Τοῦ κ. Γρηγορίου Ψελλοῦ, καθ. Χημείας
Τὶς τελευταῖες δεκαετίες ἔχει ἀναπτυχθεῖ στὸν χῶρο τῆς Ὀρθοδόξου θεολογίας μία ἰδιαίτερη θεολογικὴ γλώσσα γύρω ἀπὸ τὶς ἔννοιες τοῦ προσώπου, τῆς ἐλευθερίας, τῆς ἀγάπης καὶ τῆς σχέσεως. Κεντρικοὶ ἐκπρόσωποι αὐτῆς τῆς θεολογικῆς κατευθύνσεως ὑπῆρξαν ὁ μακαριστὸς Μητροπολίτης Περγάμου Ἰωάννης Ζηζιούλας καὶ ὁ Χρῆστος Γιανναρᾶς. Ἡ σκέψη τους ἄσκησε μεγάλη ἐπιρροὴ στὴ σύγχρονη ὀρθόδοξη θεολογία καὶ ἰδίως στὴν ἐκκλησιολογία. Ἀκριβῶς γι᾿ αὐτὸν τὸν λόγο εἶναι ἀναγκαῖο νὰ ἐξετασθοῦν προσεκτικὰ οἱ θεολογικὲς προϋποθέσεις, πάνω στὶς ὁποῖες στηρίζεται ἡ συγκεκριμένη θεολογία καὶ κυρίως οἱ συνέπειες ποὺ μπορεῖ νὰ ἔχει ἡ μεταφορά της ἀπὸ τὴν Τριαδολογία στὴν Ἐκκλησιολογία.
Ὁ Θεὸς ὑπάρχει, ἐπειδὴ θέλει νὰ ὑπάρχη;
Ἕνα ἀπὸ τὰ κεντρικότερα σημεῖα τῆς θεολογίας τοῦ Ἰωάννου Ζηζιούλα εἶναι ἡ προσπάθειά του νὰ συνδέσει τὴν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν ἐλευθερία. Στὸ Lectures in Christian Dogmatics γράφει χαρακτηριστικὰ ὅτι τὸ ἄκτιστο εἶναι αὐτὸ ποὺ ὑπάρχει, ἐπειδὴ τὸ ἴδιο «ἀποφασίζει» νὰ ὑπάρχει. Δὲν ὑπάρχει, κατὰ τὴ διατύπωσή του, ἐπειδὴ ἡ φύση τὸ ὑποχρεώνει νὰ ὑπάρχει, ἀλλὰ ἐπειδὴ τὸ ἴδιο θέλει νὰ ὑπάρχει. Μάλιστα, ἐπιμένει ὅτι ὁ Θεὸς ὑπάρχει ἐλεύθερα, μόνο καὶ μόνο διότι ὁ ἴδιος θέλει νὰ ὑπάρχει. Πρόκειται γιὰ μία ἰδιαίτερα σημαντικὴ διατύπωση, διότι μεταφέρει τὸ ζήτημα τῆς θείας ὑπάρξεως στὸ πεδίο τῆς θελήσεως.
Παρόμοια γλώσσα συναντοῦμε καὶ στὸν Χρῆστο Γιανναρᾶ. Ὁ Γιανναρᾶς κάνει λόγο γιὰ «ἐλευθερία ὡς Αὐτοαιτία τῆς ὕπαρξης» καὶ γράφει χαρακτηριστικά: «Ὑπάρχει ὁ Πατήρ, ἐπειδὴ ἐλεύθερα θέλει νὰ ὑπάρχει, καὶ θέλει νὰ ὑπάρχει, ἐπειδὴ ἀγαπάει». Ἐδῶ ἡ ὕπαρξη συνδέεται ἄμεσα μὲ μία ἐλεύθερη προσωπικὴ θέληση. Ἡ ἐλευθερία δὲν παρουσιάζεται ἁπλῶς ὡς ἰδιότητα τοῦ ὑπάρχοντος Θεοῦ, ἀλλὰ ὡς ἐξηγητικὴ ἀρχὴ τοῦ ἴδιου τοῦ ὑπάρχειν.
