Ψυχανάλυσις καὶ Ὀρθόδοξος Θεολογία – 2ον

Share:

Ἡ λακανικὴ ἐπιθυμία καὶ τὸ φυσικὸν θέλημα  κατὰ τὸν ἅγιον Μάξιμον τὸν Ὁμολογητήν

Τοῦ κ. Παύλου Κλιματσάκη, διδακτ. Φιλοσοφίας

 

2ον- Τελευταῖον

Λακὰν καὶ Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής

  Ὁ π. Ν. Λουδοβίκος ἐπιχειρεῖ νὰ συσχετίσει τὴ λακανικὴ ἐπιθυμία μὲ τὸ φυσικὸ θέλημα τοῦ ἁγίου Μαξίμου. Παραπέμπει στὴ μαξιμιανὴ διατύπωση τοῦ φυσικοῦ θελήματος ὡς «ἐφέσεως πλήρους ὀντότητος» καὶ φθάνει νὰ γράψει ὅτι, σὲ λακανικὴ ὁρολογία, τὸ φυσικὸ θέλημα εἶναι ἡ ἐπιθυμία (σ. 33).

Ἐδῶ ὅμως ἡ ὁμοιότητα εἶναι περισσότερο λεκτικὴ παρὰ οὐσιαστική.

Στὸν Λακὰν ἡ ἐπιθυμία γεννιέται ἀπὸ τὴν ἔλλειψη καὶ παραμένει ἀνεκπλήρωτη. Δὲν ὑπάρχει τελικὸ ἀντικείμενο ποὺ νὰ μπορεῖ νὰ τὴν ἀναπαύσει ὁριστικά. Ἀντίθετα, στὸν ἅγιο Μάξιμο τὸ φυσικὸ θέλημα δὲν εἶναι μία ἀτέρμονη κίνηση γύρω ἀπὸ μία ἀνυπέρβλητη ἀπουσία. Εἶναι «δύναμις τοῦ κατὰ φύσιν ὄντος ὀρεκτική», δηλαδὴ φυσικὴ κίνηση τῆς λογικῆς ὑπάρξεως πρὸς τὴν πλήρωσή της.

Καὶ αὐτὴ ἡ πλήρωση ἔχει συγκεκριμένο τέλος: τὸν Θεό.

Γι’ αὐτὸ δημιουργεῖται μία ἐμφανὴς ἀντίφαση ὅταν ὁ π. Νικόλαος χαρακτηρίζει τὸ φυσικὸ θέλημα «ἐπιθυμία χωρὶς ἀντικείμενο» καὶ λίγο ἀργότερα ἀναγνωρίζει ὅτι πρόκειται «στὴν πραγματικότητα» γιὰ τὴν ἐπιθυμία τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ (σσ. 34-35). Ἐφόσον τὸ ἀντικείμενο εἶναι ὁ Θεός, δὲν ἔχουμε ἐπιθυμία χωρὶς ἀντικείμενο. Καί, χριστιανικά, ἡ ἀνθρώπινη ἐπιθυμία δὲν εἶναι καταδικασμένη νὰ παραμένει αἰωνίως ἀνικανοποίητη. Ἔχει πραγματικὸ τέλος καὶ πραγματικὴ δυνατότητα πληρώσεως.

Ἡ διαφορὰ μπορεῖ ἑπομένως νὰ διατυπωθεῖ ἁπλᾶ:Στὸν Λακὰν ἔχουμε ἄπειρη ἐπιθυμία ἐπειδὴ, ἡ ἐπιθυμία δὲν ἐκπληρώνεται ποτέ. Στὸν Μάξιμο ἔχουμε ἐπιθυμία τοῦ Ἀπείρου, δηλαδὴ τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία μπορεῖ νὰ ἐκπληρωθεῖ.

Πρόκειται γιὰ δύο ριζικὰ διαφορετικὲς ἀνθρωπολογίες.

 Ὁμοούσιον καὶ περιχώρησις

   Ἀκόμη προβληματικότερη γίνεται ἡ σύγκριση, ὅταν ὁ π. Ν. Λουδοβίκος συνδέει τὴν ἐσωτερίκευση τῆς ἐπιθυμίας τοῦ Ἄλλου μὲ τὶς θεολογικὲς ἔννοιες τοῦ «ὁμοουσίου» καὶ τῆς «περιχωρήσεως» (σσ. 30-31).

