Σειρά δημοσιεύσεων με αφορμή τη συμπλήρωση δέκα ετών από την ψευδοσύνοδο της Κρήτης, (2016). – Γ’

Share:

 

Αρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου

Θεολόγου- συγγραφέως

 

Εν Θεσσαλονίκη τη  28η Αυγούστου 2026

 

Μέρος τρίτον.

    Συνεχίζοντας τον σχολιασμό του αγιορειτικού «Μηνύματος» από το σημείο, όπου είχαμε σταματήσει στο προηγούμενο, δεύτερο μέρος, σημειώνουμε τα εξής:   Αναφέρουν οι αγιορείτες ότι «Κατά τας εργασίας της Συνόδου οι αρχιερείς εξέφρασαν τας προσωπικάς των απόψεις. Κάποιοι εξ αυτών διετύπωσαν τας αντιρρήσεις των µέ σεµνόν τρόπον, χωρίς να διακόπτουν τας σχέσεις των µέ την Εκκλησίαν». Γιατί όμως αποσιωπούν το γεγονός ότι η «Σύνοδος» συγκλήθηκε και λειτούργησε κατά παράβασιν του Κανονισμού Οργανώσεως και Λειτουργίας, που υπογράφηκε κατά την Σύναξη των Προκαθημένων τον Ιανουάριο του 2016; Γιατί αποσιωπούν το γεγονός ότι ασκήθηκαν αφόρητες πιέσεις σε όσους διαφώνησαν με ορισμένες αποφάσεις της; Ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιερόθεος, αυτόπτης μάρτυς των διαδραματισθέντων στην ψευδοσύνοδο, σε δημοσίευμά του με τίτλο: «Γιατί δεν υπέγραψα» αποκάλυψε τα εξής: «Ένας ακόµη λόγος, που δεν είναι βέβαια και ουσιαστικός, αλλά έχει ένα ειδικό βάρος είναι ότι ασκήθηκε έντονη λεκτική κριτική προς την Εκκλησία της Ελλάδος για την απόφασή της. Βέβαια, ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυµος απέρριψε µέ πολύ σηµαντικό λόγο την υβριστική αυτή τοποθέτηση. Τελικά, όµως, η αντίδραση αυτή έπαιξε έναν ψυχολογικό ρόλο στην διαµόρφωση της άλλης πρότασης. Τουλάχιστον εγώ προσωπικά δέχθηκα σοβαρή πίεση και υβριστική αντιµετώπιση από Ιεράρχες για την στάση µου, πληροφορήθηκα δε ότι πιέσεις δέχθηκαν και άλλοι Αρχιερείς της Εκκλησίας µας. Και επειδή πάντοτε ενεργώ µέ ψυχραιµία, νηφιαλιότητα και ελευθερία, δεν µπορούσα να αποδεχθώ τέτοιες υβριστικές πρακτικές».

    Γιατί αποσιωπούν οι αγιορείτες παράνομες μεθοδεύσεις που θυμίζουν τις μεθοδεύσεις της ψευδοσυνόδου Φεράρας-Φλωρεντίας; Δεν γνωρίζουν άραγε ότι κατά την διεξαγωγή των εργασιών της «Συνόδου» σημειώθηκαν κατά παράβαση του Κανονισμού λειτουργίας της αντικανονικές ενέργειες και πράξεις; Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι από την εικοσιπενταμελή αντιπροσωπεία της Εκκλησίας της Σερβίας οι δεκαεπτά αρνήθηκαν να υπογράψουν το πιο προβληματικό κείμενο, «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον». Επειδή όμως το εψήφισε ο Προκαθήμενος, θεωρήθηκε ψηφισμένο από όλους, μολονότι η πλειοψηφία το απέρριψε.

