Ἡ λακανικὴ ἐπιθυμία καὶ τὸ φυσικὸν θέλημα κατὰ τὸν ἅγιον Μάξιμον τὸν Ὁμολογητήν
Τοῦ κ. Παύλου Κλιματσάκη, διδακτ. Φιλοσοφίας
1ον
Κριτικὴ παρουσίασις τοῦ πρώτου κεφαλαίου τοῦ βιβλίου τοῦ π. Νικολάου Λουδοβίκου, «Ψυχανάλυση καὶ Ὀρθόδοξη Θεολογία: Περὶ ἐπιθυμίας, καθολικότητας καὶ ἐσχατολογίας» (Ἀθήνα: Ἐκδόσεις Ἁρμός, 2006).
Τὸ προοίμιον
Στὸ προοίμιο τοῦ βιβλίου του Ψυχανάλυση καὶ Ὀρθόδοξη Θεολογία (2006), ὁ π. Νικόλαος Λουδοβίκος θέτει τὸ ἱστορικὸ καὶ μεθοδολογικὸ πλαίσιο τῆς ἔρευνάς του. Παρατηρεῖ ὅτι ἡ παλαιὰ σύγκρουση μεταξὺ ψυχαναλύσεως καὶ θεολογίας στὴ Δύση κατέληξε σὲ μία «ἥσυχη καὶ ἀδιάφορη συνύπαρξη», χωρὶς ὅμως νὰ ἔχει ἐπιλυθεῖ οὐσιαστικὰ (σ. 7). Ἀναγνωρίζει ὅτι ἡ κλασικὴ φροϋδικὴ ψυχανάλυση περιέχει μία «μεταψυχολογικὴ ἀθεΐα», ἀσύμβατη μὲ τὴ βιβλικὴ ἀνθρωπολογία, θεωρεῖ ὅμως ὅτι αὐτὸ δὲν δικαιολογεῖ τὴν ἄκριτη ἀπόρριψή της.
Στὸν ὀρθόδοξο χῶρο ἐπικρίνει δύο ἀντίθετες στάσεις: ἀφενὸς τὸν «φονταμενταλισμό», ὁ ὁποῖος ἀπορρίπτει συλλήβδην τὴν ψυχολογία ἐπικαλούμενος τὴν αὐτάρκεια τῆς πατερικῆς πνευματικότητας, καὶ ἀφετέρου τὸν ἄκριτο «ἐκσυγχρονισμό», ὁ ὁποῖος συγχέει τὴν πνευματικὴ ἀσθένεια μὲ τὴν ψυχικὴ ἀρρώστια (σσ. 8-9).
Ἡ πρόταση τοῦ συγγραφέα ὀργανώνεται γύρω ἀπὸ τὴν τριάδα Ἐπιθυμία – Καθολικότητα – Ἐσχατολογία. Οἱ ἔννοιες αὐτὲς παρουσιάζονται συγχρόνως ὡς θεολογικὲς κατηγορίες καὶ ὡς δυνατὲς «γέφυρες» πρὸς τὴν ψυχανάλυση. Σκοπὸς εἶναι μία «θεολογικὴ ὀντολογικὴ πλαισίωση» τῆς κριτικῆς ὑποδοχῆς τῆς ψυχανάλυσης (σ. 13).
Ἀπὸ τὸ νεωτερικὸν ὑποκείμενον εἰς τὸν Λακάν
Στὸ πρῶτο κείμενο, «Ἡ Ἐπιθυμία στὴν Ψυχανάλυση καὶ στὴ Θεολογία: Λακὰν καὶ Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής», ὁ π. Ν. Λουδοβίκος ἐπιχειρεῖ ἀρχικὰ μία σύντομη ἱστορία τοῦ νεωτερικοῦ ὑποκειμένου. Ξεκινᾶ ἀπὸ τὸν Καρτέσιο, περνᾶ ἀπὸ τὸν Locke καὶ τὸν Kant καὶ καταλήγει στὴ νεώτερη φιλοσοφία. Κατὰ τὴν ἑρμηνεία του, ἡ νεωτερικότητα μεταφέρει σταδιακὰ τὸ κέντρο τῆς ἀλήθειας καὶ τῆς ἠθικῆς στὸ μεμονωμένο ὑποκείμενο. Τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ἡ ἀνάπτυξη ἑνὸς ὁλοένα περισσότερο ἀπομονωμένου καὶ αὐτάρκους ἀτόμου.
Ἡ πορεία αὐτὴ καταλήγει στὸ «we-less I» τοῦ Norbert Elias, στὸ «ἐγὼ χωρὶς ἐμεῖς». Ὡς ἀπάντηση ἐμφανίζονται οἱ φιλοσοφίες τῆς δι-ὑποκειμενικότητας τῶν Husserl, Buber καὶ Levinas, οἱ ὁποῖες ἀναζητοῦν ἐκ νέου τὸν Ἄλλον. Ὁ Λουδοβίκος ὅμως θεωρεῖ ὅτι οὔτε αὐτὲς ἐπιλύουν πραγματικὰ τὸ πρόβλημα, διότι ὁ Ἄλλος ἐξακολουθεῖ νὰ χρησιμοποιεῖται γιὰ τὴ συγκρότηση τοῦ δικοῦ μου ὑποκειμένου.
