Τὴν ὥρα ποὺ τὰ ΜΜΕ μᾶς λένε ὅτι διεξάγονται δύο μεγάλοι πόλεμοι, ἕνας στὴν Οὐκρανία καὶ ἕνας στὸ Ἰράν, θυμίζοντας ἀμφότεροι φωτιὲς ποὺ μὲ ὑφέσεις καὶ ἐξάρσεις σιγοκαίουν ἐπὶ μακρόν, χωρίς, ὡστόσο, νὰ ἀποκλείεται κάποιος ἀπὸ τοὺς δύο νὰ ἐξελιχθεῖ σὲ πυρκαϊὰ Γ΄ Παγκοσμίου Πολέμου, οἱ μαζάνθρωποι ὁλόκληρου τοῦ πλανήτη ἐκλήθησαν νὰ παρακολουθήσουν ζωντανά, εἴτε ἀπὸ τὶς κερκίδες εἴτε ἀπὸ τὶς ὀθόνες τους, τὴν διεξαγωγὴ τοῦ 23ου Παγκοσμίου Κυπέλλου Ποδοσφαίρου.
Θὰ μποροῦσε, λοιπόν, κάποιος νὰ διατυπώσει τὴν εὔλογη ἀπορία του γιὰ τὸ ἐνδεχομένως ἀλλόκοτο γεγονὸς νὰ διεξάγονται δύο πόλεμοι μὲ παγκόσμιο ἀρνητικὸ ἀντίκτυπο παράλληλα μὲ τὸ «Μουντιάλ», τὸ ὁποῖο θεωρεῖται ἡ μεγαλύτερη «παγκόσμια γιορτὴ τοῦ ποδοσφαίρου».
ΤΟ “ΜΑΤΣ” ΩΣ ΠΟΛΕΜΟΣ
Ὅποιος, ὅμως, ἔχει διαβάσει τὸ βιβλίο τοῦ ὀνομαστοῦ ζωολόγου καὶ κοινωνιοβιολόγου Ντέσμοντ Μόρρις (Desmond Morris) «Ἡ φυλὴ τοῦ ποδοσφαίρου» (ἔκδ. Κάκτος, 1982), θὰ ἀντέτεινε ὅτι τίποτε τὸ παράξενο δὲν ὑπάρχει σὲ αὐτὴν τὴν, παράλληλη μὲ τοὺς δύο πραγματικοὺς (ἄδηλον, βεβαίως, σὲ ποιὸ βαθμὸ πραγματικοὺς καὶ γνήσιους) πολέμους, διεξαγωγὴ καὶ τηλεοπτικὴ μετάδοση τοῦ πρόσφατου Παγκοσμίου Κυπέλλου Ποδοσφαίρου, διότι ἕνα ποδοσφαιρικὸ μὰτς ἔχει παρομοιασθεῖ μὲ «ἕνα εἶδος πολέμου σὲ μικρογραφία» (Μόρρις, ὅ.π., σελ. 27).
Ἄρα, πλάι σὲ δύο κατὰ κυριολεξίαν πολέμους δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ἐνοχλεῖ ἡ παρουσία ἑνὸς μεταφορικοῦ πολέμου σὲ ἕνα πλανήτη, τοῦ ὁποίου τὶς τύχες διαχειρίζονται πολεμοχαρεῖς καὶ πολεμοκάπηλοι φωστῆρες ποὺ μᾶς λένε συνεχῶς ὅτι διεξάγουν ἀμέτρητους πολέμους μὲ τὴν μεταφορικὴ σημασία τοῦ ὅρου: «πόλεμο» κατὰ τῆς τρομοκρατίας, τῆς πανδημίας, τῆς κλιματικῆς ἀλλαγῆς, τῆς φοροδιαφυγῆς, τῆς ἀκρίβειας, ἀλλὰ καὶ τῆς παραπληροφόρησης.