    Παρά κάτω γράφει: «Η Εκκλησία πάντοτε παραµένει ‘στύλος και εδραίωµα της αληθείας’. Η Εκκλησία κατά τον Άγιον Ιωάννην τον Χρυσόστοµον ‘χειµάζεται, αλλ’ ου καταποντίζεται• κλυδωνίζεται, αλλ’  ου γίνεται υποβρύχιος• δέχεται βέλη, αλλ’ ου δέχεται τραύµατα’• είναι ο ίδιος ο Θεάνθρωπος». Όλα τα παρά πάνω είναι βέβαια πολύ σωστά. Το ερώτημα όμως είναι: Που οφείλεται στην παρούσα χρονική συγκυρία ο «κλυδωνισμός» της Εκκλησίας, οι διασπάσεις, οι αποτειχίσεις, όλη αυτή η κρίση στην ενότητα της Εκκλησίας; Από που προέρχονται τώρα τα «βέλη», που δέχεται η Εκκλησία; Από που αλλού παρά από την ψευδοσύνοδο; Η Εκκλησία όντως δεν καταποντίζεται, καταποντίζονται όμως ψυχές αθάνατες, παρασυρόμενες στην παναίρεση του Οικουμενισμού, τώρα και από τις κακόδοξες αποφάσεις της ψευδοσυνόδου. Για τις ψυχές αυτές θα μας ζητήσει λόγο ο Θεός. Και στο σημείο αυτό οι αγιορείτες Πατέρες δεν τολμούν να μπουν στην ουσία του προβλήματος και να θέσουν «τον δάκτυλον εις τον τύπον των ύλων».

    Αναφέρουν επίσης ότι «όλοι οι Άγιοι ζώντες εν Χριστώ µάς παραπέµπουν εις την Εκκλησίαν και µάς αναπαύουν». Οι άγιοι όντως «µάς παραπέµπουν εις την Εκκλησίαν». Μας παραπέμπουν όμως και στους αγώνες τους, τους αντιαιρετικούς, στους οποίους δεν φαίνονται πρόθυμοι να μας παραπέμψουν οι αγιορείτες Πατέρες, διότι οι αγώνες των είναι γι’ αυτούς ένας έλεγχος δριμύτατος. Οι άγιοι, επειδή ακριβώς εγνώριζαν ότι η Εκκλησία είναι «στύλος και εδραίωµα της αληθείας», (Α΄ Τιμ. 3,15), μεγάλους αγώνες έκαναν και σε πολλές θυσίες υποβλήθηκαν, για να διαφυλάξουν την αλήθεια της πίστεως από τις πλάνες των αιρέσεων. Οι σημερινοί αγιορείτες Καθηγούμενοι σε πόσες θυσίες υποβλήθηκαν, πόσες καθαιρέσεις και πόσους διωγμούς υπέμειναν για να διαφυλάξουν την αλήθεια της πίστεως από την παναίρεση του Οικουμενισμού;

