Τοῦ κ. Γεωργίου Κούβελα, Συνταξιούχου Δικηγόρου παρ᾽ Ἀρείῳ Πάγῳ καὶ Σ.τ.Ε.,
Ἐπιτίμου Προέδρου τῆς Ἐθνικῆς Φοιτητικῆς Ἑνώσεως Κυπρίων
7ον
Σὲ πρωτοσέλιδη στήλη τῆς «Καθημερινῆς» τῆς 8ης Δεκεμβρίου τοῦ 1940 ὑπάρχει εἴδηση μὲ τίτλο «Ἡ Μεγαλόχαρη τῆς Τήνου προσφέρει εἰς τὸν ἀγῶνα ὅλα τὰ ἀφιερώματά της». Στὴ συνέχεια ὁ δημοσιογράφος σημειώνει: «Ἡ Παναγία, ἡ ὑβρισθεῖσα Παναγία τῆς Τήνου, εἶναι αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἰς τὴν ψυχὴν ὅλων τῶν ὑπὲρ Πατρίδος ἀγωνιζομένων ὁ Στρατηγός, ὁ ὑπέρμαχος τῶν ἑλληνικῶν ὅπλων. Ἡ Παναγία, ἡ Παναγία τῆς Τήνου, σκέπει τοὺς ἄνδρας μας, εὐλογεῖ τὰς μάχας, ὁδηγεῖ εἰς τὰς ὡραίας μας νίκας. Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΗΣ ΤΗΝΟΥ ΠΡΟΣΦΕΡΕΙ ΣΗΜΕΡΟΝ ΟΛΑ ΤΑ ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ ΤΗΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΥΠΕΡ ΟΛΩΝ ΑΓΩΝΑ». Παρατίθεται στὴν συνέχεια τὸ τηλεγράφημα τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἱεροῦ Ἱδρύματος τῆς Εὐαγγελιστρίας πρὸς τὸν πρωθυπουργὸ Ἰωάννη Μεταξᾶ, τὸν ὁποῖο χαρακτηρίζουν ὡς «μεγαλεπήβολον καὶ ἄξιον ἡγήτορα τῆς Πατρίδος», περὶ τῆς παραχωρήσεως τῶν ἀφιερωμάτων, ὡς καὶ «Ψήφισμα» τοῦ λαοῦ τῆς Τήνου, ποὺ ἔλαβε μέρος σὲ πάνδημη δέηση στὸν ναὸ τῆς Εὐαγγελιστρίας. Μεταξὺ ἄλλων τό «Ψήφισμα» ἀναφέρει: «3. Ἐκφράζει μετὰ πεποιθήσεως τὴν εὐλαβῆ προσδοκίαν ὅτι τὸ ἐν Τήνῳ διαπραχθὲν τὴν 15ην Αὐγούστου ἐ.ἔ. ἀνοσιούργημα ὑπὸ τοῦ βαναύσου καὶ θεομισήτου ἐχθροῦ θὰ εὕρῃ τὴν κάθαρσιν τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς τραγωδίας μίαν προσεχῆ 15ην Αὐγούστου, ὅταν παρουσίᾳ τοῦ Βασιλέως καὶ τοῦ Κυβερνήτου, εἰς τὰ γαλανὰ νερὰ τῆς Τήνου θὰ καταπλεύσῃ μαζὺ μὲ τὰ τετιμημένα καράβια μας καὶ ἓν μέγα πολεμικὸν πλοῖον ἄνευ ἐθνικῆς σημαίας καὶ τιμῆς προερχόμενον ἀπὸ τὰ νεώτερα καὶ μεγαλύτερα πολεμικὰ τοῦ ἡττημένου ἐχθροῦ τῆς δολοφονημένης “ΕΛΛΗΣ”, ἀφοῦ δ᾽ ἐξαγνισθῇ δι᾽ ἁγιασμοῦ, θὰ ὑψώσῃ, θὰ ὑψώσῃ ὑπὸ τοὺς ἤχους τοῦ Ἐθνικοῦ μας Ὕμνου διὰ πρώτην φορὰν τὴν ἔνδοξον ἑλληνικὴν σημαίαν, διὰ νὰ ἀποκτήσῃ οὕτω καὶ ἐθνικότητα καὶ τιμὴν καὶ θὰ λάβῃ τὸ ὄνομα τοῦ θύματος. Ἔτσι θὰ ἀνακτηθῇ ἡ “Ἕλλη” μας, ἔτσι θὰ εὕρουν τὴν ἀνάπαυσίν των οἱ ψυχαὶ τῶν ἀδικοπνιγμένων ναυτῶν της».
