«Ὁ Παναγιώτατος Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Βαρθολομαῖος ἐπισκέφθηκε τὸν ναὸ τοῦ Ἁγίου Ἰακώβου στοὺς Κήπους τοῦ Σάσεξ γιὰ ἑσπερινὴ ἀκολουθία, ὡς εὐχαριστία γιὰ τὴν ἑκατονταετηρίδα τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Θυατείρων καὶ Μεγάλης Βρετανίας» (Ἀνακοινωθὲν Ἀγγλικανικῆς «Ἐκκλησίας»)
Διὰ τὴν ἀκόλουθον συνέντευξιν τοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου ὁ ἀναγνώστης ὀφείλει νὰ λάβη ὑπόψιν του τὰ ἀκόλουθα: Ὁ Χριστὸς ἐνετείλατο τὴν κήρυξιν τοῦ Εὐαγγελίου, καὶ ὄχι τὸν ἀτέρμονα διάλογον μὲ τοὺς αἱρετικούς. Τελικὰ ἔφθασεν ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος νὰ θεωρῆ τὸν ἀρχιαιρεσιάρχην Πάπαν ὡς ἀδελφόν, ἀλλὰ τὸν ὁμόδοξον Μόσχας ὡς πλανηθέντα. Καμία ἆραγε εὐθύνην δὲν τοῦ ἀναλογεῖ διὰ τὸν πόλεμον εἰς τὴν Οὐκρανίαν, ὅταν τὸ «State Department» πανηγύριζε διὰ τὸν τόμον ψευδοαυτοκεφαλίας; Ὁ Μόσχας κατὰ τὴν διακοπὴν τῆς κοινωνίας προέβαλεν ὡς αἰτίαν τὴν πρωτειομανῆ κακοδοξίαν τῶν Φαναριωτῶν, οἱ ὁποῖοι τοὺς ἀμετανοήτους, ἀχειροτονήτους καὶ ἀφορισμένους Οὐκρανοὺς ἀνεγνώρισαν ὡς Ἱεράρχας, ἐνῶ ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος ἀντεπεκρίθη δηλώνων «σκασίλα μου ἂν μὲ μνημονεύει ἢ δὲν μὲ μνημονεύει ὁ Μόσχας». Παραθέτομεν εἰς μετάφρασιν ἀποσπάσματα ἀπὸ τὴν γραπτὴν συνέντευξιν, ὡς ἐδημοσιεύθη εἰς τὴν ἱστοσελίδα «The Pillar» τῆς 20ῆς Ὀκτωβρίου 2022:
«Σὲ μήνυμα ποὺ σᾶς ἔστειλε ὁ Πάπας Φραγκίσκος γιὰ τὴν ἑορτὴ τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέα 2020, ἐξέφρασε τὴν ἐπιθυμία του γιὰ πλήρη κοινωνία μεταξὺ Καθολικῶν καὶ Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν… Συμμερίζεστε τὴν πεποίθηση τοῦ πάπα ὅτι ἡ πλήρης κοινωνία εἶναι δυνατή;
Ἂν δὲν μοιραζόμαστε τὴν ἐλπίδα καὶ τὴ λαχτάρα γιὰ πλήρη κοινωνία, τότε δὲν μποροῦμε πραγματικὰ νὰ ποῦμε ὅτι εἴμαστε μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ. Ἡ ἕνωση καὶ ἡ κοινωνία εἶναι ἐντολὴ τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου, ὁ ὁποῖος – τὴ νύχτα ποὺ προδόθηκε – προσευχήθηκε μὲ δάκρυα ὥστε οἱ μαθητές του νὰ εἶναι ἕνα (Ἰωάννης 17:21). Ὁ διάλογος καὶ ἡ συμφιλίωση δὲν εἶναι προαιρετικὲς γιὰ ἐμᾶς, εἶναι ὁδηγίες καὶ ἐντολές.
Περιττὸ νὰ ποῦμε ὅτι παραμένουν ἐμπόδια, τόσο ἐκκλησιαστικὰ ὅσο καὶ θεολογικά. Ἀλλὰ στὴ δεκαετία τοῦ 1960, καθιερώσαμε τὸν «διάλογο τῆς ἀγάπης», μὲ τὸν ὁποῖο οἱ δύο ἐκκλησίες μας ἀντάλλαξαν ἐπισκέψεις καὶ ἐπικοινωνίες μὲ σκοπὸ νὰ διαλύσουν τὶς παρεξηγήσεις καὶ τὶς προκαταλήψεις τοῦ παρελθόντος. Καὶ τὸ 1980, ξεκινήσαμε τὸν «διάλογο τῆς ἀλήθειας», ὅπου ὡς ἀδελφὲς ἐκκλησίες συνεχίζουμε νὰ συζητᾶμε γιὰ θέματα ποὺ μᾶς ἑνώνουν καὶ μᾶς χωρίζουν σὲ μία προσπάθεια νὰ διακρίνουμε τρόπους γιὰ τὸ κοινό μας ταξίδι πρὸς τὰ ἐμπρός.