Ὁ Μόρρις, ὁ ὁποῖος ἐγκατέλειψε τὸν μάταιο τοῦτον κόσμο στὶς 19 Ἀπριλίου τοῦ τρέχοντος ἔτους, κατ’ ἀρχὰς θεωροῦσε ὅτι ὁ παραλληλισμὸς ἑνὸς ποδοσφαιρικοῦ μὰτς μὲ πόλεμο εἶναι παραπλανητικός, διότι οἱ δύο ἀντίπαλες ὁμάδες «δὲν προσπαθοῦν ἐπίσημα νὰ καταστρέψουν ἡ μία τὴν ἄλλη». Ἂν τὸ τέρμα ἀντιμετωπισθεῖ ὡς τὸ θήραμα ποὺ κυνηγοῦν οἱ παῖκτες, γιὰ νὰ τὸ «σκοτώσουν» (μεταφέροντας στὸν ἀγωνιστικὸ χῶρο τὸ ἔνστικτο τῶν κυνηγῶν πού, γιὰ νὰ ἐπιβιώσουν, ἔπρεπε νὰ σκοτώσουν τὸ ζῶο), τότε «οἱ ἀντίπαλοι ἀποτελοῦν ἁπλῶς ἕνα παράγοντα ποὺ παρεμβάλλεται ἀνάμεσα στοὺς κυνηγοὺς καὶ τὸ θήραμά τους, δηλ. τὸ τέρμα. Πρέπει νὰ ἐξουδετερώνονται ἢ νὰ τοὺς ἀφαιρεῖται ἡ μπάλα, ἀλλὰ νὰ μὴ τραυματίζονται ἢ νὰ ἀχρηστεύονται σκόπιμα. Ἡ βασικὴ δουλειὰ τοῦ διαιτητῆ εἶναι νὰ τιμωρεῖ τὴν παραμικρὴ τάση βιαιότητας καὶ νὰ ἐμποδίζει μὲ κάθε τρόπο τὴ μεταβολὴ τοῦ τελετουργικοῦ κυνηγιοῦ σὲ πραγματικὴ μάχη» (Μόρρις, ὅ.π., σελ. 28).
Ἐν τούτοις, ὁ Μόρρις καταλήγει στὴν ἄποψη ὅτι ἐν τέλει «ὑπάρχει ἕνα πολεμικὸ στοιχεῖο σὲ κάθε ποδοσφαιρικὴ συνάντηση», τὸ ὁποῖο συντελεῖ κι αὐτὸ στὴν συγκίνηση ποὺ προκαλεῖ τὸ συγκεκριμένο ἄθλημα. Πρέπει νὰ ἀναγνωριστεῖ ὅτι «στὸ τέλος τοῦ μὰτς ὑπάρχει ἕνας νικητὴς κι ἕνας νικημένος» καὶ ἡ ἰδιότητα αὐτὴ κρίνεται ἀπὸ τὴν διαφορὰ ποὺ ὑπάρχει ἀνάμεσα στὰ γκὸλ τῆς κάθε ὁμάδας. Ὡς ἐκ τούτου, παρότι «ἡ δομὴ τοῦ μὰτς καὶ ἡ στόχευση σὲ ἕνα ψευτοθήραμα βασίζονται στὴ διαδικασία τοῦ κυνηγιοῦ, τὸ τελικὸ ἀποτέλεσμα σχετίζεται μὲ τὸν συμβολισμὸ μίας μάχης» (Μόρρις, ὅ.π., σελ. 28).
