Τοῦ κ. Παντελεήμονος Τομάζου ὑπ. Δ/ρος Δογματικῆς θεολογίας
Ἀπὸ ὀρθόδοξη ἄποψη, ἕνα ἀπὸ τὰ βασικότερα προβλήματα τῆς Θεολογίας τῆς Ἀπελευθερώσεως βρίσκεται στὸν τρόπο, μὲ τὸν ὁποῖο συνδέει τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν ἱστορικὴ καὶ κοινωνικὴ ἀπελευθέρωση. Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι μία ἰδανικὴ κοινωνικὴ κατάσταση ποὺ πραγματοποιεῖται σταδιακὰ μέσα στὴν ἱστορία, οὔτε τὸ ἀποτέλεσμα τῆς μεταβολῆς τῶν οἰκονομικῶν καὶ πολιτικῶν δομῶν. Εἶναι ἡ ἄκτιστη θεία Βασιλεία, ἡ ἴδια ἡ ἄκτιστη δόξα καὶ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία δὲν παράγεται ἀπὸ τὴν ἱστορικὴ ἐξέλιξη καὶ δὲν ἀποτελεῖ προϊόν ἀνθρώπινης πράξεως. Εἶναι ἄχρονη καὶ αἰώνια. Δὲν εἶναι ἡ ἱστορία ποὺ ἐξελίσσεται μέχρι νὰ μεταμορφωθεῖ σὲ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ· ἀντιθέτως, ἡ ἄκτιστη Βασιλεία εἰσέρχεται στὴν ἱστορία καὶ ἁρπάζει μέσα της τοὺς ἀξίους, καθιστώντας τους μετόχους τῆς θείας ζωῆς.
Χαρακτηριστικὸ παράδειγμα εἶναι ἡ Μεταμόρφωση τοῦ Χριστοῦ. Οἱ μαθητὲς δὲν δημιούργησαν οὔτε πραγματοποίησαν ἱστορικὰ τὴ Βασιλεία. Ἀξιώθηκαν νὰ μετάσχουν καὶ νὰ θεωρήσουν, κατὰ τὸ μέτρο τῆς δεκτικότητάς τους, τὴν ἄκτιστη δόξα τοῦ Χριστοῦ. Ἑπομένως, ἡ Βασιλεία δὲν εἶναι κάτι ποὺ οἰκοδομεῖται ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο μέσα στὴν ἱστορία, ἀλλὰ μία ἄκτιστη πραγματικότητα, στὴν ὁποία ὁ ἄνθρωπος εἰσάγεται κατὰ χάριν.
Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ ὀρθόδοξη ἐσχατολογία δὲν μπορεῖ νὰ ταυτίσει τὴν πρόοδο τῆς ἱστορίας μὲ τὴν ἔλευση τῆς Βασιλείας. Μία δικαιότερη κοινωνία εἶναι ἀσφαλῶς ἐπιθυμητὴ καὶ ἡ μέριμνα γιὰ τὸν πτωχὸ ἀποτελεῖ ἀναπόσπαστο στοιχεῖο τῆς χριστιανικῆς ζωῆς. Ὡστόσο, ἀκόμη καὶ ἡ δικαιότερη κοινωνικὴ ὀργάνωση παραμένει κτιστὴ καὶ ἱστορικὴ πραγματικότητα. Τὸ κτιστὸ δὲν ἐξελίσσεται σὲ ἄκτιστο. Ἡ Βασιλεία δὲν ἀποτελεῖ τὴν τελικὴ ἐπιτυχία ἑνὸς κοινωνικοῦ προγράμματος, ἀλλὰ τὴ μετοχὴ τοῦ ἀνθρώπου στὴν ἄκτιστη θεία ζωή.
