Τοῦ κ. Ἰωάννου Β. Κωστάκη
2ον
3. «Ἐπαναστατικὴ θεολογία»;
Εἶνε διάχυτη ἡ ἀντίληψη ὅτι: ἡ ἄσκηση τῆς φιλανθρωπίας καὶ ἡ κοινωνικὴ πρόνοια, εἶνε ἡ μόνη θετικὴ βοήθεια, ποὺ μπορεῖ νὰ προσφέρει στὸν σύγχρονο ἄνθρωπο ἡ θρησκεία τῆς ἀγάπης. Ἀπὸ πολλοὺς ὑποστηρίζεται πὼς ἂν θέλει ἡ Ἐκκλησία νὰ διαδραματίσει κάποιο σημαίνοντα ρόλο, στὸν σημερινὸ κόσμο, ὀφείλει νὰ πάρει δυναμικὴ θέση στὸ λεγόμενο «κοινωνικὸ πρόβλημα». Κάποιοι, μάλιστα, περισσότερο θερμόαιμοι, ἰσχυρίζονται πὼς οἱ ἄνθρωποι τῆς Ἐκκλησίας- (ποιοὶ ἄραγε μπορεῖ νὰ εἶναι ἐκτὸς ἀπ’ ὅλους μας)- πρέπει νὰ ἡγηθοῦν ἀκόμα καὶ «αἱματηρῆς κοινωνικῆς ἐξέγερσης», προκειμένου νὰ λυθεῖ τὸ πρόβλημα. Γιὰ ἐνίσχυση μάλιστα τῆς ἄποψης αὐτῆς φέρουν σχετικὰ παραδείγματα ἐπαναστατῶν κληρικῶν τῆς Λατινικῆς Ἀμερικῆς, ἐκπροσώπων τῆς «Θεολογίας τῆς ἐπαναστάσεως» ἡ «ἐπαναστατικῆς θεολογίας».
Τὸ κίνητρο πολλῶν γιὰ τὸ παραπάνω ἐρώτημα ὀφείλεται στὴν ἔλλειψη ἐπίγνωσης τοῦ τί εἶνε ἡ Ἐκκλησία, ἢ ἀποδέχονται μὲν τὸ εὐαγγελικὸ μήνυμα μὲ καθαρὰ ὅμως χρησιμοθηρικὴ ἀντίληψη. Βλέπουν τὴν Ἐκκλησία σὰν ἕνα κοινωνικὸ θεσμὸ μεγάλου ἠθικοῦ βάρους, ἀλλὰ καὶ αὐξημένης κοινωνικῆς ἀποτελεσματικότητας.
Μ’ αὐτὴ τὴν ἀντίληψη, εὔλογα, ἀνακύπτει τὸ ἐρώτημα: Ποιὸ τελικὰ εἶνε τὸ ἔργο τῆς Ἐκκλησίας καὶ ποιὰ ἡ ἀποστολή της στὸ σύγχρονο κόσμο; Κι’ ἀκόμα ἀνταποκρίνεται κάτι τέτοιο στὴ φύση, τὴν ἀποστολὴ καὶ τὸν προορισμό της;
4. Ἐμφάνισις προβλημάτων
Ἀπ’ τὴν ἀρχὴ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς ὑπῆρχε μέριμνα καὶ ἀνιδιοτελὴς φροντίδα γιὰ τὶς χῆρες γυναῖκες, τὰ ὀρφανὰ παιδιά, καὶ γενικότερα γιὰ τοὺς ἐνδεεῖς ἀδελφούς. Αὐτὴ ἡ μέριμνα στὴν ἐκκλησιαστικὴ γλῶσσα ἀποκαλεῖται «διακονία». Αὐτὸ τὸ εἰλικρινὲς ἐνδιαφέρον δὲν εἶνε μία ἁπλὴ ἐξωτερικὴ πρόνοια, ἀλλὰ ἀποτελεῖ πραγματικὴ ἔκφραση ἀγάπης, καὶ εἶνε ἐνσωματωμένη στὸν ὀργανισμὸ τῆς Ἐκκλησίας. Εἶνε «σὰρξ ἐκ τῆς σαρκός» της, ἐνταγμένη στὴν ὁλικὴ ποιμαντικὴ μέριμνα γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Συγκεκριμένα: ἡ πρώτη χριστιανικὴ κοινότητα τῶν Ἱεροσολύμων, πολὺ ἐνωρίς, ἄρχισε νὰ μεγαλώνει. Παρὰ τὴν ἀντίσταση, τῶν Ἰουδαϊκῶν κύκλων, στὸ κήρυγμα τῶν Ἀποστόλων, ὁ ἀριθμὸς τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας αὔξανε ἐντυπωσιακά.
