Τοῦ Πρωτοπρεσβυτέρου π. Διονυσίου Τάτση
Πολλοὶ ἄνθρωποι ἀρέσκονται νὰ χαρακτηρίζονται ὡς θρησκευόμενοι, ὅταν βρίσκονται ἀνάμεσα σὲ ἀνθρώπους ποὺ ἐκκλησιάζονται στὸν ἴδιο ναό, ἐνῶ ὅταν βρίσκονται σὲ κοσμικοὺς κύκλους ἐπιμελῶς ἀποφεύγουν νὰ δηλώσουν ὅτι εἶναι πιστοὶ καὶ ἀγαποῦν τὴν Ἐκκλησία. Αὐτὸ συμβαίνει γιατί οἱ συγκεκριμένοι ἄνθρωποι δὲν ἔχουν σὲ μία σειρὰ τὶς προτεραιότητές τους. Δέχονται καὶ ἐπιδιώκουν καὶ τὰ θρησκευτικὰ καὶ τὰ κοσμικὰ πράγματα καὶ καλλιεργοῦν τὴν αἴσθηση ὅτι ὅλα μποροῦν νὰ ὑπάρχουν καὶ ὅλα ἀλληλεπηρεάζονται στὸν παρόντα κόσμο. Συγχέουν τὸ φῶς μὲ τὸ σκοτάδι. Σήμερα προτιμοῦν τὸ φῶς τοῦ Θεοῦ καὶ αὔριο θὰ προτιμήσουν τὸ σκοτάδι τοῦ διαβόλου. Καὶ τὰ δύο ἐπιτρέπονται, σύμφωνα μὲ τὴν λανθασμένη λογική τους. Διακρίνονται γιὰ τὴ χαλαρὴ ἀντιμετώπιση ὅλων τῶν καταστάσεων ποὺ δημιουργοῦν τὸ φῶς καὶ τὸ σκοτάδι στὴ ζωή τους. Ἄραγε εἶναι δυνατὸ νὰ συνυπάρχει τὸ σκοτάδι μὲ τὸ φῶς; Κανένας λογικὸς ἄνθρωπος δὲν δέχεται κάτι τέτοιο. Εἶναι δύο ἀντίθετες καταστάσεις. Ἡ ὕπαρξη τοῦ φωτὸς διαλύει τὸ σκοτάδι καὶ τὸ σκοτάδι τὸ φῶς!
Ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης εἶναι σαφὴς στὸ θέμα αὐτό: «Ὁ Θεὸς εἶναι φῶς, καὶ δὲν ὑπάρχει σ’ αὐτὸν καθόλου σκοτάδι. Ἄν, λοιπόν, ἰσχυριστοῦμε πὼς ἔχουμε κοινωνία μὲ τὸ Θεό, ἐνῶ ζοῦμε στὸ σκοτάδι, λέμε ψέματα, καὶ οἱ πράξεις μας δὲν συμφωνοῦν μὲ τὴν ἀλήθεια. Ἂν ὅμως ζοῦμε μέσα στὸ φῶς, ὅπως ὁ Θεὸς εἶναι στὸ φῶς, τότε ἔχουμε κοινωνία καὶ μεταξύ μας, καὶ τὸ αἷμα ποὺ προσέφερε μὲ τὸ θάνατό Του ὁ Υἱὸς του ὁ Ἰησοῦς μᾶς καθαρίζει ἀπὸ κάθε ἁμαρτία».
Εἶναι ἀδιανόητο ἕνας ἁμαρτωλὸς ποὺ δὲν ἔχει συναίσθηση τῆς πνευματικῆς του κατάστασης νὰ ἰσχυρίζεται ὅτι θρησκεύει, ἔχει ἐπικοινωνία μὲ τὸ Θεὸ καὶ μετέχει τῶν ἱερῶν μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας. Προφανῶς καὶ λέει ψέματα, προκαλεῖ καὶ μὲ θράσος προσπαθεῖ νὰ δημιουργήσει ψευδεῖς ἐντυπώσεις στοὺς ἄλλους γιὰ τὸν ἅγιό του βίο, ἐνῶ οἱ πράξεις του τὸν διαψεύδουν. Ὁ σκανδαλισμὸς ποὺ προκαλεῖται εἶναι μεγάλος.
Ἐλέγχοντας τὸν ἄνθρωπο αὐτὸν γιὰ τὶς ἁμαρτίες του, δὲν πρέπει νὰ δημιουργεῖται σὲ μᾶς ἡ ψευδαίσθηση ὅτι εἴμαστε ἀναμάρτητοι. Ὄχι. Οἱ ἁμαρτίες ὑπάρχουν σὲ ὅλους τούς ἀνθρώπους, ἀλλὰ στοὺς συνειδητοὺς χριστιανοὺς εἶναι διαρκὴς καὶ ἐνεργὸς ἡ μετάνοια ποὺ διατηρεῖ τὸ φῶς τοῦ Θεοῦ στὴ ζωή τους. Ἐνῶ στὴν περίπτωση τῶν ψευτοχριστιανῶν δὲν ὑπάρχει ἡ σωτήρια μετάνοια. Ὑπάρχει μόνο τὸ σκοτάδι τῆς ἁμαρτίας καὶ ἡ ἐλπίδα νὰ στραφοῦν πρὸς τὸ φῶς τοῦ Θεοῦ εἶναι ἐλάχιστη, γιατί εἶναι ἰσχυρὰ τὰ δεσμὰ τῶν ἁμαρτωλῶν παθῶν τους. Ὅμως ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης τονίζει ὅτι οἱ χριστιανοὶ ἔχουν τὴ δυνατότητα νὰ ἐλευθερωθοῦν ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες, ἀρκεῖ νὰ τὴν ἀξιοποιήσουν: «Ἂν ὁμολογοῦμε τὶς ἁμαρτίες μας, ὁ Θεός, ποὺ εἶναι ἀξιόπιστος καὶ δίκαιος, θὰ συγχωρήσει τὶς ἁμαρτίες καὶ θὰ μᾶς καθαρίσει ἀπὸ κάθε ἄδικη πράξη».
Ὁ χριστιανὸς πρέπει νὰ καυχᾶται γιὰ τὴν πίστη του καὶ νὰ τὴν ἐπιβεβαιώνει μὲ τὶς καλές του πράξεις καὶ τὸν ἐνάρετο βίο. Μόνη της ἡ καύχηση εἶναι πρόκληση καὶ σκάνδαλο. Ἀπαράδεκτη ἐπίσης εἶναι καὶ ἡ ὑποκριτικὴ συμπεριφορά, ἡ ὁποία σύντομα ξεσκεπάζεται καὶ φανερώνεται ἡ ἀθλιότητα τοῦ βίου τοῦ ψευτοχριστιανοῦ.