Ἀνάλογη προσοχὴ χρειάζεται καὶ ἀπέναντι στὴν ἔννοια τῆς λεγόμενης «δομικῆς ἁμαρτίας». Ἀπὸ ὀρθόδοξη ἄποψη, ἡ ἁμαρτία ἔχει προσωπικὸ χαρακτῆρα. Μία οἰκονομική, πολιτικὴ ἢ κοινωνικὴ δομὴ δὲν διαθέτει καρδιά, ἐλευθερία, θέληση καὶ προσωπικὴ εὐθύνη, ὥστε νὰ ἁμαρτήσει. Αὐτὸ ἀσφαλῶς δὲν σημαίνει ὅτι δὲν ὑπάρχουν ἄδικες κοινωνικὲς καταστάσεις ἢ θεσμοὶ ποὺ διαιωνίζουν τὴν ἀδικία. Ὑπάρχουν ὅμως, ἐπειδὴ πολλὰ πρόσωπα ἁμαρτάνουν, καὶ οἱ προσωπικὲς αὐτὲς ἁμαρτίες ἀποκτοῦν κοινωνικὲς συνέπειες καὶ μποροῦν νὰ παγιωθοῦν σὲ θεσμούς, νοοτροπίες καὶ πρακτικές.
Ἡ πλεονεξία, ἡ φιλαργυρία, ἡ φιλαρχία, ἡ ἀδικία, τὸ μῖσος καὶ ἡ ἐκμετάλλευση γεννῶνται στὴν ἀνθρώπινη καρδιὰ καὶ ἀπὸ ἐκεῖ εἰσέρχονται στὴν κοινωνία. Ἑπομένως, δὲν εἶναι ἡ ἀπρόσωπη «δομὴ» ποὺ ἁμαρτάνει· εἶναι τὰ ἀνθρώπινα πρόσωπα ποὺ δημιουργοῦν, συντηροῦν καὶ χρησιμοποιοῦν ἄδικες δομές. Ἡ κοινωνικὴ ἀδικία εἶναι πραγματική, ἀλλὰ ἡ ρίζα της βρίσκεται στὰ πάθη καὶ στὶς προσωπικὲς ἁμαρτίες τῶν ἀνθρώπων.
Γι’ αὐτὸ ἡ ὀρθόδοξη θεραπεία τοῦ κοινωνικοῦ κακοῦ ἀρχίζει ἀπὸ τὴ μετάνοια καὶ τὴν κάθαρση τῆς καρδιᾶς. Αὐτὸ δὲν σημαίνει κοινωνικὴ ἀδιαφορία. Τὸ ἀντίθετο. Ἐκεῖνος ποὺ θεραπεύεται ἀπὸ τὴ φιλαργυρία δὲν ἐκμεταλλεύεται τὸν ἐργαζόμενο. Ἐκεῖνος ποὺ θεραπεύεται ἀπὸ τὴ φιλαυτία μπορεῖ πραγματικὰ νὰ ἀγαπήσει τὸν πλησίον. Ἐκεῖνος ποὺ ἐλευθερώνεται ἀπὸ τὴ φιλοδοξία δὲν χρησιμοποιεῖ τὴν ἐξουσία, γιὰ νὰ καταπιέσει. Ἡ προσωπικὴ θεραπεία ἔχει ἀναπόφευκτα κοινωνικὲς συνέπειες. Ἡ Ὀρθοδοξία ὅμως δὲν ἀναζητεῖ τὴν πρωταρχικὴ πηγὴ τοῦ κακοῦ σὲ ἕνα οἰκονομικὸ ἢ κοινωνικὸ σύστημα, ἀλλὰ στὴν καρδιὰ τοῦ πεπτωκότος ἀνθρώπου.