Ὅμως ἀπ’ τὴν αὔξηση αὐτὴ ἄρχισε ἡ ἐμφάνιση διαφόρων προβλημάτων. Ὁ ἀρχικὸς κοινοβιακὸς τρόπος ζωῆς, ποὺ εἶχαν διδαχθεῖ οἱ Ἀπόστολοι, συνεχίστηκε καὶ μετὰ τὴν Πεντηκοστή. Σύντομα ὅμως διαπιστώθηκε ὅτι οἱ Ἀπόστολοι δὲν ἐπαρκοῦσαν, γιὰ νὰ καλύψουν ὅλες τὶς ἀνάγκες τῶν, διαρκῶς, αὐξανόμενων πιστῶν. Δηλαδὴ ἀδυνατοῦσαν νὰ ἀνταποκριθοῦν στὴν διπλὴ «διακονία» τῶν δύο διαστάσεων τῆς ζωῆς τους, τὴν πνευματική τοῦ κηρύγματος καὶ τὴν ὑλική, τῶν βιοτικῶν ἀναγκῶν.
Ἀπ’ τὴν ἀρχή, ὅλη ἡ ζωὴ τῶν πιστῶν εἶχε ἐνταχθεῖ μέσα στὸ «Κυριακὸ Σῶμα», τὴν Ἐκκλησία. Δὲν ἦταν λοιπὸν παράδοξο οἱ Ἀπόστολοι νὰ ἀσχολοῦνται καὶ μὲ βιοτικὰ προβλήματα. Τότε λέγοντας «Ἐκκλησία» δὲν ἐννοοῦσαν μόνο τὸν Κλῆρο (ὅπως σήμερα), ἀλλὰ τὸ σῶμα, τὴ σύναξη τῶν πιστῶν, τὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ, κληρικοὺς καὶ λαϊκούς.
Γι’ αὐτὸ παράλληλα, δίπλα στὰ μυστήρια καὶ τὸ κήρυγμα εἶχε θέση καὶ ἡ καθημερινὴ «διακονία τῶν τραπεζῶν». Ἕνα ἔργο καθαρὰ ὑλικό, ποὺ συνοδεύονταν μὲ τὴ διανομὴ ὑλικῶν ἀγαθῶν, γεγονὸς ποὺ περιέκλειε τὴν κοινωνικὴ παρουσία καὶ προσφορὰ τῆς Ἐκκλησίας. Δὲν γινόταν καμία διάκριση τῆς διπλῆς προσφορᾶς. Θεωροῦνταν ὡς μία ἐνέργεια θεραπείας ἀναγκῶν, μὲ τὴν κοινὴ ὀνομασία «διακονία».
5. Λατρεία καὶ κήρυγμα
Δύο εἶνε οἱ ἄξονες τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς: α) Μὲ τὴ διακονία τοῦ λόγου ὁ Θεὸς ὁμιλεῖ πρὸς τὸ λαό Του. β) Μὲ τὴν κοινὴ προσευχὴ (λατρεία) «ἡ συναγμένη Ἐκκλησία», τὸ πλήρωμα τῶν πιστῶν ἐπικοινωνεῖ καὶ ἑνώνεται μὲ τὸν Κύριό Της. Στὸ διπλὸ αὐτὸ ἔργο σημαίνοντα ρόλο ἔχουν οἱ ἀπόστολοι (σήμερα ὁ κλῆρος). Σ’ αὐτὴ τὴ διακονία οἱ κήρυκες γίνονται στόματα τοῦ Θεοῦ, διὰ τῶν ὁποίων φανερώνεται τὸ θέλημά Του. Στὸ ἔργο τῆς προσευχῆς, τὴ λατρεία, γίνονται ἐκφραστὲς καὶ μεσίτες πρὸς τὸν Θεὸ τῆς κοινότητας τῶν πιστῶν. Αὐτὸ εἶνε, καὶ παραμένει, τὸ πρώτιστο καὶ κύριο ἔργο τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ κέντρο τῆς ζωῆς τῶν μελῶν της εἶνε ὁ Ναὸς τοῦ Θεοῦ. Μὲ τὴν ἐκκλησιαστικὴ σύναξη τῶν πιστῶν φανερώνεται τὸ μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας. Ἐδῶ στὴν ἱερὴ σύναξή μας, ὅλοι μαζί, λατρεύουμε τὸν Κύριο καὶ Θεό μας «ἑν ἐνὶ στόματι καὶ μιᾷ καρδίᾳ». Ἐδῶ τελεσιουργοῦμε τὰ μυστήρια τοῦ Θεοῦ διὰ τῶν ὁποίων λαμβάνουμε τὴ θεία χάρη. Ἀπ’ τὴν τράπεζα τῆς εὐχαριστίας λαμβάνουμε τὸν «οὐράνιο ἄρτο», τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ, καὶ μαζὶ μὲ τὸν ἄρτο τῆς εὐχαριστίας τὸν ἄρτο τοῦ θείου λόγου. Ἡ συμμετοχὴ στὴ λατρεία ἀποδεικνύει τὴν ἑνότητα τῶν μελῶν τῆς «οἰκογενείας τοῦ Θεοῦ», ποὺ ἔχουν μία πίστη, μία ζωὴ καὶ τὴ μία ἐλπίδα. Μ’ αὐτὴ τὴν προοπτικὴ οὐδεὶς δικαιοῦται νὰ ὀνομάζεται χριστιανὸς, ὅταν ἀπέχει τῶν ἐκκλησιαστικῶν συνάξεων τῆς κοινῆς προσευχῆς.