Ἐδῶ ἀκριβῶς ἐντοπίζεται ἕνα θεμελιῶδες πρόβλημα. Ἄλλο πρᾶγμα εἶναι νὰ λέγουμε ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ἀπολύτως ἐλεύθερος καὶ ἄλλο νὰ λέγουμε ὅτι ὁ Θεὸς ὑπάρχει, ἐπειδὴ θέλει νὰ ὑπάρχει. Στὴ δεύτερη περίπτωση φαίνεται νὰ προϋποτίθεται λογικῶς ἕνας «θέλων», ὁ ὁποῖος ἀποφασίζει τὴν ὕπαρξή του. Ἀλλὰ γιὰ νὰ θέλει κάποιος, πρέπει ἤδη νὰ ὑπάρχει. Ἡ θέληση προϋποθέτει τὸν θέλοντα καὶ δὲν μπορεῖ νὰ λειτουργήσει ὡς αἰτία τῆς ὑπάρξεως τοῦ ἴδιου τοῦ θέλοντος.
Πρόσωπον καὶ θεία φύσις
Ἡ παραπάνω προβληματικὴ συνδέεται μὲ μία δεύτερη θεμελιώδη θέση τοῦ Ζηζιούλα: τὴν προτεραιότητα τοῦ προσώπου ἔναντι τῆς φύσεως. Στὸ Being as Communion ὑποστηρίζει ὅτι ἡ ἑνότητα τοῦ Θεοῦ δὲν πρέπει νὰ ἀναζητηθεῖ πρωτίστως στὴ μία θεία οὐσία, ἀλλὰ στὴν ὑπόσταση τοῦ Πατρός. Ὁ Πατὴρ εἶναι ἡ αἰτία τῆς γεννήσεως τοῦ Υἱοῦ καὶ τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ, ἑπομένως, ἡ ὀντολογικὴ ἀρχὴ ἀνάγεται στὸ πρόσωπο τοῦ Πατρός.
Ἡ μοναρχία τοῦ Πατρὸς ἀποτελεῖ βεβαίως θεμελιώδη πατερικὴ διδασκαλία. Ὁ Πατὴρ εἶναι ἀγέννητος, ὁ Υἱὸς γεννᾶται ἀϊδίως ἐκ τοῦ Πατρὸς καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἐκπορεύεται ἀϊδίως ἐκ τοῦ Πατρός. Ἰδιαίτερη σημασία ἔχει ἐδῶ καὶ ἡ πατερικὴ διατύπωση γιὰ τὸ «πῶς» τῆς πατρικῆς ἀγεννησίας: ὁ Πατὴρ ὑπάρχει «μήτ᾽ ἀφ᾽ ἑαυτοῦ μήτε ἐξ ἑτέρου». Ἡ διατύπωση αὐτὴ ἀποκλείει ἀκριβῶς τὴν ἔννοια τῆς αὐτοαιτίας. Ὁ Πατὴρ δὲν εἶναι αἴτιος τοῦ ἑαυτοῦ Του, οὔτε βεβαίως ἔχει τὴν αἰτία τῆς ὑπάρξεώς Του σὲ κάποιον ἄλλον. Εἶναι ἄναρχος καὶ ἀγέννητος. Ἑπομένως, ἡ πατρικὴ ἀγεννησία δὲν μπορεῖ νὰ ἑρμηνευθεῖ ὡς αὐτοπρόκληση τῆς ὑπάρξεως διὰ μιᾶς ἐλεύθερης θελήσεως. Ὁ Πατὴρ δὲν θέλει πρῶτα νὰ ὑπάρξει καὶ κατόπιν ὑπάρχει, οὔτε εἶναι «αὐτοαιτία» τῆς θείας Του ὑπάρξεως· ὑπάρχει ἀϊδίως καὶ ἀναιτίως ὡς ὁ ἀγέννητος Πατήρ.