Στὸ σημεῖο αὐτὸ χρειάζεται ἐπίσης προσοχὴ στὴν ἀντιπαράθεση μεταξὺ ὀρθοδοξίας καὶ ὀρθοπραξίας. Γιὰ τὴν ὀρθόδοξη παράδοση δὲν πρόκειται γιὰ δύο ἀνεξάρτητες πραγματικότητες ποὺ πρέπει ἐκ τῶν ὑστέρων νὰ συνδεθοῦν. Ἡ ἀληθινὴ Ὀρθοδοξία ἐμπεριέχει ἀναγκαστικὰ τὴν ὀρθοπραξία. Ἡ ὀρθὴ πίστη δὲν εἶναι μία ἀφηρημένη ἰδεολογικὴ ἀποδοχὴ δογματικῶν προτάσεων, ἀλλὰ συγκεκριμένος τρόπος ὑπάρξεως καὶ ζωῆς μέσα στὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Ἐὰν κάποιος ὁμολογεῖ ὀρθὰ, ἀλλὰ δὲν ζεῖ σύμφωνα μὲ ὅσα ὁμολογεῖ, αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι πρέπει νὰ προσθέσουμε στὴν Ὀρθοδοξία μία ἀνεξάρτητη «ὀρθοπραξία». Σημαίνει ὅτι ὁ ἴδιος δὲν πραγματώνει στὴ ζωή του τὴν πίστη, τὴν ὁποία ὁμολογεῖ.
Αὐτὸ γίνεται ἀκόμη σαφέστερο, ἐὰν ἐξετάσουμε τὴν πατερικὴ ἔννοια τῆς θεωρίας. Ἡ Θεολογία τῆς Ἀπελευθερώσεως συχνὰ ἀντιπαραθέτει τὴ θεωρία πρὸς τὴν πράξη καὶ ζητεῖ τὴ μετάβαση ἀπὸ μία ἀφηρημένη θεωρητικὴ θεολογία σὲ μία ἀπελευθερωτικὴ πράξη. Ὅμως μία τέτοια ἀντίθεση δὲν μπορεῖ νὰ μεταφερθεῖ αὐτούσια στὴν Ὀρθοδοξία. Στὴν ὀρθόδοξη πατερικὴ παράδοση θεωρία δὲν σημαίνει τὸ ἰδεατό, τὴν ἀφηρημένη σκέψη ἢ μία διανοητικὴ κατασκευὴ ἀποκομμένη ἀπὸ τὴν πραγματικότητα. Θεωρία σημαίνει πρωτίστως ὅραση, θέα τοῦ Θεοῦ καί, στὴν κορύφωσή της, θεωρία καὶ μετοχὴ τῆς ἀκτίστου θείας δόξης.
Καὶ ἀκριβῶς γι’ αὐτὸ ἡ θεωρία προϋποθέτει τὴν πράξη. Ὁ ἄνθρωπος δὲν φθάνει στὴ θεωρία τοῦ Θεοῦ μέσῳ μιᾶς ἀφηρημένης διανοητικῆς διαδικασίας. Προηγοῦνται ἡ πίστις, ἡ μετάνοια, ἡ τήρηση τῶν θείων ἐντολῶν, ἡ ἄσκηση καὶ ἡ κάθαρση τῆς καρδιᾶς ἀπὸ τὰ πάθη. Ἡ πράξη, λοιπόν, δὲν ἀποτελεῖ τὸ ἀντίθετο τῆς θεωρίας· ἀποτελεῖ τὴν ἀναγκαία προϋπόθεσή της. Καὶ ἡ θεωρία, ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, δὲν εἶναι φυγὴ ἀπὸ τὴν πραγματικότητα, ἀλλὰ ἡ κατὰ χάριν ὅραση καὶ μετοχὴ τοῦ ἀνθρώπου στὴν ἄκτιστη ἐνέργεια καὶ δόξα τοῦ Θεοῦ.