Ὁ πόλεμος Ρωσίας-Οὐκρανίας εἶναι μία σύγκρουση σὲ μεγάλο βαθμὸ μεταξὺ τῶν Ἀνατολικῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν. Πῶς αἰσθάνεστε γιὰ αὐτὸ ὡς πνευματικὸς ἡγέτης τῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν τῆς Ἀνατολῆς;
Ὁ συνεχιζόμενος πόλεμος ποὺ διεξάγει ἡ Ρωσία στὸ κυρίαρχο ἔδαφος τῆς Οὐκρανίας ἔχει βαρύνει πολὺ τὸ μυαλὸ καὶ τὴν καρδιά μας τοὺς τελευταίους μῆνες. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ἔχει χαρακτηριστεῖ ὡς Ὀρθόδοξη ἀδελφοκτονία, ἂν καὶ οἱ συνέπειες ἔχουν ἀγγίξει πολλοὺς περισσότερους ἀνθρώπους, συμπεριλαμβανομένων Οὐκρανῶν Καθολικῶν καθὼς καὶ ἄλλων χριστιανῶν καὶ θρησκευόμενων πιστῶν, καὶ ὁ ἀντίκτυπος ἔχει γίνει σίγουρα αἰσθητὸς σὲ ὅλο τὸν κόσμο.
Αὐτὸ ποὺ εἶναι ἀκόμη πιὸ ὀδυνηρὸ γιὰ ἐμᾶς εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ Πατριαρχεῖο Μόσχας ἔχει σκύψει σὲ ἐπίπεδο ὑποταγῆς στὶς πολιτικὲς φιλοδοξίες τῆς Ρωσικῆς Ὁμοσπονδίας, ἀκόμη καὶ ὑποστηρίζοντας καὶ φαινομενικὰ εὐλογώντας αὐτὴ τὴ σκληρὴ εἰσβολὴ καὶ τὴν ἀδικαιολόγητη αἱματοχυσία. Ἔχουμε ἐπανειλημμένα καταδικάσει τὴν ἐπιθετικότητα καὶ τὴ βία, ὅπως ἀκριβῶς ἀπευθύναμε ἔνθερμα καὶ ἀδελφικὰ ἔκκληση στὸν Πατριάρχη Μόσχας νὰ ἀποχωριστεῖ ἀπὸ τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα, ἀκόμα κι ἂν αὐτὸ σημαίνει νὰ παραιτηθεῖ ἀπὸ τὸν θρόνο του.
Τὰ τελευταῖα χρόνια ἡ σχέση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως μὲ τὸ Πατριαρχεῖο Μόσχας δὲν ἦταν εὔκολη. Βλέπετε κάποιον τρόπο νὰ ἐπιλυθοῦν οἱ δυσκολίες;
…Ὅπως γνωρίζετε, ἡ Μόσχα διέκοψε τὴν κοινωνία μὲ τὴν Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινούπολης, ὅπως ἀκριβῶς ἔκανε μὲ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἀλεξάνδρειας καὶ κάθε ἄλλη Ἐκκλησία ποὺ ἀναγνωρίζει τὴν αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία τῆς Οὐκρανίας. Ἀπὸ τὴν πλευρά μας, συνεχίζουμε νὰ εἴμαστε σὲ κοινωνία μὲ τὴ Μόσχα, ὄχι μόνο ἐπειδὴ εἶναι κανονικὰ καὶ ἐκκλησιολογικὰ ἀπαράδεκτο νὰ παύουμε νὰ κοινωνοῦμε γιὰ μὴ δογματικοὺς λόγους, βάσει καθαρὰ διοικητικῶν δικαιολογιῶν, ἀλλὰ καὶ ἐπειδὴ εἶναι ἀδιανόητο γιὰ τὴ Μητέρα Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινούπολης νὰ διακόψει τοὺς ἱστορικοὺς πνευματικοὺς δεσμούς της μὲ τὸν εὐσεβῆ ρωσικὸ λαό, ποὺ ἔλαβε τὴ χριστιανική του πίστη ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη καὶ ἀποτέλεσε γιὰ πολλοὺς αἰῶνες ζωντανὸ μέρος τοῦ ποιμνίου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου…
Γινόμαστε μάρτυρες πολλαπλῶν κρίσεων στὴν Εὐρώπη: πόλεμος, πρόσφυγες, ἐνέργεια, φτώχεια καὶ περιβάλλον. Ποῦ μποροῦμε νὰ βροῦμε ἐλπίδα;
Ὑπάρχει μία στιγμὴ στὴν Ὀρθόδοξη Θεία Λειτουργία, ὅπου ὁ ἱερέας γυρίζει πρὸς τὸ ἐκκλησίασμα καὶ λέει: «Ἂς ἀγαπᾶμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον γιὰ νὰ ὁμολογοῦμε τὸν Θεὸ μὲ ἕνα μυαλό». Οἱ προκλήσεις ποὺ ἀναφέρετε δὲν ἀντιμετωπίζουν μόνο ἡ Εὐρώπη, ἀλλὰ ὁλόκληρος ὁ κόσμος. Ἂν δὲν τοὺς ἀντιμετωπίσουμε μὲ πνεῦμα ἀγάπης, δὲν θὰ ὑπερισχύσουμε. Γι’ αὐτὸ δεσμευτήκαμε νὰ ἀντιμετωπίσουμε αὐτὰ τὰ προβλήματα ἀπὸ κοινοῦ μὲ τὸν ἐν Χριστῷ ἀδελφό μας, τὸν Πάπα Φραγκίσκο. Ἐὰν οἱ ἐκκλησίες μας δὲν εἶναι ἀκόμη σὲ θέση νὰ διεκδικήσουν τὴν πλήρη κοινωνία, μποροῦμε τουλάχιστον νὰ διακηρύξουμε τὴν ἀποφασιστικότητά μας νὰ ἀντιμετωπίσουμε τὴν παγκόσμια κρίση μὲ ἀλληλεγγύη πίστης καὶ δράσης…».




