Τοῦ κ. Παύλου Κλιματσάκη, θεολόγου
Τὸ ἕκτο κεφάλαιο τῆς Γενέσεως ἀποτελεῖ ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ δύσκολα καὶ πολυσυζητημένα σημεῖα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Ἰδιαίτερα τὰ πρῶτα ἐδάφια τοῦ κεφαλαίου, ὅπου γίνεται λόγος γιὰ τοὺς «υἱοὺς τοῦ Θεοῦ», τὶς «θυγατέρες τῶν ἀνθρώπων» καὶ τοὺς «γίγαντες», ἔχουν προκαλέσει πολλὲς ἑρμηνευτικὲς προσεγγίσεις. Μέσα στὴν ὀρθόδοξη παράδοση, ἡ ἐπικρατέστερη ἑρμηνεία εἶναι ἡ λεγόμενη σηθιτικὴ ἑρμηνεία, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία οἱ «υἱοὶ τοῦ Θεοῦ» δὲν ἦταν ἄγγελοι, ἀλλὰ οἱ εὐσεβεῖς ἀπόγονοι τοῦ Σήθ, ἐνῶ οἱ «θυγατέρες τῶν ἀνθρώπων» ἦταν γυναῖκες ἀπὸ τὴ γενιὰ τοῦ Κάιν.
Ἡ ἑρμηνεία αὐτὴ στηρίζεται στὴν ἴδια τὴ ροὴ τοῦ βιβλίου τῆς Γενέσεως. Μετὰ τὸν φόνο τοῦ Ἄβελ ἀπὸ τὸν Κάιν, ἡ ἀνθρωπότητα οὐσιαστικὰ χωρίζεται σὲ δύο πνευματικὲς κατευθύνσεις. Ἀπὸ τὴ μία πλευρὰ βρίσκεται ἡ γενιὰ τοῦ Κάιν, ἡ ὁποία ἀπομακρύνεται σταδιακὰ ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ στρέφεται στὴν οἰκοδόμηση ἐπίγειου πολιτισμοῦ καὶ κοσμικῆς δυνάμεως. Ἀπὸ τὴν ἄλλη βρίσκεται ἡ γενιὰ τοῦ Σήθ, ἡ ὁποία παρουσιάζεται ὡς ἡ γενιὰ ποὺ διατηρεῖ τὴ μνήμη τοῦ Θεοῦ καὶ ἀγωνίζεται γιὰ τὴ δικαιοσύνη.
Ἡ Ἁγία Γραφὴ ἀναφέρει γιὰ τὸν Κάιν ὅτι, μετὰ τὴν κατάρα ποὺ ἔλαβε ἐξαιτίας τοῦ φόνου τοῦ ἀδελφοῦ του, «ᾠκοδόμησε πόλιν» καὶ ἔδωσε σὲ αὐτὴ τὸ ὄνομα τοῦ γιοῦ του, Ἐνώχ. Ἡ ἀναφορὰ αὐτὴ δὲν εἶναι τυχαία. Ἡ οἰκοδόμηση πόλεως συμβολίζει τὴ στροφὴ τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὴν αὐτάρκεια καὶ τὴν ἀναζήτηση ἀσφαλείας μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεό. Στὴ συνέχεια, ἡ Γένεση παρουσιάζει τοὺς ἀπογόνους τοῦ Κάιν ὡς ἀνθρώπους ποὺ ἀναπτύσσουν τέχνες, ἐπαγγέλματα καὶ τεχνικὲς δεξιότητες. Ὁ Ἰουβὰλ γίνεται πατέρας τῶν μουσικῶν, ὁ Θοβὲλ κατασκευαστὴς χάλκινων καὶ σιδερένιων ἐργαλείων. Βλέπουμε λοιπὸν τὴ γέννηση ἑνὸς πολιτισμοῦ.
