Τοῦ κ. Δημητρίου Λογοθέτου, θεολόγου
Ἡ ἀποξένωση τῆς νέας γενιᾶς ἀπὸ τὴν ζωὴ καὶ τὸ μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας δὲν συνιστᾶ οὔτε τυχαῖο ἱστορικὸ ἀτύχημα οὔτε μιὰ αὐθόρμητη, «φυσικὴ» ἐξέλιξη τῶν κοινωνικῶν ἠθῶν. Ἂν παρατηρήσει κανεὶς τὴν ἑλληνικὴ πραγματικότητα τῶν τελευταίων πέντε δεκαετιῶν μὲ νηφάλιο θεολογικὸ βλέμμα καὶ ἱστορικὴ ἀκρίβεια, θὰ διακρίνει ἕνα μεθοδικό, διαρκὲς καὶ βαθειὰ ἐνορχηστρωμένο σχέδιο ἀποϊεροποίησης. Ἕνα σχέδιο ποὺ τέθηκε σὲ ἐφαρμογὴ ἀμέσως μετὰ τὴ Μεταπολίτευση καὶ εἶχε ὡς ἀπώτερο σκοπὸ τὴν προοδευτικὴ ἀποκοπὴ τοῦ κοινωνικοῦ ἱστοῦ ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἐμπειρία καὶ παράδοση.
Στὸ ὄνομα ἑνὸς ἐπιφανειακοῦ εὐρωπαϊκοῦ ἐκσυγχρονισμοῦ, μιᾶς κακῶς ἐννοούμενης ἐκκοσμίκευσης καὶ ἑνὸς ἄκριτου δικαιωματισμοῦ, τὸ ἑλληνικὸ κράτος καὶ οἱ ἑκάστοτε πολιτικὲς ἐλὶτ ἐπιδόθηκαν σὲ μιὰ συστηματικὴ ἀποδόμηση τῶν ἁρμῶν ποὺ κρατοῦσαν συνδεδεμένο τὸν λαὸ μὲ τὴν λατρευτικὴ πράξη. Tὸ ἐγχείρημα αὐτὸ δὲν ὑπῆρξε πάντοτε μετωπικό· ἀντιθέτως, ὑπῆρξε ὑπόγειο, σταδιακὸ καί, δυστυχῶς, ἐξαιρετικὰ ἀποτελεσματικό. Ξεκίνησε ἀπὸ τὴν νομικὴ κατοχύρωση θεσμῶν ποὺ παρουσιάστηκαν ὡς «ἁπλὲς ἐναλλακτικὲς ἐπιλογές», γιὰ νὰ καταλήξει σήμερα στὴν σχεδὸν πλήρη περιθωριοποίηση τῆς ὀρθόδοξης αὐτοσυνειδησίας.
Tὸ πρῶτο μεγάλο πλῆγμα στὸν παραδοσιακὸ τρόπο ζωῆς ἦλθε στὶς ἀρχὲς τῆς δεκαετίας τοῦ 1980 μὲ τὴν θεσμοθέτηση τοῦ πολιτικοῦ γάμου καὶ τοῦ λεγόμενου αὐτόματου διαζυγίου. Ἐκείνη ἡ νομοθετικὴ παρέμβαση ἦταν ἡ πρώτη ἐπίσημη δήλωση τῆς Πολιτείας ὅτι ἡ συζυγία παύει νὰ νοεῖται ὡς «μυστήριον μέγα ἐν Χριστῷ καὶ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν», παύει νὰ ἀποτελεῖ εἰκονισμὸ τῆς ἀγαπητικῆς ἑνότητας τοῦ Χριστοῦ μὲ τὴν νύμφη Του Ἐκκλησία, καὶ ὑποβιβάζεται σὲ μιὰ διμερῆ σύμβαση ἀστικοῦ δικαίου. Μὲ τὸ αὐτόματο διαζύγιο, ἡ ἔννοια τῆς ὑπομονῆς, τοῦ πνευματικοῦ ἀγώνα, τῆς συγχώρησης καὶ τῆς συντριβῆς τοῦ ἐγωισμοῦ ἀντικαταστάθηκε ἀπὸ τὴν εὐκολία τῆς μονομεροῦς διάλυσης, καλλιεργώντας τὴν ψευδαίσθηση ὅτι οἱ ἀνθρώπινες σχέσεις εἶναι ἀναλώσιμες.