Τὸ κρίσιμο ζήτημα, ἑπομένως, εἶναι ἂν ἀπὸ τὴν πατερικὴ διδασκαλία περὶ μοναρχίας τοῦ Πατρὸς μποροῦμε νὰ περάσουμε στὴν ἰδέα ὅτι ὁ Πατὴρ «κάνει» τὴ θεία οὐσία νὰ εἶναι αὐτὸ ποὺ εἶναι ἢ ὅτι ἡ θεία ὕπαρξη ἀποτελεῖ ἀποτέλεσμα προσωπικῆς ἐλευθερίας. Ἡ διάκριση εἶναι θεμελιώδης. Ὁ Πατὴρ εἶναι αἴτιος τοῦ Υἱοῦ κατὰ τὴ γέννηση καὶ τοῦ Πνεύματος κατὰ τὴν ἐκπόρευση. Δὲν εἶναι ὅμως αἴτιος τῆς θεότητός Του, οὔτε αἴτιος τοῦ ὅτι ὁ ἴδιος ὑπάρχει. Ἐὰν μεταφέρουμε τὴν αἰτιότητα στὸ ἴδιο τὸ ὑπάρχειν τοῦ Πατρός, τότε ἡ ἐλευθερία κινδυνεύει νὰ μετατραπεῖ ἀπὸ φυσικὴ ἰδιότητα τοῦ Θεοῦ σὲ αἰτία τῆς θείας ὑπάρξεως.
Ἡ ἀγάπη καὶ ἡ «ὀντολογία τῆς σχέσεως»
Ἡ ἴδια λογικὴ ἐπεκτείνεται στὴν ἔννοια τῆς ἀγάπης καὶ τῆς σχέσεως. Ὁ Ζηζιούλας γράφει ὅτι ἡ προσωπικὴ ταυτότητα μπορεῖ νὰ προκύψει μόνο ἀπὸ τὴν ἀγάπη ὡς ἐλευθερία καὶ ἀπὸ τὴν ἐλευθερία ὡς ἀγάπη. Ἀλλοῦ συνδέει τὴν ὑπόσταση, τὸ πρόσωπο, τὴν ἐλευθερία καὶ τὴ σχέση καὶ ἀναπτύσσει μία ὀντολογία τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ἐλευθερίας, ἡ ὁποία ἀντιπαρατίθεται στὴν ὀντολογικὴ προτεραιότητα τῆς φύσεως.
Ἡ θεολογικὴ δυσκολία εἶναι ὅτι ἡ σχέση προϋποθέτει τοὺς σχετιζομένους. Γιὰ νὰ ὑπάρχει σχέση Πατρὸς καὶ Υἱοῦ πρέπει νὰ ὑπάρχει ὁ Πατὴρ καὶ ὁ Υἱός. Ἡ σχέση δὲν μπορεῖ νὰ λειτουργήσει ὡς αὐθύπαρκτη πραγματικότητα ποὺ παράγει τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα σχετίζονται. Τὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ γιὰ τὴν ἀγάπη. Ἡ ἀγάπη δὲν εἶναι μία ἀπρόσωπη μεταφυσικὴ δύναμη ποὺ δημιουργεῖ τὸν Θεό. Ὁ Θεὸς ἀγαπᾷ, ἐπειδὴ εἶναι ὁ ζῶν Τριαδικὸς Θεός. Ἡ Ὀρθόδοξη θεολογία, ἑπομένως, δὲν ἔχει λόγο νὰ ἀντιπαραθέσει τὴ φύση στὸ πρόσωπο. Οὔτε ἡ φύση ὑπάρχει χωρὶς ὑπόσταση οὔτε ἡ ὑπόσταση χωρὶς φύση. Ὁ Πατὴρ δὲν εἶναι πρῶτα «πρόσωπο» καὶ κατόπιν Θεός. Εἶναι αἰωνίως Θεὸς Πατήρ.