Στὶς ἐνέργειες αὐτὲς τῶν Τηνίων ἀπήντησε ὁ κυβερνήτης Ἰωάννης Μεταξᾶς μὲ τηλεγράφημα, στὸ ὁποῖο ἀναφέρεται στὴν ὕβρη ἐναντίον τῆς Μεγαλόχαρης καὶ στὴν ἐπιτυχία τοῦ ἀγῶνος μὲ τὶς πρεσβεῖες της. Γράφει:
«Μὲ βαθεῖαν συγκίνησιν ἐπληροφορήθην ἐξ ὑμετέρου τηλεγραφήματος ἀπόφασιν λαοῦ Τήνου καὶ Ἐπιτροπῆς Ἱεροῦ Ἱδρύματος Εὐαγγελιστρίας, οἱ ὁποῖοι, εἰς μίαν ἱστορικὴν ἐκδήλωσιν πατριωτικῆς ἐξάρσεως, ἀπεφάσισαν νὰ καταθέσουν ἐπὶ τοῦ βωμοῦ τοῦ μεγαλειώδους ἀγῶνος, τὸν ὁποῖον ἀγωνίζεται σύσσωμον τὸ Ἔθνος μὲ τὸν Βασιλέα του ἐπὶ κεφαλῆς, ἐν μέσῳ τοῦ παγκοσμίου θαυμασμοῦ,τὰ ἐπὶ μακρὰ ἔτη συγκεντρωθέντα ἀφιερώματα, δείγματα τῆς πανελληνίου εὐλαβείας καὶ πίστεως πρὸς τὴν αἰωνίαν προστάτιδα τῆς Ἑλλάδος Θεομήτορα.
»Ὁ ἀγών μας εἶναι εὐλογημένος ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ ἡ πίστις τοῦ Τηνιακοῦ λαοῦ ὡς πρὸς τὴν ἐπανόρθωσιν τῆς βαρβάρου καὶ δολίας κατὰ τῆς «Ἕλλης» πράξεως, ἀσφαλῶς θὰ δικαιωθῇ. Ὁλόκληρον τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος, τόσον ἐν τῷ ἐσωτερικῷ τῆς χώρας ὅσον καὶ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν θὰ συγκλονισθῇ ἀπὸ τὴν μεγαλοπρεπῆ σας πρᾶξιν πίστεως καὶ πατριωτισμοῦ καὶ θὰ χαλυβδωθοῦν ἔτι μᾶλλον αἱ θελήσεις ὅλων τῶν Ἑλλήνων διὰ τὴν τελικὴ ἐπικράτησιν, θὰ τονωθῇ δὲ ἡ ἀξιοθαυμάστως ἐκδηλωθεῖσα εὐγενὴς ἔφεσις πρὸς παντοιότροπον ἐνίσχυσιν τοῦ ἱεροῦ μας ἀγῶνος. Ὁ ἀγὼν αὐτὸς ὁ ὁποῖος ἤρχισε μὲ ἀπαισίαν ὕβριν τοῦ ὑπούλου ἐχθροῦ πρὸς τὴν Μεγαλόχαρην, θὰ συνεχισθῇ ὑπὸ τὰς εὐλογίας της καὶ θὰ στεφανωθῇ νικηφόρως ταῖς Πρεσβείαις Αὐτῆς»#[30].
Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ
Στὶς 9 Δεκεμβρίου τοῦ 1940, πάλιν ὁ Γ. Βλάχος στὴν «Καθημερινή», σὲ κύριο πρωτοσέλιδο ἄρθρο, μὲ τίτλο ΝΙΚΗ!.., ἀναφέρεται στὴν Παναγία ποὺ ἐγκατέλειψε τὸ νησί της καὶ εὑρίσκεται ἐκεῖ ἐπάνω, γιὰ νὰ γιορτάσει μαζὶ μὲ τὸν Στρατὸ τὰ Χριστούγεννα. Ἐπειδὴ εἶναι σύντομο καὶ ἐξαιρετικὸ τὸ ἄρθρο, τὸ παραθέτουμε ὁλόκληρο:
«Νέα Νίκη!… Μετὰ τὴν Κορυτσάν, τὴν Μοσχόπολιν, τὸ Πόγραδετς, τὴν Πρεμετήν, τοὺς Ἁγίους Σαράντα, τὸ Ἀργυρόκαστρον!… Πρὸς Βορρᾶν καὶ πρὸς Νότον, πρὸς Ἀνατολὰς καὶ Δυσμάς, ἁπλώνεται καὶ περνᾷ διὰ μέσου βουνῶν καὶ κοιλάδων, διὰ μέσου φαράγγων καὶ ποταμῶν τρομακτικός, εὐλογημένος, ἀήττητος, ὁ Στρατὸς τῶν γενναίων! Δὲν ἐπροφθάσαμεν νὰ συνέλθωμεν ἀπὸ τὸ ἄγγελμα τῆς νίκης τῆς Πρεμετῆς, καὶ ἔφθασαν προχθὲς ἐλεύθεροι οἱ Ἅγιοι Σαράντα. Καὶ ἀμέσως τὸ Δέλβινον καὶ τὸ Ἀργυρόκαστρον τώρα, ἐντὸς εἰκοσιτεσσάρων ὡρῶν. Νίκη! Νίκη!… Τὰ θαυμαστικὰ πετοῦν ἐπάνω εἰς τὸ χαρτὶ ὅπως αἱ λόγχαι, ἐκφραστικώτερα ἀπὸ κάθε ἐπιφώνημα, κάθε φράσιν: Νίκη! Νίκη!.. Τὰ στρατεύματά μας ἔχουν εἰσδύσει βαθειὰ εἰς τὸ ἔδαφος τοῦ ἐχθροῦ, περνοῦν ἕνα-ἕνα τὰ ὀχυρά του, τὰς πόλεις του, τοὺς λιμένας του, αἰχμαλωτίζουν ἕνα-ἕνα τὰ τάγματά του, παύουν ἕνα-ἕνα τοὺς Στρατηγούς: Πάει ὁ Πράσκα ὁ ἀτυχὴς καὶ ὁ πολὺς ὁ Μπαντόλιο καὶ ὁ παράφρων Ντέ Βέκκι. Στρατός, Στρατηγοί, ἄνθρωποι, ὑλικόν, Βερσαλιέροι καὶ μαυροχίτωνες, σκεύη καὶ τενεκέδες τοῦ πετρελαίου ἔχουν βάλει ὅλοι, ὅλα ρόδες στὰ πόδια καὶ τρέχουν, τρέχουν μὲ μανίαν καὶ τρόμον, διότι ὀπίσω τους ἔρχονται, διότι τοὺς κυνηγοῦν, διότι φθάνει ὁ Ἕλλην, ἡ καταιγίς! Τὸ Ἀργυρόκαστρον! Δὲν τὸ λέγομεν ἡμεῖς, -ἀκοῦτε- τὸ λέγει τὸ Λεξικόν: “Πόλις τῆς Ἀλβανίας ἐν τῇ Βορείῳ Ἠπείρῳ. Κεῖται ἐπὶ τριῶν βραχωδῶν διὰ χαραδρῶν χωριζομένων ἀπ᾽ ἀλλήλων ἀντερεισμάτων ἐπὶ τῶν Κεραυνίων ὀρέων”. Ἐπὶ τῶν Κεραυνίων ὀρέων, μὲ βραχώδεις χαράδρας, μὲ ὀχυρὰ φυσικά, διότι αὐτὰ εἶναι τὰ ἀντερείσματα… -μὰ ἔπρεπε λοιπὸν νὰ κατέχουν τὰ Ἱμαλάϊα καὶ τὴν ὑψηλοτέραν κορυφήν των, τὸ Ἔβερεστ, διὰ νὰ σταθοῦν; Τὶ ἐντροπή!