    Παρά κάτω γράφει: «Το Πνεύµα το Άγιον όλον συγκροτεί τον θεσµόν της Εκκλησίας. Αυτό τα ασθενή θεραπεύει και τα ελλείποντα αναπληροί. Παραµένοντες εις την Εκκλησίαν και αισθανόµενοι ελλιπείς και ασθενείς δεχόµεθα την θεραπείαν και την υγείαν. Εάν ως άνθρωποι παρεκκλίνωµεν, η χάρις του Πνεύµατος µάς επαναφέρει εις τον ορθόν δρόµον. Δι’ αυτὸ κάθε φόβος είναι περιττός, ως φανέρωσις ολιγοπιστίας, εφ’ όσον ευρισκώµεθα εντός της Εκκλησίας του Χριστού». Εδώ γίνεται λόγος για «ασθενή», για «ελλείποντα» και για «παρεκκλίσεις από τον ορθόν δρόμον». Με τους χαρακτηρισμούς αυτούς ο συντάκτης αναφέρεται, με πολύ συγκεκαλυμμένο τρόπο, στις κακόδοξες δογματικές αποφάσεις της ψευδοσυνόδου, τις οποίες χαρακτηρίζει ως «ασθενή», «ελλείποντα» και «παρεκκλίσεις από τον ορθόν δρόμον». Οι αγιορείτες πιστεύουν ότι όλα τα «ασθενή» και τα «ελλείποντα» θα θεραπευθούν μέσα στην Εκκλησία, ενώ οι «παρεκκλίσεις» θα βρουν το σωστό δρόμο τους με την Χάρη του αγίου Πνεύματος. Μ’ άλλα λόγια πιστεύουν ότι οι δογματικές πλάνες της ψευδοσυνόδου θα θεραπευτούν από μόνες τους, ως δια μαγείας, με ένα αυτόματο τρόπο, με την Χάρη του αγίου Πνεύματος, χωρίς αντιαιρετικούς αγώνες, χωρίς κόπους και θυσίες. Ωστόσο η Εκκλησιαστική Ιστορία μας διδάσκει, ότι καμία αίρεση δεν κατανικήθηκε ως δια μαγείας, ή μόνον με την Χάρη του αγίου Πνεύματος, χωρίς την συνέργεια του ανθρωπίνου παράγοντος, χωρίς αγώνες και θυσίες.

    Παρά κάτω γράφει: «Ζώντες εν Αγίω Όρει πολιτευόµεθα ‘κατά τας των Αγίων θεοπνεύστους θεολογίας και το της Εκκλησίας ευσεβές φρόνηµα’… Παραµένοµεν ευγνώµονες και άγρυπνοι κρατούντες τας παραδόσεις». Ρωτάμε τους αγιορείτες: Τα όσα κακόδοξα νομοθετήθηκαν είναι σύμφωνα με τας «των Αγίων θεοπνεύστους θεολογίας και το της Εκκλησίας ευσεβές φρόνηµα»;  Αφού λοιπόν δεν είναι, γιατί άραγε εσιώπησαν και δεν εξέφρασαν με θάρρος και παρρησία την διαφωνία τους; Γιατί δεν εκαυτηρίσαν και δεν ανέτρεψαν τις κακοδοξίες, που νομοθετήθηκαν στην ψευδοσύνοδο; Και πως μπορούν να καυχώνται ότι πολιτεύονται «κατά τας των Αγίων θεοπνεύστους θεολογίας και το της Εκκλησίας ευσεβές φρόνηµα» και ότι παραµένουν «άγρυπνοι κρατούντες τας παραδόσεις», καθ’ ον χρόνον δεν έπράξαν το καθήκον τους;

Κριτικές παρατηρήσεις επί του έκτου συνοδικού κειμένου με τίτλο: «Σχέσις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον».

    Όπως ελέχθη, το κείμενο αυτό λόγω του δογματικού του περιεχομένου υπήρξε, τρόπον τινά, η «καρδιά» της ψευδοσυνόδου. Έδωσε το στίγμα της συνοδικής νομιμοποιήσεως της παναιρέσεως του Οικουμενισμού, προκάλεσε θυελλώδεις αντιδράσεις και θεολογικές αντιπαραθέσεις όσο κανένα άλλο κείμενο. Και τούτο διότι:

  1. Παρουσιάζει κενά και παραλείψεις.