Ἀπὸ τὴν Τριαδολογίαν εἰς τό πρωτεῖον
Τὸ ζήτημα δὲν παραμένει στὸ θεωρητικὸ ἐπίπεδο. Ἡ συγκεκριμένη τριαδολογικὴ σύλληψη μεταφέρεται ἀπὸ τὸν Ζηζιούλα καὶ στὴν ἐκκλησιολογία. Ὁ Πατὴρ παρουσιάζεται ὡς «ὁ εἷς» σὲ σχέση μὲ τοὺς «πολλούς». Κατ᾿ ἀναλογίαν, στὴν Ἐκκλησία ὑπάρχει ὁ πρῶτος, ὁ ὁποῖος ἐκφράζει τὴν ἑνότητα τῶν πολλῶν. Μέσα σὲ αὐτὸ τὸ πλαίσιο ἀποκτᾷ ἰδιαίτερη σημασία καὶ ὁ 34ος Ἀποστολικὸς Κανόνας. Τὸ πρωτεῖο δὲν ἐμφανίζεται πλέον ἁπλῶς ὡς ζήτημα κανονικῆς τάξεως, ἀλλὰ λαμβάνει δογματικὴ θεμελίωση. Ὁ Ζηζιούλας φθάνει νὰ συνδέει τὴ συνοδικότητα καὶ τὸ πρωτεῖο κατὰ τέτοιον τρόπο, ὥστε, ἐὰν ἡ πρώτη θεωρεῖται jure divino («κατὰ θεῖο δίκαιο»), νὰ θεωρεῖται καὶ τὸ δεύτερο jure divino («κατὰ θεῖο δίκαιο»).
Ἐδῶ ἀκριβῶς βρίσκεται ἡ σοβαρότερη συνέπεια αὐτῆς τῆς συλλογιστικῆς. Μία συγκεκριμένη ἑρμηνεία τῆς Ἁγίας Τριάδος μετατρέπεται σὲ πρότυπο ἐκκλησιαστικῆς δομῆς. Ἡ σχέση τοῦ Πατρὸς πρὸς τὸν Υἱὸ καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα χρησιμοποιεῖται κατ᾿ ἀναλογίαν, γιὰ νὰ ἐξηγηθεῖ ἡ σχέση τοῦ πρώτου πρὸς τοὺς ἄλλους ἐπισκόπους. Ὅμως ἡ μοναρχία τοῦ Πατρὸς δηλώνει τὸν τρόπο τῆς ἀϊδίου ὑπάρξεως τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Πνεύματος καὶ ὄχι κάποια ἐνδοτριαδικὴ διοικητικὴ ἐξουσία. Ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Πνεῦμα δὲν εἶναι κατώτεροι τοῦ Πατρός, ἀλλὰ ὁμοούσιοι καὶ ἴσοι κατὰ τὴ θεότητα.
Ἡ πατριαρχικὴ ἀντίληψις τοῦ πρωτείου καὶ ἡ συνοδικότης
Ἐδῶ ἀκριβῶς τίθεται καὶ ἕνα ἀπὸ τὰ σοβαρότερα ἐκκλησιολογικὰ προβλήματα τῆς συγχρόνου ἐποχῆς. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι συνοδική. Ὁ πρῶτος δὲν ὑπάρχει ἀνεξαρτήτως τῶν λοιπῶν ἐπισκόπων, οὔτε μπορεῖ νὰ μετατρέπεται σὲ αὐτοτελῆ πηγὴ ἐξουσίας πάνω ἀπὸ τὴ Σύνοδο. Ἡ κανονικὴ παράδοση γνωρίζει τάξη καὶ πρεσβεῖα μεταξύ τῶν θρόνων. Δὲν γνωρίζει ὅμως κάποιον ἐπίσκοπο ὡς ὀντολογικὴ ἀρχὴ τῆς Ἐκκλησίας κατ᾿ ἀναλογίαν πρὸς τὸν Πατέρα στὴν Ἁγία Τριάδα.
Ἰδιαίτερη σημασία ἔχει ἐδῶ ὁ Γ΄ Κανόνας τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὁ ὁποῖος ὁρίζει: «Τὸν μέν τοι Κωνσταντινουπόλεως ἐπίσκοπον ἔχειν τὰ πρεσβεῖα τῆς τιμῆς μετὰ τὸν τῆς Ῥώμης ἐπίσκοπον, διὰ τὸ εἶναι αὐτὴν νέαν Ῥώμην» (Σύνταγμα Ράλλη–Ποτλῆ, Β΄, σ. 173). Ἡ διατύπωση εἶναι σαφής: «πρεσβεῖα τῆς τιμῆς». Τὸ πρωτεῖο τοποθετεῖται μέσα στὴν κανονικὴ τάξη τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὄχι πάνω ἀπὸ αὐτήν.