Ἑπομένως, στὴν Ὀρθοδοξία δὲν ὑπάρχει μία σχάση μεταξὺ θεωρίας καὶ πράξεως, ἰδεατοῦ καὶ πραγματικοῦ, ὀρθοδοξίας καὶ ὀρθοπραξίας. Ἡ πατερικὴ πορεία εἶναι ὀργανική: πίστη – τήρηση τῶν ἐντολῶν – πράξη – κάθαρση – θεωρία. Ἡ πράξη ὁδηγεῖ στὴ θεωρία, ἐνῶ ἡ ἀληθινὴ θεωρία ἐκφράζεται ἀναπόφευκτα καὶ στὸν τρόπο ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου. Δὲν χρειάζεται, λοιπόν, νὰ ἀντικαταστήσουμε μία δῆθεν «θεωρητικὴ Ὀρθοδοξία» μὲ μία «πρακτικὴ Ὀρθοδοξία», διότι αὐτὴ ἡ ἀντίθεση εἶναι ξένη πρὸς τὴν ἴδια τὴν πατερικὴ σημασία τῶν ὅρων.
Ἕνα ἀκόμη σοβαρὸ ζήτημα ἀφορᾷ τὴν προσπάθεια θεμελιώσεως ἑνὸς συγκεκριμένου κοινωνικοῦ προτύπου στὶς ἀΐδιες σχέσεις τῶν Προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος. Στὴ Θεολογία τῆς Ἀπελευθερώσεως, καὶ ἰδιαίτερα στὴ θεολογία τοῦ Leonardo Boff, τὴν ὁποία θὰ ἐξετάσουμε σὲ ἑπόμενο κείμενο, ἡ τριαδικὴ κοινωνία χρησιμοποιεῖται ὡς πρότυπο γιὰ τὴν ἀνθρώπινη κοινωνία. Ἡ ἀμοιβαιότητα, ἡ κοινωνία καὶ ἡ ἰσότητα τῶν θείων Προσώπων προβάλλονται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο ὡς θεολογικὸ θεμέλιο μιᾶς κοινωνίας ἀπαλλαγμένης ἀπὸ σχέσεις κυριαρχίας καὶ καταπιέσεως.
Μία τέτοια μεταφορὰ ὅμως εἶναι προβληματικὴ ἐξ ἐπόψεως ὀρθοδόξου θεολογίας. Ἡ ἀνθρώπινη κοινωνία δὲν μπορεῖ νὰ εἰκονίζει τὶς ἀΐδιες τριαδικὲς σχέσεις. Ἡ σχέση Πατρός, Υἱοῦ καὶ Ἁγίου Πνεύματος δὲν ἀποτελεῖ κοινωνιολογικὸ μοντέλο, τὸ ὁποῖο μπορεῖ νὰ μεταφερθεῖ στὴν πολιτικὴ ἢ κοινωνικὴ ὀργάνωση. Ἡ Ἁγία Τριάδα δὲν εἶναι μία κοινωνία τριῶν ἀνθρώπινων ὑποκειμένων, ἀπὸ τὴν ὁποία μποροῦμε νὰ συναγάγουμε ἀρχὲς κοινωνικῆς ὀργανώσεως. Πρόκειται γιὰ τὸ ἄκτιστο μυστήριο τοῦ ἑνὸς Θεοῦ, γιὰ τὶς ἀΐδιες ὑποστατικὲς σχέσεις τῶν τριῶν θείων Προσώπων, οἱ ὁποῖες δὲν μποροῦν νὰ μετατραποῦν σὲ πολιτικὲς ἢ κοινωνιολογικὲς κατηγορίες.
Ἐδῶ ἀκριβῶς πρέπει νὰ διαφυλαχθεῖ ἡ ριζικὴ διάκριση κτιστοῦ καὶ ἀκτίστου. Οἱ ἀΐδιες σχέσεις τῶν θείων Προσώπων ἀνήκουν στὸ ἄκτιστο μυστήριο τῆς θείας ζωῆς, ἐνῶ ἡ ἀνθρώπινη κοινωνία ἀνήκει στὴν κτιστὴ τάξη. Ἐὰν μεταφέρουμε ἀπευθείας τὶς ἐνδοτριαδικὲς σχέσεις στὴν κοινωνικὴ πραγματικότητα, κινδυνεύουμε νὰ μετατρέψουμε τὴν τριαδολογία σὲ κοινωνικὴ θεωρία καὶ νὰ ἀντιμετωπίσουμε τὸ μυστήριο τῆς Ἁγίας Τριάδος ὡς πρότυπο πολιτικῆς ὀργανώσεως.