    Α) Ένα σοβαρότατο κενό είναι η απουσία μιάς αναλυτικής και λεπτομερούς κριτικής αξιολογήσεως της πορείας όλων των μέχρι τώρα διμερών θεολογικών διαλόγων με τους ετεροδόξους. Η αναγκαιότης της αξιολογήσεως αυτής υπήρξε επιτακτική για τους εξής κυρίως λόγους: 1) Οι διάλογοι αυτοί διεξάγονται εδώ και πολλές δεκαετίες και επομένως η ψευδοσύνοδος είχε ύψιστο καθήκον και χρέος να προχωρήσει στο έργο αυτό, προκειμένου να αποφασίσει για την μελλοντική πορεία τους, ή την διακοπή τους. Και 2) Κατά την διεξαγωγή των παρήχθησαν κείμενα, όπως αυτό του Μπαλαμάντ, (1993), της Ραβέννας, (2007), του Πόρτο Αλέγκρε, (2006), του Πουσάν, (2013) και τα κείμενα των Κοινών Δηλώσεων του 1989 και 1990 με τους Μονοφυσίτες, τα οποία περιέχουν κακόδοξες διδασκαλίες και επομένως θα έπρεπε να εξετασθούν και να αποριφθούν από την ψευδοσύνοδο.

    Β) Ένα άλλο σοβαρότατο κενό υπήρξε η απουσία μελέτης και εξετάσεως της νομιμότητος της εισόδου και της παραμονής, ως ισοτίμων μελών, των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών στο Π.Σ.Ε., (Παγκόσμιο Συμβούλιο των Εκκλησιών), επί τη βάσει των Ιερών Κανόνων. Και τούτο διότι αυτή καθ’ εαυτήν η ένταξη της Ορθοδόξου Εκκλησίας στο Π.Σ.Ε. και η συνύπαρξη και συνεργασία της με την αίρεση συνιστά παραβίαση της κανονικής τάξεώς της και αθέτηση της εκκλησιολογικής αυτοσυνειδησίας της. Ο μεγάλος δογματολόγος και άγιος της Εκκλησίας μας, Ιουστίνος ο Πόποβιτς παρατηρεί σχετικά: «Ήτο άραγε απαραίτητον η Ορθόδοξος Εκκλησία, αυτό το πανάχραντον Θεανθρώπινον σώμα και οργανισμός του Θεανθρώπου Χριστού, να ταπεινωθεί τόσον τερατωδώς, ώστε οι αντιπρόσωποί της θεολόγοι, ακόμη και Ιεράρχαι, να επιζητούν την οργανικήν μετοχήν και συμπερίληψιν εις το Π.Σ.Ε.; Αλλοίμονον, ανήκουστος προδοσία».

     Γ) Ένα ακόμη κενό υπήρξε η απουσία κριτικής αξιολογήσεως από ορθοδόξου απόψεως, της «Δηλώσεως του Τορόντο», διότι θεωρήθηκε «κεφαλαιώδους σημασίας διά τήν Ορθόδοξον συμμετοχήν εις τό Συμβούλιον, [ΠΣΕ]». Η δήλωση αυτή με τίτλο «Η Εκκλησία, αι Εκκλησίαι καί τό Παγκόσμιον Συμβούλιον Εκκλησιών», μεταξύ άλλων λέγει: «Οι Εκκλησίες αναγνωρίζουν ότι το να αποτελεί κάποιος  μέλος της Εκκλησίας του Χριστού είναι πιο περιεκτικό από το να αποτελεί  μέλος της ίδιας του της εκκλησίας» (Δήλωσις  του Toronto, § 2).

    Δ) Τέλος σε κανένα συνοδικό κείμενο δὲν γίνεται λόγος γιὰ τὴν ανάγκη απαγορεύσεως των συμπροσευχών με ετεροδόξους και ετεροθρήσκους, οι οποίες όμως ρητὰ απαγορεύονται απὸ τοὺς Ιεροὺς Κανόνες, (βλ. ενδεικτικώς ΞΕ΄ των αγίων Αποστόλων κ.α.).

  1. Παρουσιάζει κακόδοξες διατυπώσεις, αντιφάσεις και ασάφειες.