Ἀπέναντι σὲ αὐτὴν τὴ διατύπωση παρουσιάζει ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον μία χαρακτηριστικὴ ρήση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου. Στὴν ὁμιλία του κατὰ τὸν Μέγα Ἑσπερινὸ τῶν ὀνομαστηρίων του, στὴν Ἱερὰ Μονὴ Ζωοδόχου Πηγῆς Βαλουκλῆ, στὶς 9 Ἰουνίου 2022, δήλωσε ὅτι «δὲν ὑπάρχει κενὸν γράμμα καὶ πρωτεῖον τιμῆς, ὡς νεόκοποι καὶ ληρολόγοι προσπαθοῦν ἐπ’ ἐσχάτων νὰ ὑποστηρίξουν». Ἡ φράση αὐτὴ εἶναι ἀποκαλυπτικὴ τῆς σύγχρονης πατριαρχικῆς ἀντιλήψεως περὶ πρωτείου. Ἡ ἔννοια τοῦ «πρωτείου τιμῆς» ἀπορρίπτεται ὡς ἀνεπαρκής, καὶ μάλιστα μὲ ἰδιαίτερα ὀξεῖς χαρακτηρισμοὺς γιὰ ὅσους τὴν ὑποστηρίζουν.
Τὸ πρόβλημα, λοιπόν, δὲν εἶναι ἡ ὕπαρξη πρώτου μέσα στὴν κανονικὴ τάξη τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ πρόβλημα ἀρχίζει, ὅταν ὁ πρῶτος παύει νὰ νοεῖται μέσα στὴ Σύνοδο καὶ ἀρχίζει νὰ παρουσιάζεται ὡς ἀναγκαία ἀρχὴ τῆς ἑνότητός της. Τότε ἀντιστρέφεται ἡ σχέση: ἀντὶ ὁ πρῶτος νὰ ὑπάρχει μέσα στὸ συνοδικὸ σῶμα, τὸ συνοδικὸ σῶμα κινδυνεύει νὰ θεωρηθεῖ ὅτι χρειάζεται τὸν πρῶτο, γιὰ νὰ συγκροτήσει τὴν ἑνότητά του. Ἐδῶ μπορεῖ νὰ γίνει λόγος γιὰ πραγματικὸ κίνδυνο πατριαρχικῆς καταλύσεως τῆς συνοδικότητας, ἐφόσον ἡ κανονικὴ πρωτιά μετατρέπεται βαθμιαῖα σὲ θεολογικῶς θεμελιωμένη ἐξουσία.
Ἡ σύνδεση μὲ τὴ θεολογία τοῦ Ζηζιούλα εἶναι στὸ σημεῖο αὐτὸ προφανής. Ἡ θεωρία τοῦ «ἑνὸς καὶ τῶν πολλῶν», ὅταν μεταφέρεται ἀπὸ τὴν Τριαδολογία στὴν Ἐκκλησιολογία, μπορεῖ νὰ προσφέρει τὸ θεολογικὸ ὑπόβαθρο γιὰ μία τέτοια ἀναβάθμιση τοῦ πρώτου. Ὅπως ὁ Πατὴρ παρουσιάζεται ὡς «ὁ εἷς» ἀπέναντι στὰ «πολλά», ἔτσι καὶ στὴν ἐκκλησιαστικὴ δομὴ ἀναζητεῖται ἕνας πρῶτος ποὺ ἐκφράζει καὶ συγκροτεῖ τὴν ἑνότητα τῶν πολλῶν. Τὸ πρωτεῖο ἔτσι κινδυνεύει νὰ παύσει νὰ εἶναι ζήτημα κανονικῆς τάξεως καὶ νὰ μεταβληθεῖ σὲ δογματικὴ ἀναγκαιότητα.