Ἀλλὰ καὶ ὁ καθηγητὴς Φιλοσοφίας Σάιμον Κρίτσλεϋ (Simon Critchley) στὸ βιβλίο του «Τί σκεφτόμαστε, ὅταν σκεφτόμαστε τὸ ποδόσφαιρο» (μτφ.: Ἀντ. Καλοκύρης, ἔκδ. Πατάκη, Ἀθήνα 2019, σελ. 18), σημειώνει ὅτι: «Ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο μία ποδοσφαιρικὴ ὁμάδα προσπαθεῖ νὰ ἐλέγξει τὸν χῶρο παρουσιάζει σαφεῖς ἀναλογίες μὲ τὴν ἀστυνόμευση ἢ τὴ στρατιωτικοποίηση τοῦ χώρου, ἄσχετα ἂν γίνεται μὲ ὅρους ἐφόρμησης ἢ ὑποχώρησης, κατοχῆς ἢ πολιορκίας. Ἡ ποδοσφαιρικὴ ὁμάδα ὀφείλει νὰ εἶναι ὀργανωμένη, ὅπως ἕνα μικρὸ στράτευμα: μία συμπαγής, ἑνοποιημένη, κινητὴ καὶ ἐπιδέξια δύναμη, μὲ ξεκάθαρη ἱεραρχικὴ δομή. Ὅπως ἔχουν ἤδη πεῖ πολλοὶ ἄλλοι στὸ παρελθόν, τὸ ποδόσφαιρο ἀποτελεῖ συνέχεια τοῦ πολέμου μὲ ἄλλα μέσα, ὡστόσο τὰ μέσα τοῦ ποδοσφαίρου εἶναι σαφῶς φιλοπόλεμα: σκοπὸς εἶναι ἡ νίκη (καὶ ὁρισμένες φορὲς ἡ ἡρωικὴ ἧττα)».
Ὄντας, λοιπόν, ὁ ποδοσφαιρικὸς ἀγώνας προσομοίωση μίας πολεμικῆς μάχης, θὰ μποροῦσε κάποιος νὰ ἀξιοποιήσει τὶς περαιτέρω σκέψεις τοῦ Μόρρις καὶ νὰ ἐπιχειρηματολογήσει κατὰ τῆς ἄποψης ὅτι εἶναι ἀσύμβατη ἡ ταυτόχρονη διεξαγωγὴ τοῦ «Μουντιὰλ» μὲ τοὺς δύο κυριολεκτικοὺς πολέμους, ἰσχυριζόμενος ὅτι παίζοντας ἢ παρακολουθώντας κάποιος ποδόσφαιρο ἱκανοποιεῖ «τὰ διάφορα βίαια συναισθήματα [ποὺ] ἐκτονώνονται ἀκίνδυνα»: «Ὅλοι μας ὑποφέρουμε ἀπὸ ἄγχη στὴν καθημερινή μας ζωὴ καί […] τὰ κουβαλᾶμε μέσα μας μὲ τὴ μορφὴ καταπιεσμένης ὀργῆς. Ἡ ὀργὴ αὐτὴ μαζεύεται μέσα μας, περιμένοντας τὴν εὐκαιρία νὰ ἐκτονωθεῖ μὲ κάποιον τρόπο. Ἂν δὲν ἐμφανισθεῖ τέτοια εὐκαιρία, τότε ἡ ὀργὴ μπορεῖ νὰ στραφεῖ ἐναντίον μας, προκαλώντας μας ἀγχωτικὲς καταστάσεις, δημιουργώντας ἕλκη ἢ ὁδηγώντας –σὲ ἐξαιρετικὲς περιπτώσεις– ἀκόμη καὶ σὲ αὐτοκτονίες» (Μόρρις, ὅ.π., σελ. 29).
