2ον
Ὁ ἅγιος Ἰάκωβος στήν ἐπιστολή του μιλάει γιὰ οὐράνια καὶ γήινη σοφία. Ἡ πρώτη εἶναι γνήσια, ἐνῶ ἡ δεύτερη εἶναι δαιμονική. Εἶναι ἀποκαλυπτικά τὰ λόγια του: «Ὅποιος ἀπό σᾶς ἰσχυρίζεται πὼς εἶναι σοφὸς καὶ συνετός, ἂς δείξει τά ἔργα τῆς καλῆς του διαγωγῆς μὲ τὸν ἤρεμο τρόπο τῆς ἀληθινῆς σοφίας.
Ἂν ὅμως ἔχετε στὴν καρδιὰ σας φαρμακερὸ φθόνο κι ἐριστικὲς τάσεις, μὴ περηφανεύεστε καὶ μὴ ψεύδεστε ἐναντίον τῆς ἀλήθειας. Αὐτὴ ἡ δῆθεν σοφία δὲν ἔρχεται ἀπὸ τὸν οὐρανό, ἀλλὰ εἶναι γήινη, σαρκική, δαιμονική. Γιατί ὅπου ὑπάρχει φθόνος κι ἐριστική διάθεση, ἐκεῖ ὑπάρχει ἀναστάτωση καὶ κάθε λογῆς κακό. Ἡ σοφία ὅμως πού ἔρχεται ἀπὸ τὸν οὐρανὸ εἶναι πρῶτα-πρῶτα γνήσια, ὕστερα εἶναι εἰρηνική, ἀγαθή, πειστική, γεμάτη εὐσπλαγχνία καὶ καλοὺς καρπούς, ἀμερόληπτη καὶ εἰλικρινής. Ὁ καρπὸς τῆς δικαιοσύνης σπείρεται εἰρηνικὰ ἀπὸ ὅσους ἐπιζητοῦν τὴν εἰρήνη».[6]
Τοὺς χριστιανοὺς γενικὰ πρέπει νὰ τοὺς διακρὶνει ἡ ἐπιείκεια. Νὰ ἔχουν διάθεση συμφιλίωσης καὶ νὰ ἐκδηλώνουν τή συμπάθειά τους στοὺς συνανθρώπους τους. Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος ἀναφέρει σχετικά: «Ὅταν ἐμεῖς οἱ ἴδιοι, ἐνῶ ἀδικούμαστε καὶ διωκόμαστε, ἐν τούτοις ὑπομένουμε, αὐτὸ εἶναι ἐπιείκεια. Ἡ ἐπιείκεια εἶναι ἀπόδειξη μεγὰλης δυνάμεως· γιὰ νὰ εἶναι κανεὶς ἐπιεικής, πρέπει νὰ ἔχει καὶ νεανικὴ καὶ πάρα πολὺ μεγάλη ψυχή. Ἤ νομίζεις ὅτι εἶναι μικρὸ πρᾶγμα τὸ νὰ ὑποφέρεις ἀπὸ τὴν κακὴ συμπεριφορὰ τῶν ἄλλων καὶ ἐν τούτοις νὰ μὴ ἐξαγριώνεσαι;».[7]
Μὲ τὴν ἐπιείκεια καὶ τὴν ἀνεξικακία ἀναχαιτίζεται ἡ θρασύτητα τῶν ἐχθρῶν καὶ τῶν πολεμίων καὶ προλαμβάνονται τραγικὲς καὶ δυσάρεστες καταστάσεις. Γι’ αὐτὸ ὁ Χριστὸς δὲν νομοθέτησε μόνο νὰ μὴ ὀργίζεται κανείς, ὅταν ραπίζεται, ἀλλὰ διέταξε καὶ νὰ ἱκανοποιεῖ τὴν ἐπιθυμία τοῦ ραπίζοντος, γιὰ νὰ μὴ φανεῖ ὅτι καὶ προηγουμένως ὑπέμεινε χωρὶς τὴ θέλησή του. Ἔτσι πραγματικὰ καὶ τὸν ἀναίσχυντο θὰ μπορέσεις νὰ τὸν κτυπήσεις μὲ ἰσχυρότερο κτύπημα, παρὰ ἂν τὸν κτυποῦσες μὲ τὸ χέρι, καὶ τὸν ἀναισχυντότερο νὰ τὸν κάνεις καλύτερα»[8], λέει ὁ Χρυσόστομος.
Ἡ παρουσία τοῦ ἀνθρώπου πού εἶναι ἐπιεικής καὶ ἀνεξίκακος καταπραΰνει τοὺς ἐξοργισμένους χωρὶς νὰ τοὺς διδάξει. Εἶναι εἰρηνοποιὸς καὶ πείθει. Προλαμβάνει δυσάρεστα γεγονότα, σβήνει τήν φωτιὰ τῆς ὀργῆς καὶ τοῦ θυμοῦ πρὶν ἀκόμα φουντώσει.
Τὸ παράδειγμα τῆς ἐπιείκειας τοῦ Χριστοῦ πού συγχωρεῖ τὴ μοιχαλίδα καὶ δὲν συμφωνεῖ νὰ λιθοβοληθεῑ, ὅπως τοῦ πρότειναν οἱ φαρισαῖοι, εἶναι πολὺ διδακτικὸ γιὰ ὅλους. Εἶπε στὴ γυναίκα ὅτι δὲν τὴν καταδικάζει καὶ τὴ συμβούλεψε νὰ πάει στὸ σπὶτι της καὶ νὰ μὴ ἁμαρτάνει πιά.[9].
Ὁ ἐπιεικὴς δὲν πρέπει νὰ καλύπτει τὴν ἁμαρτία τοῦ ἄλλου, νὰ συμπράττει μαζί του καὶ σχεδὸν νὰ τὸν δικαιολογεῖ. Δὲν πρέπει νὰ συμφωνεῖ μὲ τὸν ἔνοχο, ἀλλὰ μὲ διάκριση νὰ τὸν νουθετεῖ, νὰ εἶναι προσεκτικὸς στὶς πράξεις του καὶ ἰδιαίτερα ἀπὲναντι σὲ ἐκείνους πού ἄδικα τοὺς κατηγορεῖ.
Σημειώσεις:
- Ἰακ. γ΄ 13-18. 7. Βασιλείου Δ. Χαρώνη, Παιδαγωγικὴ ἀνθρωπολογία Ἰωάννου Χρυσοστόμου, τόμος Β΄, Ἀθήνα 1994, σελ. 730. 8. Ὅπ. παρ., σελ. 735. 9. Ἰωάν. η΄ 1-11.
Πρεσβ. Διονύσιος Τάτσης