… Πῶς θὰ γελᾶ μαζί των ὁ κόσμος καὶ πῶς τὸ ἔθνος αὐτὸ τῶν σαρανταοκτὼ ἑκατομμυρίων εἰς διάστημα σαραντατριῶν ἡμερῶν ἐκατήντησε! Εἶναι Δεκέμβριος καὶ τὸν Ὀκτώβριον ἀκόμη μᾶς ἐτρομοκράτουν καὶ μᾶς ἠπείλουν καὶ ὡμίλει βαναύσως πρὸς τὸν πρεσβευτήν μας ὁ Τσιάνο, καὶ τοῦ παρήγγελλε ἀπειλάς, καὶ ἡμεῖς ἐδίδαμεν τόπον εἰς τὴν ὀργὴν καὶ ἐκρύπταμεν τῶν τορπιλλῶν των τὰ θραύσματα καὶ τῶν ἀτιμιῶν των τὰς ἀποδείξεις, διὰ νὰ ἔχωμεν τὴν ὑπομονήν, τὴν ἐπιμονὴν καὶ τὸ Δίκαιον ὅπλα μας, μέχρι τῆς στιγμῆς τοῦ τελεσιγράφου.
Εἶναι Δεκέμβριος… Ἂς βοηθήσῃ ὁ Ὕψιστος καὶ ἂς σταματήσουν αἱ βροχαὶ καὶ τὰ χιόνια, ἂς γίνη ὁ οὐρανὸς ὅπως ἡ σημαία μας γαλανόλευκος, ἂς ἐπικρατήσῃ αἰθρία. Καὶ τότε ἡ Θεομήτωρ ποὺ ἐγκατέλειψε τὸ νησί Της καὶ εὑρίσκεται ἐκεῖ ἐπάνω, ἴσως ἐκεῖ εἰς μίαν γῆν ἀπηλλαγμένην ρύπων, εἰς κάποιο βουνὸ ποὺ θὰ δώσῃ εὐτυχισμένον ὡς δένδρον ἑορτῆς τὴν ἐλάτην του, θὰ ἑορτάση μαζὶ μὲ τὸν Στρατόν μας Χριστούγεννα!…#[31]
Ἕνα τέτοιο σπουδαῖο ἐπίσημο κείμενο μᾶς διέσωσε ὁ ὅσιος Γέροντας Χαράλαμπος Βασιλόπουλος, αὐτόπτης καὶ αὐτήκοος μάρτυς πολλῶν θαυμάτων, ἀφοῦ κατὰ τὸν πόλεμο ὑπηρετοῦσε ὡς λοχίας στὴν πρώτη γραμμὴ τοῦ πυρός. Γράφει καὶ παραθέτει ὁ π. Χαράλαμπος:
«Ἡ παρουσία τῆς Παναγίας στὸ Μέτωπο διαπιστώθηκε σὲ πολλὲς περιπτώσεις. Ἀναφέραμε μία, ἡ ὁποία εἶχε γίνει κοντά μας στὸ ἀριστερὸ μέρος τοῦ Μετώπου, ἐκεῖ ποὺ ἤτανε τὸ ἄλλο τμῆμα τοῦ Μετώπου, τῶν εὐζώνων. Συνέβη στὸν ὑπολοχαγὸ Νικόλαον Γκάντζαρον. Στὰ χρόνια τῆς Κατοχῆς εἶχα τὴν εὐκαιρία, νὰ τὸν γνωρίσω στὰ Γιάννενα. Ἐκεῖ μοῦ τὸ διηγήθηκε ὁ ἴδιος.