6. Προτεραιότης εἰς τὸ πνεῦμα
Στὴν Ἀποστολικὴ περικοπὴ (Πραξ.6, 1-7) περιγράφεται τὸ πρόβλημα ποὺ ἀντιμετώπισαν οἱ Ἀπόστολοι, ὅταν κλήθηκαν νὰ λάβουν θέση-ἀπόφαση ποὺ θὰ δώσουν τὸ κύριο βάρος τοῦ ἔργου καὶ τῶν δραστηριοτήτων τους. Ἡ ζωὴ τῶν πρώτων χριστιανῶν, ὅπως εἰπώθηκε, ἦταν κοινοβιακή. Ζοῦσαν τὴν κοινοκτημοσύνη στὴν πράξη, ἀφοῦ «ἦν αὐτοῖς ἅπαντα κοινά». Μὲ τὴν αὔξηση τοῦ ἀριθμοῦ τῶν πιστῶν, αὐξάνονταν καὶ οἱ ἀνάγκες ἐξεύρεσης καὶ ἴσης, δίκαιης διανομῆς τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν. Αὐτὸ ἔγινε αἰτία νὰ δημιουργηθοῦν παράπονα (διαμαρτυρίες ἴσως;) ἀπ’ τοὺς Ἑλληνιστὲς Ἰουδαίους χριστιανούς, ἐναντίον τῶν Ἰουδαίων-Ἑβραίων χριστιανῶν. Τὰ παράπονα ἀφοροῦσαν τὴν ἀδικία (ὅπως νόμιζαν ), ποὺ γίνονταν εἰς βάρος τους, στὴν διανομὴ τροφίμων. Οἱ Ἀπόστολοι τώρα ὑποχρεοῦνται, παράλληλα, μὲ τὸ πνευματικό τους ἔργο, τὸ κήρυγμα, νὰ ἀσχοληθοῦν ἐντονότερα καὶ μὲ τὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ καὶ τὴ δίκαιη διανομή τους. Αὐτὸ ὅμως μεγαλώνει τὴ δυσκολία ἐπίλυσης τοῦ προβλήματος, γιατί ἀπαιτεῖ χρόνο, κόπο μὲ ταυτόχρονη μείωση τῆς πνευματικῆς προσφορᾶς. Ἀμέσως ἀντιλαμβάνονται ὅτι ἡ κύρια ἀποστολὴ τῆς θρησκείας τοῦ Χριστοῦ στὸν κόσμο δὲν εἶνε κοινωνικὴ ἀλλὰ «προφητική».
Οὐδείς, ἄλλωστε, μπορεῖ νὰ ἀρνηθεῖ ὅτι ἡ Ἐκκλησία, ἀπ’ τὰ πρῶτα βήματά της, ἄσκησε μὲ ἀξιοθαύμαστο τρόπο τὴ φιλανθρωπία. Πρώτη αὐτὴ δίδαξε στὸν κόσμο τὴν ἔμπρακτη ἀγάπη. Ὅμως πτωχαίνει ἀπελπιστικὰ τὴ χριστιανικὴ Ἀποκάλυψη, πνίγεται οὐσιαστικὰ τὸ χριστιανικὸ μήνυμα, ἂν παραδεχθοῦμε πὼς αὐτὸ εἶνε, ἁπλῶς, ἕνα ἠθικὸ-κοινωνικὸ σύστημα, ποὺ ἀποβλέπει ἢ ἐπιδιώκει στὴν ἐπίλυση τῶν βιοτικῶν προβλημάτων τοῦ ἀνθρώπου.