Αὐτὸ βεβαίως δὲν σημαίνει ὅτι ἡ χριστιανικὴ πίστη δὲν θεμελιώνει τὴν ἀγάπη, τὴν ἀλληλεγγύη καὶ τὴ φροντίδα πρὸς τὸν πλησίον. Τὸ θεμέλιο ὅμως τῆς χριστιανικῆς ἀλληλεγγύης δὲν πρέπει νὰ ἀναζητηθεῖ σὲ μία κοινωνιολογικὴ μίμηση τῶν ἀΐδιων τριαδικῶν σχέσεων, ἀλλὰ στὴν κοινὴ ἀνθρώπινη φύση, τὴν ὁποία προσέλαβε ὁ Χριστός. Ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, μὲ τὴν Ἐνανθρώπηση, προσέλαβε τὴν κοινὴ ἀνθρώπινη φύση. Ἡ χριστιανικὴ ἀγάπη πρὸς κάθε ἄνθρωπο θεμελιώνεται, συνεπῶς, στὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Χριστὸς προσέλαβε τὴ φύση ποὺ εἶναι κοινὴ σὲ ὅλους μας.
Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν πτωχό, τὸν πάσχοντα καὶ τὸν ἀδικημένο δὲν χρειάζεται νὰ θεμελιωθεῖ σὲ μία κοινωνικὴ ἢ πολιτικὴ ἀνάγνωση τῆς Ἁγίας Τριάδος. Θεμελιώνεται χριστολογικὰ καὶ ἀνθρωπολογικά. Ὁ πλησίον εἶναι ὁμόφυλος, μέτοχος τῆς αὐτῆς ἀνθρώπινης φύσεως, τῆς φύσεως τὴν ὁποία ὁ Χριστὸς προσέλαβε, ἁγίασε καὶ θέωσε στὴ δική Του ὑπόσταση. Ἡ Ἐνανθρώπηση, ἑπομένως, παρέχει τὸ πραγματικὸ χριστολογικὸ θεμέλιο γιὰ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ἀλληλεγγύη, χωρὶς νὰ χρειάζεται νὰ μετατρέψουμε τὶς ἀΐδιες σχέσεις Πατρός, Υἱοῦ καὶ Ἁγίου Πνεύματος σὲ πρότυπο κοινωνικῆς ὀργανώσεως.
Ἐδῶ βρίσκεται καὶ ἕνα γενικότερο πρόβλημα: δὲν μποροῦν νὰ μεταφέρονται αὐτούσια θεολογικὰ σχήματα τοῦ δυτικοῦ χώρου στὸν ὀρθόδοξο καὶ κατόπιν νὰ χρησιμοποιοῦνται ὡς κριτήρια γιὰ τὴν ἑρμηνεία τῆς ὀρθόδοξης παραδόσεως. Ἡ Θεολογία τῆς Ἀπελευθερώσεως γεννήθηκε μέσα σὲ πολὺ συγκεκριμένες ἱστορικές, κοινωνικὲς καὶ θεολογικὲς συνθῆκες, κυρίως στὴ Λατινικὴ Ἀμερική. Τὰ ἐρωτήματα στὰ ὁποῖα ἀπάντησε, ἡ κοινωνικὴ ἀνάλυση ποὺ χρησιμοποίησε καὶ ἀκόμη καὶ ἡ ἴδια ἡ ἔνταση μεταξὺ θεωρίας καὶ πράξεως διαμορφώθηκαν μέσα σὲ ἕνα συγκεκριμένο δυτικὸ θεολογικὸ καὶ κοινωνικοπολιτικὸ περιβάλλον.