Ὡστόσο, σὲ αὐτὴν τὴν ἄποψη ὑπάρχει ἕνας κάθε ἄλλο παρὰ ἀμελητέος ἀντίλογος: Ἡ ἐκτόνωση τῶν ἐπιθετικῶν μας τάσεων ἐπιτυγχάνεται μόνο ὅταν νικήσει ἡ δική μας ὁμάδα. Ἀντιθέτως, «γιὰ τοὺς νικημένους θεατές, ἡ ὀργὴ ποὺ προκλήθηκε στὴ διάρκεια τοῦ μὰτς διατηρεῖται καὶ μετὰ τὸ σφύριγμα τῆς λήξης». Κι ἐνῶ ἡ ὀργὴ αὐτή, κατὰ κανόνα, ἔχει μικρὴ διάρκεια, σὲ κάποιες περιπτώσεις «καλλιεργεῖ τὴν ἀνάγκη τῆς ἐκδίκησης καὶ μπορεῖ νὰ σπρώξει ὁρισμένους ἐκρηκτικοὺς χαρακτῆρες σὲ πράξεις βίας, ξυλοδαρμοὺς καὶ βανδαλισμοὺς μετὰ τὸ μὰτς» (Μόρρις, ὅ.π., σελ. 30).
ΤΟ “ΜΑΤΣ” ΩΣ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΤΕΛΕΤΗ
Ὁ Μόρρις (ὅ.π., σελ. 33 ἑπ.) ἀναλύει καὶ ἕνα ἄλλον, ἰδιαιτέρως πειστικὸ παραλληλισμό: τὸ ποδοσφαιρικὸ μὰτς εἶναι συγκρίσιμο μὲ μία θρησκευτικὴ τελετή: «Πολλοὶ –ἄλλοι κοροϊδευτικά, ἄλλοι στὰ σοβαρὰ– ἔχουν παρομοιάσει τὸ ποδόσφαιρο μὲ θρησκεία καὶ ἔχουν περιγράψει τοὺς ποδοσφαιρόφιλους σὰν σύγχρονα ὑποκατάστατα τῶν θρησκόληπτων. Τὸ γρασίδι ποὺ ὑπάρχει στὰ ποδοσφαιρικὰ γήπεδα ἀναφέρεται συχνὰ σὰν “ἱερὸ γκαζόν” καὶ τὸ στάδιο ἀποκαλεῖται “ναός”. Οἱ ἄσοι “λατρεύονται” ἀπὸ τοὺς φανατικοὺς θαυμαστές τους καὶ ἀντιμετωπίζονται σὰν “μικροὶ θεοί”». Χαρακτηριστικὴ εἶναι τὸ προσωνύμιο «Θεὸς τῆς μπάλας» ποὺ εἶχε ἀποδοθεῖ στὸν Ντιέγκο Ἀρμάντο Μαραντόνα καί, πρὶν ἀπὸ αὐτόν, στὸν Πελέ, ἐνῶ στὸ πρόσφατο «Μουντιὰλ» ὡς ποδοσφαιρικὸς «θεὸς» λατρεύθηκε ὁ Λιονὲλ Μέσσι, ὁ ὁποῖος ἔδωσε τὴν «θεϊκὴ σκυτάλη» στὸν Λαμὶν Γιαμάλ.
Ἐπίσης, ὁ Μόρρις σημειώνει ὅτι στὸ ποδόσφαιρο ἐπιστρατεύονται «δεισιδαιμονίες καὶ μάγια» (βλ. καὶ Critchley, ὅ.π., σελ. 51), ἐνῶ «στὶς ἐξέδρες τὰ πλήθη τῶν ἀποκαλούμενων “χούλιγκανς” τραγουδᾶνε τραγούδια πού, παρὰ τὶς αἰσχρότητες ποὺ συχνὰ περιέχουν, θυμίζουν σὲ ὅλο τὸν κόσμο ὕμνους καὶ χορωδίες». Στὴν πραγματικότητα, μερικὰ ἀπὸ τὰ τραγούδια αὐτὰ εἶναι ὕμνοι ποὺ πάρθηκαν μέσα ἀπὸ ἐκκλησιαστικὰ βιβλία». Ἀλλὰ καὶ πέραν τῶν «ὕμνων» ποὺ ἀκούγονται ἀπὸ τὶς ἐξέδρες, εἶναι γνωστὸ ὅτι κάθε ποδοσφαιρικὴ ὁμάδα ἔχει καὶ τὸν δικό της ἀναγνωριστικὸ «ὕμνο»!
