σελ. 538).

Γι’ αὐτό, ἄς ἀκούσουμε τόν ἅγιο Κοσμᾶ τόν Αἰτωλό τί μᾶς λέγει γιά τόν ἱερέα καί ποιά στάση πρέπει νά κρατοῦμε ἀπέναντί του: «Οἱ κοσμικοί νά τιμᾶτε τούς ἱερεῖς σας˙ καί ἄν τύχῃ ἕνας ἱερεύς καί ἕνας βασιλεύς, τόν ἱερέα νά προτιμήσῃς, διότι ὁ ἱερεύς εἶναι ἀνώτερος ἀπό τούς Ἀγγέλους… Ἐγώ ἔχω χρέος, ὅταν ἀπαντήσω ἱερέα νά σκύψω νά τοῦ φιλήσω τά χέρια καί νά τόν παρακαλέσω νά παρακαλῇ τόν Θεό διά τάς ἁμαρτίας μου. Διότι ὅλος ὁ κόσμος νά παρακαλέσῃ τόν Θεόν, δέν δύναται νά τελειώσουν τά Ἄχραντα Μυστήρια, καί ἕνας ἱερεύς, ἔστω καί ἁμαρτωλός, δύναται μέ τήν χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος νά τά τελειώσῃ».

Previous Article

Έπνιξαν τον κάμπο για να βάλουν ισραηλινά φωτοβολταϊκά;

Next Article

Ἐθνικὴ Προδοσία: 400.000 ἐκτρώσεις