Ἡ ἀναλογία αὐτὴ εἶναι ἀπαράδεκτη ἀπό πατερική ἄποψη. Ἡ περιχώρηση τῶν προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος δὲν προκύπτει ἀπὸ κάποια ἀμοιβαία ἐσωτερίκευση ἐπιθυμιῶν. Τὰ τρία θεῖα πρόσωπα ἔχουν μία κοινὴ θεία φύση καί, ἐπομένως, κοινὸ φυσικὸ θέλημα καὶ κοινὴ ἐνέργεια. Δὲν γίνονται ὁμοούσια μέσα ἀπὸ κάποια διαλογικὴ διαδικασία· εἶναι αἰωνίως ὁμοούσια.

Τὸ ἴδιο πρόβλημα ἐμφανίζεται, ὅταν ὁ συγγραφέας μιλᾶ γιὰ «ἐκπλήρωση τοῦ ὁμοουσίου στὴν κτίση» μέσῳ ἑνὸς διαλόγου τῶν ὄντων. Τὰ κτιστὰ ὄντα δὲν καλοῦνται νὰ γίνουν ὁμοούσια μέσῳ τοῦ διαλόγου. Εἶναι ἤδη ὁμοούσια κατὰ τὴν κοινή τους φύση. Ἐκεῖνο στὸ ὁποῖο καλεῖται ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἡ ἐκπλήρωση τοῦ λόγου τῆς ὑπάρξεώς του καὶ τελικὰ ἡ θέωση.

Ἑπομένως, ἡ λακανικὴ ἐσωτερίκευση τῆς ἐπιθυμίας τοῦ Ἄλλου δὲν μπορεῖ νὰ χρησιμοποιηθεῖ ὡς ψυχαναλυτικὸ ἀνάλογο τῆς τριαδικῆς περιχωρήσεως.

Φυσικὸν καὶ γνωμικὸν θέλημα

Ἡ οὐσιαστικὴ διαφορὰ μεταξὺ ὀρθόδοξης ἀνθρωπολογίας καὶ λακανικῆς ψυχανάλυσης γίνεται ἀκόμη σαφέστερη μέσα ἀπὸ τὴ διάκριση φυσικοῦ καὶ γνωμικοῦ θελήματος.

Τὸ φυσικὸ θέλημα εἶναι ἡ φυσικὴ κίνηση τῆς λογικῆς φύσεως πρὸς τὸ πραγματικὸ ἀγαθό. Ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὴ φύση του ἐπιθυμεῖ τὸ εἶναι, τὴ ζωὴ καὶ τελικὰ τὸν Θεό, στὸν ὁποῖο βρίσκεται ἡ πλήρωσή του.

Ἡ γνώμη καὶ ἡ προαίρεση, ἀντιθέτως, συνδέονται μὲ τὴν ἀναζήτηση καὶ τὴν ἐπιλογὴ τοῦ συγκεκριμένου τρόπου πραγματοποιήσεως τοῦ θελήματος. Στὴν πτωτικὴ κατάσταση ὁ νοῦς σκοτίζεται καὶ ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ στραφεῖ ὄχι πρὸς τὸ πραγματικὸ ἀγαθό, ἀλλὰ πρὸς αὐτὸ ποὺ τοῦ φαίνεται ἀγαθό. Ἔτσι γεννῶνται οἱ ἰδιαιτεροποιημένες καὶ ἐμπαθεῖς ἐπιθυμίες.

Ἐδῶ μπορεῖ πράγματι νὰ ἐμφανιστεῖ ἕνα ἐσωτερικὸ ρῆγμα στὸν ἄνθρωπο. Τὸ ρῆγμα ὅμως αὐτὸ δὲν ἀποτελεῖ τὴ φύση τοῦ ἀνθρώπου. Εἶναι πτωτικὴ κατάσταση καὶ ἑπομένως μπορεῖ νὰ θεραπευθεῖ.

Ἀκριβῶς ἐδῶ βρίσκεται ἡ ἀποφασιστικὴ διαφορὰ ἀπὸ τὸν Λακάν. Στὴ λακανικὴ θεωρία ἡ ἔλλειψη εἶναι συγκροτητικὴ τοῦ ὑποκειμένου. Ἂν ἐξαφανισθεῖ ἡ ἔλλειψη, καταρρέει καὶ ὁλόκληρη ἡ δομὴ τῆς ἐπιθυμίας. Στὴν ὀρθόδοξη ἀνθρωπολογία, ἀντιθέτως, ἡ διάσπαση μεταξὺ τοῦ φυσικοῦ προσανατολισμοῦ πρὸς τὸ ἀγαθὸ καὶ τῶν ἐμπαθῶν ἐπιλογῶν τοῦ ἀνθρώπου δὲν εἶναι ὀντολογικὴ ἀναγκαιότητα. Εἶναι κατάσταση ποὺ θεραπεύεται μὲ τὴν κάθαρση καὶ τὴν ἐπαναφορὰ τῆς ἀνθρώπινης κινήσεως στὸ κατὰ φύσιν.