Ὁ Ζηζιούλας καὶ ἡ Σύνοδος τῆς Κρήτης
Ἡ σημασία αὐτῶν τῶν θέσεων γίνεται μεγαλύτερη, ἐπειδὴ ὁ Ἰωάννης Ζηζιούλας δὲν ὑπῆρξε ἁπλῶς ἕνας πανεπιστημιακὸς θεολόγος. Συνδέθηκε στενὰ μὲ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο καὶ διαδραμάτισε σημαντικὸ ρόλο στὶς διορθόδοξες καὶ οἰκουμενικὲς σχέσεις. Ὁ ἴδιος ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Βαρθολομαῖος τὸν χαρακτήρισε «στιβαρὸν θεολογικὸν βραχίονα» τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἐνῶ ἀναφέρθηκε καὶ στὴ συμβολή του στὴν προετοιμασία καὶ διεξαγωγὴ τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης.
Ἰδιαίτερη σημασία ἔχει ἡ ἀναφορὰ στὶς παρεμβάσεις τοῦ Ζηζιούλα κατὰ τὶς ἐργασίες τῆς Συνόδου καὶ στὸ ζήτημα τῆς χρησιμοποιήσεως τοῦ ὅρου «Ἐκκλησία» γιὰ τοὺς μὴ Ὀρθοδόξους. Αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι κάθε προσωπικὴ θεολογικὴ θέση τοῦ Ζηζιούλα μετατράπηκε αὐτομάτως σὲ συνοδικὴ διδασκαλία. Δείχνει ὅμως ὅτι ἡ θεολογία του δὲν παρέμεινε ἀπομονωμένη στὸ πανεπιστημιακὸ περιβάλλον, ἀλλὰ ἄσκησε πραγματικὴ ἐπιρροὴ στὶς σύγχρονες ἐκκλησιολογικὲς συζητήσεις. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἡ κριτικὴ ἐξέτασή της δὲν ἀποτελεῖ μία θεωρητικὴ πολυτέλεια.
Ἀπὸ τὴν θεολογικὴν θεωρίαν εἰς τὴν ἐκκλησιαστικὴν πρᾶξιν
Βλέπουμε, λοιπόν, ὅτι ὑπάρχει μία συγκεκριμένη ἀκολουθία. Ἀρχικὰ ἡ ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ συνδέεται μὲ τὴν προσωπικὴ ἐλευθερία. Στὴ συνέχεια τὸ πρόσωπο ἀποκτᾷ ὀντολογικὴ προτεραιότητα ἔναντι τῆς φύσεως. Ἔπειτα ἡ μοναρχία τοῦ Πατρὸς ἑρμηνεύεται μέσα ἀπὸ τὸ σχῆμα τοῦ «ἑνὸς καὶ τῶν πολλῶν». Καὶ τέλος αὐτὸ τὸ σχῆμα μεταφέρεται στὴν Ἐκκλησία, ὅπου ὁ πρῶτος ἀποκτᾷ μία θεολογικὴ λειτουργία ἀπέναντι στοὺς πολλούς. Τὸ ἐρώτημα ποὺ τίθεται εἶναι ἐὰν αὐτὴ ἡ πορεία ἀποτελεῖ πράγματι πιστὴ ἔκφραση τῆς πατερικῆς παραδόσεως ἢ ἐὰν πρόκειται γιὰ μία νεώτερη θεολογικὴ κατασκευή.
Ἡ ὀρθόδοξη συνοδικότητα δὲν χρειάζεται μία ὀντολογία τοῦ πρώτου γιὰ νὰ ὑπάρξει. Ὁ πρῶτος ἔχει θέση, τιμὴ καὶ κανονικὴ λειτουργία μέσα στὴ Σύνοδο, ἀλλὰ δὲν ἀποτελεῖ τὴν αἰτία τῆς ἐκκλησιαστικῆς ὑπάρξεως τῶν ἄλλων. Πολὺ περισσότερο δὲν μπορεῖ νὰ χρησιμοποιηθεῖ ἡ μοναρχία τοῦ Θεοῦ Πατρὸς, γιὰ νὰ θεμελιωθεῖ μία ἀνάλογη μοναρχία στὴν ἐκκλησιαστικὴ διοίκηση. Ἡ Ἁγία Τριὰς δὲν εἶναι διοικητικὸ μοντέλο.