Ὡστόσο, ἡ Ἁγία Γραφὴ δὲν παρουσιάζει αὐτὸν τὸν πολιτισμὸ ὡς οὐδέτερο. Παράλληλα μὲ τὴν τεχνικὴ πρόοδο ἐμφανίζεται ἡ ἠθικὴ πτώση. Ὁ Λάμεχ, ἀπόγονος τοῦ Κάιν, καυχᾶται δημόσια γιὰ τὸν φόνο ποὺ διέπραξε καὶ μάλιστα παρουσιάζει τὸν ἑαυτό του ὡς ἰσχυρότερο καὶ φοβερότερο ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Κάιν. Ἡ βία, ἡ ὑπερηφάνεια καὶ ἡ αὐτάρκεια ἀρχίζουν νὰ χαρακτηρίζουν τὴ γενιὰ αὐτή.
Ἀντίθετα, ἡ γενιὰ τοῦ Σὴθ παρουσιάζεται μὲ διαφορετικὸ τρόπο. Μετὰ τὴ γέννηση τοῦ Σὴθ ἡ Γραφὴ σημειώνει ὅτι «τότε ἤρξαντο ἐπικαλεῖσθαι τὸ ὄνομα Κυρίου τοῦ Θεοῦ». Ἡ φράση αὐτὴ δείχνει ὅτι οἱ ἀπόγονοι τοῦ Σὴθ διατηροῦσαν σχέση λατρείας καὶ ἐξάρτησης ἀπὸ τὸν Θεό. Ἡ γενιὰ αὐτὴ δὲν διακρίνεται ἀπὸ κοσμικὴ δύναμη, ἀλλὰ ἀπὸ εὐσέβεια καὶ δικαιοσύνη. Μέσα ἀπὸ αὐτὴ τὴ γραμμὴ θὰ προέλθει ἀργότερα καὶ ὁ Νῶε.
Μὲ τὸ πέρασμα ὅμως τοῦ χρόνου, οἱ ἄνδρες τῆς γενιᾶς τοῦ Σὴθ ἄρχισαν νὰ παρασύρονται ἀπὸ τὴν ἐξωτερικὴ ὀμορφιὰ καὶ τὴ γοητεία τῶν γυναικῶν τῆς καϊνικῆς γενιᾶς. Ἡ Γραφὴ ἀναφέρει ὅτι «ἰδόντες δὲ οἱ υἱοὶ τοῦ Θεοῦ τὰς θυγατέρας τῶν ἀνθρώπων ὅτι καλαί εἰσιν, ἔλαβον ἑαυτοῖς γυναίκας ἀπὸ πασῶν ὧν ἐξελέξαντο». Ἡ περιγραφὴ αὐτὴ φανερώνει μία πνευματικὴ πτώση. Οἱ ἄνθρωποι ποὺ μέχρι τότε ἀναζητοῦσαν τὸν Θεὸ ἄρχισαν νὰ καθοδηγοῦνται ἀπὸ τὴ σάρκα, τὴν ἐπιθυμία καὶ τὴν κοσμικὴ ἕλξη.
Ἡ γενιὰ τοῦ Κάιν εἶχε ἀναπτύξει ἕνα πολιτισμὸ ἑλκυστικὸ στὰ μάτια τοῦ κόσμου. Οἱ γυναῖκες τῆς γενιᾶς αὐτῆς ἤξεραν νὰ γίνονται θελκτικὲς καὶ νὰ προσελκύουν τοὺς ἄνδρες τῆς σηθιτικῆς γραμμῆς. Ἡ ἐξωτερικὴ ὀμορφιὰ καὶ ἡ κοσμικὴ ζωὴ ἄρχισαν νὰ ὑπερισχύουν τῆς πνευματικῆς ἀναζήτησης. Ἔτσι, οἱ δύο γενιὲς ἑνώθηκαν καὶ ἡ ἀνθρωπότητα ἔχασε σταδιακὰ τὸν πνευματικό της προσανατολισμό.
Τὸ πρόβλημα λοιπὸν δὲν ἦταν ἁπλῶς οἱ μικτοὶ γάμοι ὡς κοινωνικὸ γεγονός, ἀλλὰ ἡ πνευματικὴ ἀλλοίωση ποὺ προέκυψε. Οἱ ἄνθρωποι ἔπαψαν νὰ ἀναζητοῦν τὴν ἐπιστροφὴ στὸν Θεὸ καὶ ἄρχισαν νὰ ἐπιδιώκουν τὴν ἐπίγεια εὐτυχία ὡς ὕψιστο σκοπό. Ἡ ζωὴ ἐπικεντρώθηκε στὴν ἀπόλαυση, στὴ δύναμη, στὴν κατοχὴ καὶ στὴν ἡδονή. Ἡ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου στράφηκε ὁλοκληρωτικὰ πρὸς τὰ γήινα.