    Πιο συγκεκριμένα:

    α)  Χρησιμοποιείται ο όρος «Εκκλησία» αδιακρίτως για τους Ορθοδόξους και για τους ετεροδόξους αιρετικούς, με αποτέλεσμα να μην οριοθετείται με σαφήνεια η Ορθοδοξία από την αίρεση. Στην 6η παράγραφο του 6ου Συνοδικού Κειμένου διατυπώνεται: «Παρά ταύτα, η Ορθόδοξος Εκκλησία αποδέχεται την ιστορικήν ονομασίαν των μη ευρισκομένων εν κοινωνία μετ’ αυτής άλλων ετεροδόξων χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών, μη ευρισκομένων εν κοινωνία μετ’ αυτής». Είναι αδύνατον να γίνει αποδεκτός ο όρος «Εκκλησία» στους ετεροδόξους, επειδή αυτοί έχουν καταδικασθεί από Ορθόδοξες Οικουμενικές Συνόδους ως αιρετικοί και έχουν αποκοπεί από το σώμα της. Η προσπάθεια των οικουμενιστών να δικαιολογήσουν τον όρο «ετερόδοξες Εκκλησίες», ως «τεχνικό όρο», είναι άστοχη, διότι η Εκκλησία ουδέποτε στο παρελθόν, σε προηγούμενες Οικουμενικές Συνόδους, χρησιμοποίησε «τεχνικούς όρους», για να εκφράσει τη δογματική της διδασκαλία, αλλά πάντοτε οι συνοδικοί Πατέρες φρόντιζαν να διατυπώσουν τις δογματικές αληθειες της πίστεως με την μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια και ακρίβεια. Μια άλλη δικαιολογία που προβλήθηκε είναι ότι με την φράση «ιστορική ονομασία», αποκλείσθηκε η απόδοση εκκλησιαστικότητος στους ετεροδόξους. Ωστόσο δεν ευσταθεί, διότι η φράση  αυτή ισοδυναμεί με τη φράση «ιστορική ύπαρξη», αφού ποτέ δεν ονομάζουμε κάτι που δεν υπάρχει.

    β) Παρουσιάζεται η Εκκλησία ως μία και αδιαίρετη και ταυτόχρονα ως διεσπασμένη. Ενώ δηλαδή στην 6η παράγραφο διατυπώνεται: «Κατά τήν οντολογικήν φύσιν της Εκκλησίας, η ενότης αυτής είναι αδύνατον νά διαταραχθή», παράλληλα διατυπώνεται η ύπαρξη και άλλων «Εκκλησιών» με τις οποίες η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν βρίσκεται σε εκκλησιαστική κοινωνία. Όμως η απουσία εκκλησιαστικής κοινωνίας με τις «άλλες» αυτές «Εκκλησίες» υποδηλώνει διαίρεση και διάσπαση. Παραλληλα ενώ στο κείμενο γίνεται κατά κόρον λόγος για «αποκατάσταση της χριστιανικής ενότητος», πουθενά δεν γίνεται λόγος για μετάνοια των ετεροδόξων, απάρνηση των κακοδοξιών των και επιστροφή στην Ορθόδοξη Εκκλησία, πράγμα που φανερώνει ότι το ζητούμενο είναι η ενότητα των «Εκκλησιών» παρά τις υπάρχουσες δογματικές διαφορές και όχι η ενότητα στην Ορθόδοξη Εκκλησία του Χριστού.

    δ) Τα θεολογικά κείμενα που παρήγαγε το Π.Σ.Ε. αξιολογούνται μεν θετικώς, αλλά ταυτόχρονα εκφράζονται επιφυλάξεις γι’ αυτά. Πρόκειται για κραυγαλέα αντίφαση, για την οποία θεωρούμε ότι είναι περιττός κάθε περαιτέρω σχολιασμός.

(Συνεχίζεται)

Σειρά δημοσιεύσεων με αφορμή τη συμπλήρωση δέκα ετών από την ψευδοσύνοδο της Κρήτης, (2016). – B’

  Next Article

Σειρά δημοσιεύσεων με αφορμή τη συμπλήρωση δέκα ετών από την ψευδοσύνοδο της Κρήτης, (2016). – B’