Ὁ ἅγιος ἑπομένως δὲν γίνεται «πανάθρωπος», ἐπειδὴ ἐσωτερικεύει τὴν ἐπιθυμία τοῦ Ἄλλου. Γίνεται ἐπειδὴ ὑπερβαίνει τὴν ἰδιοτελῆ καὶ ἰδιαιτεροποιημένη χρήση τοῦ θελήματος καὶ κινεῖται κατὰ φύσιν πρὸς τὸν Θεό.

Συμπέρασμα

   Ἡ προσπάθεια τοῦ π. Ν. Λουδοβίκου νὰ δημιουργήσει μία γέφυρα μεταξὺ Λακὰν καὶ ἁγίου Μαξίμου στηρίζεται σὲ μία πραγματικὴ ἐξωτερικὴ ὁμοιότητα: καὶ οἱ δύο μιλοῦν γιὰ ἐπιθυμία, γιὰ κίνηση πέρα ἀπὸ τὸ ἄμεσο καὶ γιὰ μία ἀνθρώπινη κατάσταση ποὺ δὲν ἱκανοποιεῖται ἀπὸ τὰ ἐπιμέρους πεπερασμένα ἀντικείμενα.

Μέχρι ἐκεῖ ὅμως φθάνει ἡ ὁμοιότητα.

Στὸν Λακὰν ἡ ἐπιθυμία τρέφεται ἀπὸ μία ἔλλειψη, ἡ ὁποία δὲν μπορεῖ νὰ ἐξαλειφθεῖ. Τὸ ὑποκείμενο παραμένει διχασμένο καὶ ἡ ἐπιθυμία του δὲν φθάνει ποτὲ σὲ τελικὴ πλήρωση. Στὸν ἅγιο Μάξιμο, ἀντίθετα, τὸ φυσικὸ θέλημα δὲν εἶναι προϊόν ἐλλείψεως οὔτε καταδίκη σὲ ἀτέρμονη ἀναζήτηση. Εἶναι φυσικὴ κίνηση τῆς ὑπάρξεως πρὸς τὸ πραγματικὸ ἀγαθὸ καὶ τελικὰ πρὸς τὸν Θεό.

Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ μαξιμιανὴ «ἔφεσις πλήρους ὀντότητος» δὲν μπορεῖ νὰ ταυτιστεῖ μὲ τὸ λακανικὸ manque. Τὸ ἕνα περιγράφει τὸν φυσικὸ προσανατολισμὸ τῆς δημιουργημένης ὑπάρξεως πρὸς τὴν πλήρωσή της· τὸ ἄλλο μία ἔλλειψη ποὺ παραμένει συγκροτητικὴ καὶ ἀνυπέρβλητη.

Δὲν ἔχουμε λοιπὸν δύο διαφορετικὲς γλῶσσες ποὺ περιγράφουν κατὰ βάθος τὴν ἴδια πραγματικότητα. Ἔχουμε δύο διαφορετικὲς ἀνθρωπολογίες.

Ὁ Λακὰν θεμελιώνει τὸ ὑποκείμενο στὴν ἀνεκπλήρωτη ἔλλειψη. Ὁ ἅγιος Μάξιμος θεμελιώνει τὴν ἀνθρώπινη κίνηση στὴ φύση ποὺ δημιουργήθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ κινεῖται πρὸς Αὐτόν. Ἡ πρώτη ἐπιθυμία δὲν μπορεῖ νὰ ἀναπαυθεῖ· ἡ δεύτερη μπορεῖ πράγματι νὰ ἐκπληρωθεῖ. Καὶ ἡ ἀπόδειξη αὐτῆς τῆς ἐκπληρώσεως εἶναι ἡ ἴδια ἡ ὕπαρξη τῶν ἁγίων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.

 

Ψυχανάλυσις καὶ Ὀρθόδοξος Θεολογία – 1ον

Ψυχανάλυσις καὶ Ὀρθόδοξος Θεολογία

  Next Article

Τὸ «πρωτεῖον τοῦ Λόγου» καὶ ἡ εὐθύνη τῆς θεολογίας (Μέρος Β΄)