Συμπέρασμα
Ἡ συζήτηση γύρω ἀπὸ τὴ θεολογία τοῦ Ζηζιούλα καὶ τοῦ Γιανναρᾶ δὲν πρέπει νὰ περιορίζεται σὲ συνθήματα οὔτε σὲ προσωπικὲς ἀντιπαραθέσεις. Τὰ κείμενά τους πρέπει νὰ διαβάζονται καὶ νὰ κρίνονται θεολογικά. Ὅταν γράφεται ὅτι ὁ Θεὸς ὑπάρχει, ἐπειδὴ θέλει νὰ ὑπάρχει, ὅτι ἡ ὕπαρξη ἀνάγεται στὴν προσωπικὴ ἐλευθερία, ὅτι ἡ σχέση καὶ ἡ ἀγάπη ἀποκτοῦν ὀντολογικὴ προτεραιότητα καὶ ὅτι ἡ τριαδικὴ μοναρχία μπορεῖ νὰ χρησιμοποιηθεῖ ἀναλογικὰ γιὰ τὴ θεμελίωση ἑνὸς ἐκκλησιαστικοῦ πρωτείου jure divino («κατὰ θεῖο δίκαιο»), τότε δὲν ἔχουμε μπροστά μας ἁπλῶς μία διαφορετικὴ θεολογικὴ ὁρολογία. Ἔχουμε μία συνολικὴ θεολογικὴ κατασκευή, οἱ συνέπειες τῆς ὁποίας φθάνουν ἀπὸ τὴν Τριαδολογία μέχρι τὴν Ἐκκλησιολογία καὶ τὴν ἴδια τὴ λειτουργία τῆς συνοδικότητας.
Γι᾿ αὐτὸ χρειάζεται ἐπιστροφὴ στὴν ἀκρίβεια τῆς πατερικῆς γλώσσας. Ὁ Πατὴρ εἶναι ἀγέννητος καὶ ἄναρχος, «μήτ᾽ ἀφ᾽ ἑαυτοῦ μήτε ἐξ ἑτέρου». Ὁ Υἱὸς γεννᾶται ἀϊδίως ἐκ τοῦ Πατρὸς καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἐκπορεύεται ἀϊδίως ἐκ τοῦ Πατρός. Ὁ Πατὴρ δὲν «ἀποφασίζει» νὰ γίνει Θεός, οὔτε ἡ θεία φύση εἶναι προϊόν προσωπικῆς θελήσεως. Καὶ ἡ Ἐκκλησία, ἀντιστοίχως, δὲν μπορεῖ νὰ νοεῖται ὡς ἀντανάκλαση κάποιας ἐνδοτριαδικῆς διοικητικῆς ἱεραρχίας. Ἡ πρωτιά βρίσκεται μέσα στὴ συνοδικότητα καὶ δὲν στέκεται πάνω ἀπὸ αὐτήν.
Ἡ μετατροπὴ τῶν «πρεσβείων τῆς τιμῆς» σὲ θεολογικῶς θεμελιωμένο πρωτεῖο ἐξουσίας δὲν εἶναι μία ἁπλὴ μεταβολὴ ὁρολογίας. Ἀγγίζει τὸν ἴδιο τὸν τρόπο, μὲ τὸν ὁποῖο κατανοοῦμε τὴν Ἐκκλησία. Καὶ γι᾿ αὐτὸ ἀκριβῶς ἡ συζήτηση γιὰ τὸ πρόσωπο, τὴν ἐλευθερία καὶ τὴν Τριάδα καταλήγει νὰ εἶναι συγχρόνως καὶ συζήτηση γιὰ τὸ ποῦ βρίσκεται ἡ ἐξουσία μέσα στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.