Ἡ Γένεση περιγράφει τὴ φοβερὴ αὐτὴ κατάσταση μὲ τὰ λόγια: «εἰδών δὲ Κύριος ὁ Θεὸς ὅτι ἐπληθύνθησαν αἱ κακίαι τῶν ἀνθρώπων ἐπὶ τῆς γῆς καὶ πᾶς τις διανοεῖται ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ ἐπιμελῶς ἐπὶ τὰ πονηρὰ πάσας τὰς ἡμέρας». Ἡ διαφθορὰ εἶχε γίνει καθολική. Δὲν ἐπρόκειτο πλέον γιὰ μεμονωμένες πράξεις ἁμαρτίας, ἀλλὰ γιὰ γενικὴ κατάσταση τῆς ἀνθρωπότητας.
Μέσα σὲ αὐτὴ τὴ διεφθαρμένη κοινωνία ἐμφανίστηκαν κάποιοι ἄνθρωποι ποὺ ξεχώρισαν γιὰ τὴ δύναμη, τὴν πονηρία καὶ τὴν κυριαρχία τους πάνω στοὺς ἄλλους. Αὐτοὶ εἶναι οἱ λεγόμενοι «γίγαντες» τῆς Γενέσεως 6:4. Ἡ Ἁγία Γραφὴ ἀναφέρει:
«Οἱ δὲ γίγαντες ἦσαν ἐπὶ τῆς γῆς ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις· καὶ μετ’ ἐκεῖνο, ὡς ἂν εἰσεπορεύοντο οἱ υἱοὶ τοῦ Θεοῦ πρὸς τὰς θυγατέρας τῶν ἀνθρώπων καὶ ἐγέννων ἑαυτοῖς, ἐκεῖνοι ἦσαν οἱ γίγαντες οἱ ἀπ’ αἰῶνος, οἱ ἄνθρωποι οἱ ὀνομαστοί».
Στὴ σηθιτικὴ ἑρμηνεία, οἱ γίγαντες αὐτοὶ δὲν ἦταν ὑπερφυσικὰ ὄντα οὔτε ὑβρίδια ἀγγέλων καὶ ἀνθρώπων. Ἦταν ἄνθρωποι ἰσχυροί, βίαιοι, φοβεροὶ καὶ κυρίαρχοι. Ἦταν πρόσωπα ποὺ ἀπέκτησαν μεγάλη φήμη, ἐξουσία καὶ δύναμη μέσα σὲ ἕνα κόσμο ποὺ εἶχε ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὸν Θεό. Ἡ φράση «οἱ ἄνθρωποι οἱ ὀνομαστοὶ» δείχνει ὅτι ἐπρόκειτο γιὰ ἀνθρώπους μὲ κοσμικὴ δόξα καὶ ἀναγνώριση.
Ἡ ἴδια ἡ Παλαιὰ Διαθήκη χρησιμοποιεῖ συχνὰ τὸν ὅρο «γίγας» μὲ αὐτὴ τὴν ἔννοια τοῦ ἰσχυροῦ καὶ φοβεροῦ ἀνθρώπου. Γιὰ παράδειγμα, ὁ Νεβρὼδ παρουσιάζεται στὴ Γένεση ὡς ἄνθρωπος ποὺ «ἤρξατο εἶναι γίγας ἐπὶ τῆς γῆς». Ὁ Νεβρὼδ δὲν ἦταν ὑπερφυσικὸ ὄν, ἀλλὰ ἰσχυρὸς ἡγεμόνας καὶ κυνηγός, σύμβολο ἀνθρώπινης ἐξουσίας καὶ κοσμικῆς δύναμης. Τὸ ἴδιο πνεῦμα ὑπερηφάνειας καὶ κυριαρχίας ἐκφράζεται ἀργότερα καὶ στὴν οἰκοδόμηση τοῦ Πύργου τῆς Βαβέλ.