Ἐδῶ χρειάζεται μία πρώτη κριτικὴ παρατήρηση. Ἡ νεωτερικὴ φιλοσοφία δὲν μπορεῖ νὰ περιγραφεῖ ἁπλῶς ὡς μία μακρὰ ἱστορία ἀπολυτοποιήσεως τοῦ ὑποκειμένου. Τὸ κύριο πρόβλημά της εἶναι πρωτίστως γνωσιολογικό: πῶς εἶναι δυνατὴ ἡ βέβαιη γνώση; Ὁ Καρτέσιος δὲν θεμελιώνει τελικὰ τὴ βεβαιότητα ἀποκλειστικὰ στὸ cogito, ἀλλὰ ἐπικαλεῖται τὸν ἀψευδῆ Θεό. Ὁ Kant χρειάζεται ἐπίσης τὸν Θεὸ ὡς αἴτημα τοῦ πρακτικοῦ λόγου, ἐνῶ ὁ γερμανικὸς Ἰδεαλισμὸς εἶναι φιλοσοφία τοῦ Ἀπολύτου καὶ ὄχι ἁπλῶς τοῦ ἀτομικοῦ ὑποκειμένου.
Ἑπομένως, ἡ ἱστορικὴ ἀφήγηση ποὺ ὁδηγεῖ γραμμικὰ ἀπὸ τὸν Καρτέσιο στὸν Λακὰν εἶναι ὑπερβολικὰ σχηματική. Ἡ μεγάλη ρήξη δὲν εἶναι ἁπλῶς ἡ ἀπομόνωση τοῦ ὑποκειμένου, ἀλλὰ ἡ σταδιακὴ ἀπώλεια τοῦ Θεοῦ ὡς θεμελίου τοῦ νοήματος καὶ τῆς γνώσεως.
Ἡ λακανικὴ ἐπιθυμία
Στὸν Λακὰν βρίσκεται τὸ κέντρο τοῦ ἐπιχειρήματος τοῦ π. Ν. Λουδοβίκου. Ἡ περίφημη φράση «ἡ ἐπιθυμία τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ ἐπιθυμία τοῦ Ἄλλου» σημαίνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος μαθαίνει νὰ ἐπιθυμεῖ μέσῳ τοῦ Ἄλλου καὶ ἀναζητεῖ ἀπὸ αὐτὸν τὴν ἀναγνώριση. Τὸ παιδὶ εἰσέρχεται στὸν ἀνθρώπινο κόσμο μέσα ἀπὸ τὴν ἐπιθυμία τοῦ Ἄλλου καὶ συγκροτεῖται ὡς ὑποκείμενο μέσα σὲ αὐτὸ τὸ πλέγμα σχέσεων.
Ὁ Λουδοβίκος φθάνει ἔτσι νὰ ὑποστηρίξει ὅτι εἶναι ἀδύνατο νὰ ὑπάρξει ὑποκείμενο χωρὶς τὸν Ἄλλον (σ. 28). Ἐδῶ ὅμως βρίσκεται ἕνα βασικὸ πρόβλημα. Ἡ ἀνάγκη ἀναγνωρίσεως ἀπὸ τὸν Ἄλλον δὲν συγκροτεῖ ὀντολογικὰ τὸ ἀνθρώπινο ὑποκείμενο. Προϋποθέτει ἤδη ἕνα ὑποκείμενο ποὺ γνωρίζει, ἐπιθυμεῖ καὶ σχετίζεται. Αὐτὸ ποὺ μπορεῖ νὰ συγκροτεῖται μέσα ἀπὸ τὴ σχέση εἶναι ἡ αὐτοσυνειδησία καὶ ἡ ἀναγνώριση τοῦ προσώπου, ὄχι ἡ ἴδια ἡ ὀντολογική του ὕπαρξη.
Ἰδιαίτερη σημασία ἔχει τὸ λακανικὸ objet petit a. Πρόκειται γιὰ τὴν αἰτία τῆς ἐπιθυμίας, γιὰ ἕνα ὑπόλειμμα μιᾶς χαμένης πληρότητας, τὸ ὁποῖο κρατᾶ τὴν ἐπιθυμία συνεχῶς ἐνεργή. Γι’ αὐτὸ καὶ στὸν Λακὰν ἡ ἐπιθυμία δὲν ὁδηγεῖται ποτὲ σὲ ὁριστικὴ πλήρωση. Ἡ ἔλλειψη δὲν εἶναι μία παθολογικὴ κατάσταση ποὺ πρέπει κάποτε νὰ θεραπευθεῖ· εἶναι συστατικὸ στοιχεῖο τοῦ ἴδιου τοῦ ὑποκειμένου.
Αὐτὸ εἶναι κρίσιμο γιὰ ὅσα ἀκολουθοῦν στό ἑπόμενο φύλλο.