Ἐπειδὴ ὅμως δὲν διέσωζα τὶς λεπτομέρειες, τὸν παρεκάλεσα νὰ μοῦ τὰ γράψη. Παραθέτω τὴν ἀπάντησί του καὶ τὴν ἀναφορὰ ποὺ εἶχε κάμει στὸν Διοικητή του.
Ἰδοὺ τὸ πλῆρες κείμενο τῆς ἀπαντητικῆς ἐπιστολῆς του καὶ ἡ ἀναφορά του:
Ἐν Ἰωαννίνοις τῇ 3.2.1968
Πανοσιολογιώτατε,
Ὁ ἀδελφός μου Σωτήριος δι᾽ ἐπιστολῆς του μοὶ διεβίβασε τὴν ὑμετέραν παράκλησιν, ὅπως σᾶς γράψω περὶ τοῦ ὑπ᾽ ἐμοῦ ὁράματος τῆς Θεοτόκου κατὰ τὸν Ἑλληνοϊταλικὸν πόλεμον 1940-41.
Ἐν τῇ προσπαθείᾳ μου νὰ ἐρευνήσω εἰς τὰ ἀτομικά μου ἀρχεῖα πρὸς ἀνεύρεσιν τῆς ἀναφορᾶς μου, τὴν ὁποίαν τότε ὑπέβαλον, ἐβράδυνα.
Ἐτύγχανον Διμοιρίτης τῆς Γ´ Διμοιρίας (2ου Λόχου, 1 Τάγματος, 40οῦ Συντάγματος Εὐζώνων), ὅτε εἰς τὴν περιοχὴν Α´, τοῦ χωρίου Γκολέμι ἐν Β. Ἠ-πείρῳ (Ἀλβανίᾳ) κατὰ μίαν προσωρινὴν ἀνάπαυλαν τοῦ Τάγματος ἐν ἐφεδρείᾳ, καθ᾽ ἣν δὲν ἐδικαιολογεῖτο παραίσθησις ἢ ὀλιγοψυχία, συνέβη τὸ ὅραμα.
Θεωρῶ λοιπὸν ἐπιβεβλημένον μου καθῆκον νὰ σᾶς ἐνημερώσω περὶ τοῦ γεγονότος ἐκείνου.
Τοῦτο περιγράφεται ἐν τῇ ὑποβληθείσῃ ἀναφορᾷ μου, τῆς ὁποίας ἀκριβὲς ἀντίγραφον σᾶς ἐγκλείω.
Ἐπειδὴ ὡς Χριστιανὸς δὲν ἐπιθυμῶ θόρυβον περὶ τὸ ὄνομά μου, παρακαλεῖσθε θερμότατα, ὅπως μείνω ἄγνωστος, πρᾶγμα ὅπερ ἔχω καὶ ὡς ἀρχήν.
Μετὰ σεβασμοῦ
Νικόλαος Γκάτζαρος
ὁδὸς Λόρδου Βύρωνος 9
Ἰωάννινα
Ἡ ἀναφορὰ τοῦ ἀνθυπασπιστῆ Νικολάου Γκάτζαρου ἔχει ὡς ἑξῆς:
Ἀρθ. Δ.Υ. Ἐν Τ.Τ. 712 τῇ 3η Μαρτίου 1941
Ὁ Ἀνθυπασπιστὴς Γκάτζαρος Νικόλαος
Πρὸς Τὸ 1/40 Τάγμα Εὐζώνων
Ἐνταῦθα
«Περὶ ἐμφανίσεως τῆς Παναγίας καὶ τῶν δοθεισῶν μοι ὑπ᾽ Αὐτῆς ἐντολῶν».
«Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ἀναφέρω ὑμῖν, ὅτι χθὲς Κυριακήν, 2 Μαρτίου ἐ.ἔ. καὶ περὶ ὥραν 8ην μ.μ., μετέβην εἴς τι παρακείμενον τοῦ καταυλισμοῦ 2ου Λόχου Τάγματος Ὑμῶν μικρὸν ὕψωμα ἀπέχον περὶ τὰ 300 μέτρα, χάριν περιπάτου, αἰσθανθεὶς τὴν ἀνάγκην κινήσεως. Μία μυστηριώδης δύναμις ὡσὰν νὰ μὲ ὤθει πρὸς τὰ ἐκεῖ. Ὁ ἀὴρ ἔχει ἤδη παύσει νὰ φυσᾶ καὶ ὁ οὐρανὸς ἦτο ἀστερόεις. Κατὰ τὴν ἐπιστροφήν μου εἰς τὴν σκηνήν, δὲν ἔχω ἀριθμήσει 10 βήματα, ὅτε αἰφνιδίως ἐνεφανίσθη ἐμπρός μου καὶ μοῦ ἀνέκοψε τὸν δρόμον μία γυνὴ μαυροφόρα ἔχουσα σεμνὴν τὴν ἐμφάνισίν της. Τὸ πρόσωπόν της διεκρίνετο χαρακτηριστικῶς εἰς τὸ βραδυνὸν ἡμίφως. Εἰς τὸ θέαμα τοῦτο καταληφθεὶς ἐξ ἀπροόπτου, κατ᾽ ἀρχὰς ἐξεπλάγην, κατόπιν ὅμως αὐτοστιγμεὶ συνῆλθον ἐκ τοῦ τρόμου, ἐπειδὴ ἐγνώριζον, ὅτι πολλάκις ἡ Παναγία ἐνεφανίσθη, εἴτε ὡς ὅραμα, εἴτε καθ᾽ ὕπνον κατὰ τὰς πολεμικὰς ἐπιχειρήσεις τοῦ Στρατοῦ μας.
Ἐγὼ ὅλως μηχανικῶς ἔλαβον θέσιν ἡμιγονυπετῆ, ἵνα ἀσπασθῶ τὴν δεξιά Της. Ἐκ τῆς συγκινήσεως οἱ ὀφθαλμοὶ μου ἐδάκρυζον, οἱ πόδες καὶ τὰ χείλη μου ἔτρεμον ἐπὶ πολλὴν ὥραν. Ἤκουσα νὰ ὁμιλῇ: «Εἶμαι ἡ Παναγία. Μὴ φοβεῖσαι παιδί μου, εἶπε! Ἐγὼ ἐνεφανίσθην νὰ σοῦ εἴπω τρεῖς λόγους, τοὺς ὁποίους νὰ μὴ λησμονήσεις:
1) Ὁ παρὼν πόλεμος ἐκηρύχθη ἀπροκαλύπτως καὶ ἀναιτίως ὑπὸ τῆς Ἰταλίας ἐναντίον τῆς Ἑλλάδος. Θελήματί μου ἡ Ἑλλὰς θὰ ἐξέλθη τούτου νικηφόρως.
2) Ὁ Πόλεμος οὗτος ἐκηρύχθη ἐναντίον τῆς Ἑλλάδος, ἵνα γνωρίσῃ ὁ κόσμος, ὅτι ἀφορμὴ τούτου εἶναι ἡ ἀπομάκρυνσίς του ἐκ τῆς Χριστιανικῆς θρησκείας, καθ᾽ ἣν ὕβριζεν, ἐβλασφήμει τὰ θεῖα της καὶ ἔρρεπε πρὸς τὸν ἐκφυλισμὸν καὶ τὴν ἀκολασίαν καὶ οὕτως συμμορφωθῆ, ἵνα μάθη ὅτι ὑπάρχει καὶ προΐσταται ὁ Θεός. Τρανώτατα δὲ τεκμήρια τῆς ὑπάρξεως ταύτης εἶναι τὰ συχνὰ θαύματα τῶν Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ.
3) Ἔπρεπε νὰ μάθη ὁ κόσμος, ὅτι τὸ δίκαιον πάντοτε ὑπερισχύει τῆς βίας.
Ἀνάφερε, λοιπόν, ταῦτα καὶ ἐγγράφως εἰς τὸν Διοικητήν σου, ἵνα μὴ πτοηθῇ πρὸ οὐδενὸς κωλύματος, καθότι ὑπὸ τὴν προστασίαν Μου ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς θὰ νικήση!».