Ἀργότερα στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ἐμφανίζονται καὶ ἄλλοι λαοὶ ποὺ χαρακτηρίζονται ὡς «γίγαντες», ὅπως οἱ Ἀνακίμ, οἱ Ραφαΐμ καὶ οἱ Ἐμείμ. Ὅταν οἱ κατάσκοποι τῶν Ἰσραηλιτῶν εἰσῆλθαν στὴ γῆ Χαναάν, ἐπέστρεψαν λέγοντας ὅτι εἶδαν ἐκεῖ «τούς γίγαντας, τοὺς υἱοὺς Ἐνάκ». Ἡ περιγραφὴ αὐτὴ ὅμως ἐκφράζει κυρίως τὸν φόβο καὶ τὴ συντριβὴ ποὺ αἰσθάνθηκαν μπροστὰ σὲ πολεμιστὲς μεγάλου ἀναστήματος καὶ μεγάλης δύναμης.
Οἱ Ἀνακὶμ παρουσιάζονται ὡς λαὸς ὑψηλὸς καὶ φοβερός, ὄχι ὅμως ὡς ὑπερφυσικὰ ὄντα. Τὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ γιὰ τοὺς Ραφαΐμ, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἀνῆκε καὶ ὁ βασιλιὰς Ὢγ τῆς Βασάν, καθὼς καὶ γιὰ τοὺς Ἐμείμ, ποὺ χαρακτηρίζονται ὡς λαὸς «μέγας καὶ πολὺς καὶ ὑψηλός». Σὲ ὅλες αὐτὲς τὶς περιπτώσεις ὁ ὅρος «γίγαντες» δηλώνει ἀνθρώπους μεγάλης σωματικῆς δύναμης, πολεμικῆς ἱκανότητας καὶ ἐπιβολῆς.
Ἡ βιβλικὴ παράδοση χρησιμοποιεῖ λοιπὸν τὸν ὅρο ὄχι μόνο βιολογικὰ, ἀλλὰ καὶ πνευματικὰ καὶ κοινωνικά. Ὁ γίγας εἶναι ὁ ἄνθρωπος ποὺ ὑψώνεται μὲ τὴ δύναμη, τὴ βία καὶ τὴν ὑπερηφάνειά του. Εἶναι ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἐπιδιώκει νὰ κυριαρχήσει στοὺς ἄλλους καὶ νὰ οἰκοδομήσει τὴ ζωὴ του χωρὶς ἀναφορὰ στὸν Θεό.
Ἔτσι ἡ ἀνθρωπότητα ὁδηγήθηκε σταδιακὰ σὲ καθολικὴ ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὸν Δημιουργό της. Ἡ διαφθορὰ δὲν περιοριζόταν σὲ ὁρισμένους ἀνθρώπους, ἀλλὰ εἶχε γίνει καθολικὴ κατάσταση. Ἡ βία γέμισε τὴ γῆ, οἱ ἄνθρωποι ἀναζητοῦσαν συνεχῶς τὶς ἡδονὲς καὶ ἡ πνευματικὴ ζωὴ σχεδὸν ἐξαφανίστηκε.
Μέσα σὲ αὐτὴ τὴ γενικὴ πτώση, μόνο ἕνας ἄνθρωπος παρέμεινε δίκαιος: ὁ Νῶε. Ἡ Γραφὴ ἀναφέρει χαρακτηριστικά: «Νῶε δὲ εὗρε χάριν ἐναντίον Κυρίου τοῦ Θεοῦ.» Καὶ λίγο ἀργότερα: «Νῶε ἄνθρωπος δίκαιος, τέλειος ὤν ἐν τῇ γενεᾷ αὐτοῦ· τῷ Θεῶ εὐηρέστησε Νῶε.» Ὁ Νῶε παρουσιάζεται ὡς ὁ τελευταῖος φορέας τῆς παλαιᾶς εὐσέβειας τῆς σηθιτικῆς γενιᾶς. Ἐνῶ ὁλόκληρη ἡ ἀνθρωπότητα εἶχε στραφεῖ στὴ βία, στὴν ἀδικία καὶ στὴ σαρκικότητα, ἐκεῖνος παρέμεινε πιστὸς στὸν Θεό.