7. Ἡ πρότασις τῶν Ἀποστόλων
Οἱ Ἀπόστολοι δὲν ἀδιαφοροῦν. Δὲν ἀρνοῦνται τὴν ὕπαρξη τοῦ προβλήματος, οὔτε ὑποτιμοῦν τὴ «διακονία τῶν τραπεζῶν». Γι’ αὐτὸ καλοῦν τοὺς πιστοὺς καὶ ἐνώπιόν τους θέτουν ὅλες τὶς παραμέτρους τοῦ θέματος, προτείνοντάς τους λύση ἀπολύτως δημοκρατική. Προβαίνουν σὲ καταμερισμὸ τῶν «διακονημάτων», λέγοντάς τους πώς: «οὐκ ἀρεστὸν ἐστιν ἡμᾶς καταλείψαντας τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ διακονεῖν τραπέζαις».Τὰ πλήθη ζητοῦν (ἐπίμονα ἴσως) νὰ ἀποσπάσουν τὸ ἐνδιαφέρον τους καὶ νὰ μειώσουν τὴν ἐνασχόλησή τους μὲ τὴ «διακονία τοῦ λόγου» (κήρυγμα) καὶ νὰ στραφοῦν πιὸ πολὺ στὴ «διακονία τῶν τραπεζῶν». Εἶνε ἡ ἴδια πρόκληση-πειρασμὸς ποὺ ὁ κόσμος ἀπευθύνει πάντοτε, σὲ ὅλες τὶς ἐποχές», στοὺς ἐκκλησιαστικοὺς λειτουργούς. Παρόμοια μὲ τὴν πρόκληση ποὺ ἀντιμετώπισε ὁ Χριστὸς στὸ ὄρος τῶν πειρασμῶν: «Εἰπὲ ἵνα οἱ λίθοι οὗτοι ἄρτοι γένωνται…» (Ματθ. 4, 3).
Οἱ Ἀπόστολοι ἀντιμετωπίζουν τὸ πρόβλημα ποὺ ἀνέκυψε, χωρὶς νὰ ὑποχωρήσουν οὔτε ἕνα βῆμα ἀπ’ τὴν κύρια ἀποστολή τους. Ὁδηγοῦν τοὺς πιστοὺς στὴν ἐκλογὴ τῶν ἑπτὰ διακόνων, στοὺς ὁποίους ἀναθέτουν τὴν φροντίδα γιὰ τὰ ὑλικὰ-βιοτικὰ θέματα τῶν χριστιανῶν, ἐνῷ οἱ ἴδιοι ἀφιερώνονται στὴ λατρεία καὶ τὸ κήρυγμα, δηλαδὴ σὲ μία ἀποστολὴ καθαρὰ «προφητική».«Ἡμεῖς δὲ τῇ προσευχῇ καὶ τῇ διακονίᾳ τοῦ λόγου προσκαρτερήσομεν» (=Ἐμεῖς θὰ ἀφιερωθοῦμε ἀποκλειστικὰ στὴν προσευχὴ καὶ στὸ ἔργο τοῦ κηρύγματος). Πράξ. 6,4. Αὐτὴ εἶνε ἡ καθαρὴ καὶ ἀμετάκλητη ἀπόφασή τους. Δείχνει μὲ τρόπο ἀναμφισβήτητο ὅτι: ἡ πρωταρχικὴ μέριμνα τῆς Ἐκκλησίας εἶνε ἡ τροφοδοσία τῆς ψυχῆς, ἡ καλλιέργεια τοῦ «ἔσω ἀνθρώπου». Χωρὶς νὰ ἀγνοεῖ τὰ προβλήματα τῆς καθημερινότητας τοῦ ἀνθρώπου, ὅμως ὀφείλει νὰ δίνει πάντοτε προτεραιότητα στὸ πνεῦμα. Ἂς θυμηθοῦμε σ’ αὐτὸ τὸ σημεῖο τὴ θεϊκὴ συμβουλή: «Ζητεῖτε πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ καὶ ταῦτα πάντα (δηλ. τὰ ὑλικὰ) προστεθήσεται ὑμῖν…» (Ματθ.6,33).Τὸ παράδειγμα τῶν Ἀποστόλων εἶναι ἀποκαλυπτικὸ καὶ καθοδηγητικὸ γιὰ τὴν Ἐκκλησία σὲ κάθε ἐποχή.
Σὲ κάθε ἀνθρώπινη κοινωνία δύο εἶνε οἱ συντεταγμένες ἐξουσίες, γιὰ νὰ ὑπηρετοῦν τὸν ἄνθρωπο, ἡ πνευματικὴ (Ἐκκλησία) καὶ ἡ κοινωνικὴ (πολιτεία). Σκοπὸς καὶ στόχος τους εἶνε, πρέπει νὰ εἶνε, ἡ «διακονία» τῶν πνευματικῶν καὶ ὑλικῶν-βιοτικῶν ἀναγκῶν τοῦ ἀνθρώπου.