Ἡ συνέχεια ὑπῆρξε ἀπολύτως συνεπὴς πρὸς αὐτὴ τὴν κατεύθυνση:
- Tὸ σύμφωνο συμβίωσης: Ἀκολούθησε ἡ εἰσαγωγή του, τὸ ὁποῖο σταδιακὰ ἐξισώθηκε πλήρως μὲ τὸν γάμο, ἀποδομώντας ἀκόμη περισσότερο τὴν ἱερότητα τῆς οἰκογενειακῆς ἑστίας. Ἡ οἰκογένεια ἔπαψε νὰ προβάλεται ὡς κατ᾿ οἶκον ἐκκλησία, ὡς ἕνα πνευματικὸ ἐργαστήριο σωτηρίας καὶ ἄσκησης, καὶ μετατράπηκε σὲ ἕνα σχῆμα νομικῶν καὶ περιουσιακῶν διευθετήσεων.
- Ἡ νομοθέτηση τοῦ γάμου τῶν ὁμοφύλων: Ἀποτέλεσε τὴν κορύφωση αὐτῆς τῆς διαδρομῆς. Ἡ ἀρχέγονη διάκριση «ἄρσεν καὶ θῆλυ ἐποίησεν αὐτούς», ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὸν πυρήνα τῆς δημιουργίας καὶ τῆς συμπληρωματικότητας τοῦ ἀνθρώπου κατὰ τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, τέθηκε ὑπὸ διαγραφή. Ἡ Πολιτεία δίδαξε ἔμπρακτα στὶς νέες γενιὲς ὅτι ἡ ἀνθρώπινη φύση δὲν φέρει καμία ἱερότητα, ὅτι τὸ σῶμα δὲν εἶναι ναὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀλλὰ ἕνα ἄμορφο ὑλικὸ ποὺ πλάθεται κατὰ τὸ δοκοῦν ἀπὸ τὶς ἀτομικὲς ἐπιθυμίες καὶ τὶς ἑκάστοτε κοινοβουλευτικὲς πλειοψηφίες.
Ἡ πρόσφατη περίοδος τῆς ὑγειονομικῆς κρίσης τοῦ κορωνοϊοῦ ἀποκάλυψε τὸ βάθος τῆς ἀπαξίωσης μὲ τὴν ὁποία ἀντιμετωπίζεται πλέον τὸ θεῖο ἀπὸ τὴν πολιτικὴ καὶ πνευματικὴ ἡγεσία. Ἡ στάση τοῦ κράτους ἀπέναντι στὴν Ἐκκλησία κατὰ τὴν διάρκεια ἐκείνων τῶν ἐτῶν ὑπῆρξε πρωτοφανὴς στὰ μεταπολεμικὰ χρονικά.
Οἱ ἱεροὶ ναοὶ ἔκλεισαν μὲ μιὰ πρωτοφανῆ εὐκολία καὶ αὐστηρότητα, ἐνῷ ἡ τέλεση τῶν Ἱερῶν Ἀκολουθιῶν καὶ τῆς Θείας Εὐχαριστίας ἀντιμετωπίστηκε ὡς δραστηριότητα «ὑψηλοῦ κινδύνου». Ἡ Ἐκκλησία, στὰ μάτια τῶν κρατικῶν λειτουργῶν καὶ τῶν μέσων μαζικῆς ἐνημέρωσης, ἐξισώθηκε αὐθαίρετα μὲ κοσμικοὺς χώρους συνάθροισης, ὅπως τὰ ἐμπορικὰ κέντρα, τὰ θέατρα καὶ τὰ καταστήματα ἑστίασης.