Μεθ᾽ ὃ ἐν τῇ ἐξαφανίσει της οἱ ὀφθαλμοί μου ἐθαμβώθησαν.
Ἐν τέλει συνῆλθον ἐν μέρει καὶ κατηυθύνθην ἀμέσως εἰς τὴν σκηνὴν ὑμῶν, ὅπου ἔξωθι ταύτης ἀνέφερον ὑμῖν τὸ συμβὰν προφορικῶς#[32].
Νικόλαος Γκάτζαρος»
Παραθέτει ἐπίσης ὁ π. Χαράλαμπος ἀπόσπασμα ἀπὸ γράμμα στρατιώτη ποὺ δημοσιεύθηκε σὲ ἐφημερίδα στὸ ὁποῖο ἔγραφε: «Στὸ κάθε βῆμα ἐδῶ ἐπάνω νομίζει κανεὶς πὼς κάπου κοντά μας τριγυρίζει ἡ Παναγία»#[33]. Διηγεῖται δὲ καὶ θαῦμα ποὺ ἔζησε ὁ ἴδιος στὸ Μέτωπο τοῦ πολέμου:
«Ἕνα ἀπόγευμα ἐπῆγα ἐξαντλημένος, ἀπὸ τὴν πεῖνα, τὴν κούρασι σ᾽ ἕνα μαγειρεῖο, ποὺ ἦταν σ᾽ ἕνα χαμόσπιτο. Μαγειρεῖο κατ᾽ εὐφημισμόν, γιατὶ ποτὲ δὲν μαγείρευε. ᾽Αναφέραμε ἤδη, ὅτι δὲν μποροῦσε νὰ καπνίση φωτιὰ ἐκεῖ ψηλά, λόγῳ τῆς ἐχθρικῆς ἀεροπορίας καὶ τοῦ πυροβολικοῦ. Βρισκόμαστε στὸν ἄξονα τῆς βολῆς.
Μόλις ἔφτασα, ἦρθε μιὰ ὀβίδα ἀπὸ τὸ ἐχθρικὸ πυροβολικό, τρύπησε τὴν πέτρινη στέγη, κι᾽ ἔπεσε μέσα στὸ μαγειρεῖο. Εὐτυχῶς δὲν ἔσκασε. Ἀναγκασθήκαμε τότε ν᾽ ἀπομακρυνθοῦμε, γιὰ νὰ ἀποφύγωμε νέα ἐχθρικὴ προσβολή. Ἐὰν ἐκείνη ἡ ὀβίδα ἔσκαζε, θὰ μᾶς σκότωνε σχεδὸν ὅλους. Ἦταν εὐτύχημα γιὰ τὸν Ἑλληνικὸ στρατό, ποὺ τὸν φύλαγε ἡ Παναγία καὶ δὲν σκάζανε ὅλες οἱ ὀβίδες τοῦ ἐχθροῦ.
Ὅταν θέλησα, ἔπειτα ἀπὸ δύο ὧρες, νὰ ἐπιστρέψω, μία ἐγκαιροφλεγὴς ὀβίδα ἔσκασε πάνω ἀπὸ τὸ κεφάλι μου. Εὐτυχῶς δὲν μὲ πῆρε κανένα βλῆμα»#[34].
Σημειώσεις:
[30]. Ἡ Ἐποποιΐα τοῦ 1940-41, ἔνθ᾽ ἀνωτ., σελ. 75. [31]. Αὐτόθι, σελ. 77. #[32]. Ἀρχιμ. Χαραλάμπους Βασιλοπούλου, Τὸ θαῦμα τῶν Ἑλλήνων τοῦ Σαράντα, Ἐκδόσεις «Ὀρθόδοξος Τύπος», Ἀθῆναι 2000, σελ. 121-125. #[33]. Αὐτόθι, σελ. 157. #[34]. Αὐτόθι, σελ. 106-107.