Τότε ὁ Θεὸς διέγνωσε ὅτι ἡ κατάσταση εἶχε φτάσει σὲ σημεῖο χωρὶς ἐπιστροφή. Ἡ ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου εἶχε χρησιμοποιηθεῖ τόσο ἐπίμονα πρὸς τὸ κακό, ὥστε ἡ κοινωνία εἶχε γίνει πλέον ἀδιόρθωτη. Ἡ Γραφὴ μιλᾶ ἀνθρωπομορφικὰ καὶ λέει ὅτι ὁ Θεὸς «ἐνεθυμήθη ὅτι ἐποίησε τὸν ἄνθρωπον». Αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι ὁ Θεὸς μεταβάλλεται ἢ μετανοεῖ ὅπως ὁ ἄνθρωπος, ἀλλὰ ὅτι ἡ ἁμαρτία εἶχε φέρει τὴν ἀνθρωπότητα σὲ κατάσταση πλήρους αὐτοκαταστροφῆς.
Ὁ κατακλυσμὸς παρουσιάζεται ἔτσι ὄχι ὡς πράξη αὐθαίρετης ἐκδίκησης, ἀλλὰ ὡς κρίση καὶ ταυτόχρονα ὡς νέα ἀρχή. Ὁ Θεὸς ἐπιτρέπει τὸν ἀφανισμὸ τοῦ διεφθαρμένου κόσμου, ὥστε νὰ διασωθεῖ ἡ δυνατότητα τῆς ἀνθρωπότητας νὰ ἐπιστρέψει σὲ κοινωνία μαζί Του. Ἡ σωτηρία τοῦ Νῶε καὶ τῆς οἰκογένειάς του μέσα στὴν κιβωτὸ συμβολίζει τὴ διατήρηση ἑνὸς μικροῦ ὑπολοίπου δικαιοσύνης, ἀπὸ τὸ ὁποῖο θὰ ξεκινήσει ξανὰ ἡ ἀνθρώπινη ἱστορία. Μετὰ τὸν κατακλυσμό, ἡ ἀνθρωπότητα λαμβάνει μία νέα ἀρχή.
Ἡ διήγηση τῆς Γενέσεως παραμένει διαχρονικὰ ἐπίκαιρη, διότι περιγράφει ἕνα μόνιμο πνευματικὸ κίνδυνο: τὴν ἀντικατάσταση τῆς ἀναζήτησης τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὴν ἀναζήτηση τῆς ἐπίγειας δύναμης, τῆς ἀπολαύσεως καὶ τῆς αὐτάρκειας. Ἡ γενιὰ τοῦ Κάιν οἰκοδόμησε πολιτισμὸ, ἀλλὰ ἔχασε τὸν Θεό. Ἡ γενιὰ τοῦ Σὴθ ξεκίνησε μὲ εὐσέβεια ἀλλὰ τελικὰ παρασύρθηκε ἀπὸ τὴ γοητεία τοῦ κόσμου. Οἱ «γίγαντες» τῆς Γραφῆς ἐκφράζουν ἀκριβῶς αὐτὴ τὴ διογκωμένη ἀνθρώπινη αὐτοπεποίθηση ποὺ γεννιέται, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὸν Δημιουργό του. Εἶναι οἱ ἄνθρωποι ποὺ γίνονται μεγάλοι στὰ μάτια τοῦ κόσμου, ἀλλὰ μικραίνουν πνευματικά. Εἶναι οἱ ἰσχυροί τῆς γῆς ποὺ ἀποκτοῦν δόξα, ἐξουσία καὶ φήμη, ἐνῶ ταυτόχρονα χάνουν τὸν προορισμό τους. Τὸ μήνυμα τῆς διηγήσεως εἶναι ὅτι ὁ ἀληθινὸς ἄνθρωπος δὲν σώζεται μὲ τὴ δύναμη, τὸν πολιτισμὸ ἢ τὴν ἀνθρώπινη δόξα, ἀλλὰ μὲ τὴν ἐπιστροφὴ στὸν Θεό. Γι’ αὐτὸ καὶ μέσα σὲ ἕνα κόσμο ποὺ εἶχε χαθεῖ, ὁ Νῶε σώζεται ὄχι ἐπειδὴ ἦταν ἰσχυρός, ἀλλὰ ἐπειδὴ ἦταν δίκαιος.