Ἡ Ὀρθοδοξία ὅμως διαθέτει τὴ δική της ἀνθρωπολογία, ἀσκητική, ἐκκλησιολογία καὶ ἐσχατολογία. Διαθέτει κυρίως τὴ θεμελιώδη διάκριση κτιστοῦ καὶ ἀκτίστου καὶ τὴν ἐμπειρία τῆς θεώσεως ὡς πραγματικῆς κατὰ χάριν μετοχῆς στὶς ἄκτιστες θεῖες ἐνέργειες. Ἑπομένως, ἀκόμη καὶ ὅταν ἡ ὀρθόδοξη θεολογία ἀντιμετωπίζει ἀπολύτως πρα-γματικὰ προβλήματα —τὴ πτώχεια, τὴν ἐκμετάλλευση, τὴν ἀδικία καὶ τὸν κοινωνικὸ ἀποκλεισμό— ὀφείλει νὰ τὰ ἀντιμετωπίζει μέσα ἀπὸ τὶς δικές της θεολογικὲς καὶ πατερικὲς προϋποθέσεις καὶ ὄχι υἱοθετώντας αὐτούσιο ἕνα θεολογικὸ μοντέλο ποὺ γεννήθηκε σὲ διαφορετικὸ ἐκκλησιαστικὸ καὶ ἱστορικὸ περιβάλλον.
Ἡ οὐσιαστικὴ διαφορὰ μπορεῖ ἑπομένως νὰ συνοψισθεῖ ὡς ἑξῆς: ἡ τελικὴ ἀπελευθέρωση τοῦ ἀνθρώπου γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία δὲν εἶναι ἡ κατασκευὴ μιᾶς ἰδανικῆς κοινωνίας μέσα στὴν ἱστορία, ἀλλὰ ἡ θεραπεία τοῦ ἀνθρώπινου προσώπου καὶ ἡ κατὰ χάριν μετοχή του στὴν ἄκτιστη ζωὴ καὶ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἡ Βασιλεία δὲν εἶναι τὸ τέρμα τῆς κοινωνικῆς ἐξελίξεως· εἶναι ἄκτιστη καὶ ἄχρονη. Ἡ ἁμαρτία δὲν γεννιέται πρωτίστως στὶς δομές· γεννιέται στὴν ἀνθρώπινη καρδιὰ καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἀποκτᾷ κοινωνικὲς συνέπειες. Ἡ ὀρθόδοξη θεωρία δὲν ἀποτελεῖ φυγὴ ἀπὸ τὴν πράξη· εἶναι ἡ θέα τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία προϋποθέτει πίστη, τήρηση τῶν ἐντολῶν, πράξη καὶ κάθαρση. Καὶ τέλος, ὅπως ἡ ἄκτιστη Βασιλεία δὲν μετατρέπεται σὲ ἱστορικὸ κοινωνικὸ πρόγραμμα, ἔτσι καὶ ἡ ἄκτιστη τριαδικὴ ζωὴ δὲν μετατρέπεται σὲ κοινωνιολογικὸ μοντέλο. Ἡ ἀγάπη καὶ ἡ ἀλληλεγγύη πρὸς τὸν πλησίον θεμελιώνονται χριστολογικὰ στὴν κοινὴ ἀνθρώπινη φύση ποὺ προσέλαβε ὁ Χριστός. Ἀπὸ τὴ θεραπεία καὶ τὴ μεταμόρφωση τοῦ ἀνθρώπου ἀπορρέουν ὀργανικὰ ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν πτωχό, ἡ δικαιοσύνη, ἡ ἐλεημοσύνη καὶ ἡ πραγματικὴ φροντίδα γιὰ τὸν πλησίον.