Ὅτι τὸ ποδόσφαιρο ὁμοιάζει μὲ θρησκεία προκύπτει καὶ ἀπὸ τὰ συνθήματα ποὺ χρησιμοποιοῦν οἱ λεγόμενοι «ὀπαδοὶ» τῶν ὁμάδων. Πασίγνωστο εἶναι π.χ. στὴν Ἑλλάδα τὸ σύνθημα τῶν ὀπαδῶν τοῦ Παναθηναϊκοῦ «ΠΑΟ, θρησκεία, θύρα 13». Δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι ἀκόμη καὶ ἡ μπάλα ἀποκαλεῖται «στρογγυλὴ θεά».
Ὁ Μόρρις (ὅ.π., σελ. 34) προσθέτει μία ἀκόμη σημαντικὴ θρησκευτικὴ διάσταση τῶν ποδοσφαιρικῶν ἐκδηλώσεων: «Γιὰ ἕνα μεγάλο μέρος τοῦ πληθυσμοῦ ἔχουν ἀντικαταστήσει τὶς ἐκκλησιαστικὲς λειτουργίες καὶ θρησκευτικὲς ἐκδηλώσεις τοῦ παρελθόντος. Καθὼς οἱ ἐκκλησίες πολλῶν δυτικῶν χωρῶν ἀδειάζουν ἐξαιτίας τῆς ἐξασθένισης τῆς θρησκευτικῆς πίστης, οἱ κοινότητες μεγάλων πόλεων χάνουν μία σημαντικὴ κοινωνικὴ ἐκδήλωση». Κι ἔτσι, ἀντὶ οἱ πιστοὶ νὰ πηγαίνουν τὶς Κυριακὲς στοὺς ἱεροὺς ναούς, γιὰ νὰ ἐκκλησιαστοῦν, πηγαίνουν στοὺς «ναοὺς τοῦ ποδοσφαίρου», γιὰ νὰ βγάλουν τὸ ἄχτι τους καὶ νὰ νιώσουν ἔντονα συναισθήματα.
Ἐπ’ αὐτοῦ γράφει ὁ Μόρρις: «Ἡ τακτικὴ συνάθροιση ἀτόμων κάθε Κυριακὴ πρωὶ ἦταν κάτι περισσότερο ἀπὸ θέμα ὁμαδικῆς προσευχῆς, ἦταν μία ἐκδήλωση ἐπιβεβαίωσης τῆς κοινοτικῆς ταυτότητας. Ἔδινε στοὺς ἐκκλησιαζομένους τὸ αἴσθημα ὅτι ἀνήκουν κάπου. Ἡ ἐκκλησιαστικὴ λειτουργία ἦταν ἕνα κοινωνικὸ ὅσο καὶ θεολογικὸ γεγονός. Τώρα ποὺ ξεπερνιέται, καὶ μὲ τὴν παρακμὴ τῶν κινηματογράφων, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν ἄνθηση τοῦ μεγάλου κοινωνικοῦ ἀπομονωτῆ, τῆς τηλεόρασης, ὁ κάτοικος τῆς ἀστικῆς περιοχῆς αἰσθάνεται ἐντονότερη τὴν ἀνάγκη γιὰ μεγάλες κοινοτικὲς συναθροίσεις, ὅπου μπορεῖ νὰ νιώσει σὰν μέλος μίας κοινοτικῆς ὁμάδας. Τὸ ποδοσφαιρικὸ μὰτς ἐπέζησε αὐτῶν τῶν ἀλλαγῶν καὶ τώρα ἀποκτᾶ ἕνα σημαντικότερο ρόλο σὰν μέσο ἐπίδειξης μίας τοπικῆς ἑνότητας».
Ὁ ἴδιος συγγραφέας κάνει καὶ ἕνα τελευταῖο, ἀλλὰ καθόλου ἐπουσιώδη παραλληλισμὸ τοῦ ποδοσφαίρου μὲ τὴν θρησκεία: «Οἱ πρῶτοι κομμουνιστὲς ἔβλεπαν τὴ θρησκεία σὰν “τὸ ὄπιο τοῦ λαοῦ” καὶ ὁρισμένοι σύγχρονοι σοσιαλιστὲς ἔχουν ἑρμηνεύσει μὲ ἀνάλογο τρόπο τὸ ποδόσφαιρο» (Μόρρις, ὅ.π., σελ. 35). Ἀλήθεια, πόσο σημαντικὸ εἶναι γιὰ τὴν ὑπερεθνικὴ ἐλὶτ νὰ μπορεῖ νὰ κρατᾶ ἀπασχολημένους μὲ ἕνα Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου τοὺς μαζανθρώπους, ποὺ ἐξ ὁρισμοῦ διψοῦν γιὰ «ἄρτον καὶ θεάματα» (panem et circenses), ὥστε τὸ παγκόσμιο διευθυντήριο, ὅσο οἱ λαοὶ περιέρχονται σὲ καθεστὼς «ποδοσφαιρικοῦ ὑπνωτισμοῦ», νὰ μπορεῖ ἀνενόχλητο νὰ προωθεῖ τὴν ἑκάστοτε μισάνθρωπη ἀτζέντα του!
Λαμβάνοντας ἀφορμὴ ἀπὸ τὴν θρησκευτικὴ διάσταση τοῦ ποδοσφαίρου καὶ μὲ δεδομένη τὴν γνώση ὅτι, ἤδη ἀπὸ τὰ μέσα περίπου τοῦ 20οῦ αἰώνα, προωθήθηκε ἀκόμη ἐντονότερα τὸ σχέδιο ἐγκαθίδρυσης μίας Παγκόσμιας Κυβέρνησης, ἡ ὁποία θὰ ἔχει ἕνα παγκόσμιο νόμισμα καὶ μία παγκόσμια θρησκεία, ἡ ἀνὰ τέσσερα χρόνια διοργάνωση τοῦ Παγκοσμίου Κυπέλλου Ποδοσφαίρου χρησιμεύει ἄριστα στὴν καλλιέργεια τοῦ ὑποσυνειδήτου τῶν ἀνθρώπων γιὰ τὴν ἀνάγκη ἀποδοχῆς αὐτῆς τῆς Παγκόσμιας Κυβέρνησης ποὺ προπαγανδίζεται ὡς τάχα ἡ μόνη ἱκανὴ νὰ λύσει τὰ μεγάλα προβλήματα τῆς ἀνθρωπότητας καὶ νὰ ἐπιβάλει τὴν παγκόσμια εἰρήνη, ἀσφαλῶς μὲ τὸ ὑψηλὸ τίμημα τῆς ἀπώλειας τῶν θεμελιωδῶν ἐλευθεριῶν τῶν πολιτῶν.
Ὄντας ἀπαραίτητο νὰ ὑπάρχει μία κατὰ κυριολεξίαν παγκόσμια θρησκεία, καθόλου δὲν βλάπτει νὰ ἀξιοποιεῖται σὲ συμβολικὸ ἐπίπεδο καὶ μία μεταφορικῶς νοούμενη «ποδοσφαιρικὴ θρησκεία», ἡ ὁποία προετοιμάζει τοὺς λαοὺς γιὰ τὴν ἕνωσή τους ὑπὸ τὴν ὀμπρέλλα (ὀρθότερα: τὴν μπότα) τοῦ Παγκόσμιου Κυβερνήτη-Δικτάτορα, ὁ ὁποῖος θὰ πρέπει νὰ λατρεύεται ἀπὸ ὅλους ὡς ἀναμφισβήτητος, ἀπόλυτος κοσμικὸς ἡγέτης τοῦ σύμπαντος κόσμου.
Κωνσταντῖνος Βαθιώτης
Νομικός