Tὸ πιὸ τραγικὸ σημεῖο αὐτῆς τῆς περιόδου ὑπῆρξε ἡ εὐθεῖα, δημόσια ἀμφισβήτηση τοῦ Μυστηρίου τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Πολιτικοὶ παράγοντες καὶ εἰδήμονες τόλμησαν νὰ ψιθυρίσουν ἢ καὶ νὰ δηλώσουν εὐθαρσῶς ὅτι τὸ ἴδιο τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ, ἡ ἴδια ἡ Κοινωνία τῆς Ἀφθαρσίας, θὰ μποροῦσε νὰ ἀποτελέσει ἑστία μετάδοσης ἀσθενειῶν. Ἡ ὑποτίμηση τοῦ θείου ἔφτασε στὸ ἀποκορύφωμά της. Ἀντὶ οἱ πιστοὶ νὰ ἐνθαρρυνθοῦν νὰ καταφύγουν στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ Χριστοῦ, γιὰ νὰ λάβουν παρηγοριὰ καὶ θάρρος ἀπέναντι στὴν ἀπειλὴ τοῦ θανάτου, καλλιεργήθηκε συστηματικὰ ἕνα πνεῦμα τρόμου καὶ καχυποψίας.
Οἱ νέοι εἶδαν νὰ σφραγίζονται οἱ ναοί, εἶδαν τὴν ἀστυνομία νὰ ἐπιτηρεῖ τὶς εἰσόδους τῶν ἐκκλησιῶν καὶ ἄκουσαν τοὺς ταγοὺς τῆς κοινωνίας νὰ τοὺς λένε ὅτι ἡ προσευχὴ καὶ τὰ μυστήρια εἶναι δευτερεύουσας σημασίας, ἂν ὄχι ἐπικίνδυνα. Tὸ μήνυμα χαράχθηκε βαθειὰ στὴ συνείδησή τους: ὁ Θεὸς δὲν εἶναι παντοδύναμος, ἡ χάρη Του ὑποχωρεῖ μπροστὰ στὴ βιολογικὴ φθορά, καὶ ἡ Ἐκκλησία δὲν ἀποτελεῖ τὸ ἐργαστήριο τῆς αἰωνιότητας, ἀλλὰ ἕνα ἀναλώσιμο πολιτιστικὸ ἀπολίθωμα ποὺ μπορεῖ νὰ ἀνασταλεῖ μὲ μιὰ ὑπουργικὴ ἀπόφαση.
Σὲ αὐτὸ τὸ ἤδη ναρκοθετημένο τοπίο, ἔρχεται σήμερα νὰ προστεθεῖ μιὰ νέα, ἀκόμη πιὸ ὕπουλη μόδα, ἡ ὁποία πλήττει τὰ ἴδια τὰ θεμέλια τῆς εἰσόδου τοῦ ἀνθρώπου στὸν κόσμο. Πρόκειται γιὰ τὴν ἀποκοπὴ τοῦ νεογέννητου παιδιοῦ ἀπὸ τὴν εὐλογία τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴν μετατροπὴ τῆς ὀνοματοδοσίας σὲ μιὰ ἀπογυμνωμένη, γραφειοκρατικὴ διαδικασία.
Ἀπὸ τοὺς πρώτους χριστιανικοὺς αἰῶνες, ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀγκάλιαζε τὸ παιδὶ ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ τῆς ἐξόδου του ἀπὸ τὴν μήτρα. Tὸ Εὐχολόγιο τῆς Ἐκκλησίας μας μαρτυρεῖ μὲ ἀδιάψευστο τρόπο αὐτὴ τὴν τρυφερὴ καὶ ἁγιαστικὴ φροντίδα. Στὴν ἐκκλησιαστικὴ παράδοση, ἡ ὀνοματοδοσία εἶναι μιὰ ἱερὴ πράξη. Tὸ ὄνομα δίνεται τὴν ὀγδόη ἡμέρα ἀπὸ τὸν ἱερέα. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο, τὸ νέο πλάσμα ἀφιερώνεται στὸν Θεό, συνδέεται μὲ ἕνα συγκεκριμένο Ἅγιο προστάτη καὶ ἐντάσσεται ὀργανικὰ σὲ μιὰ πνευματικὴ οἰκογένεια, ποὺ ὑπερβαίνει τὰ ὅρια τῆς βιολογίας καὶ τοῦ χρόνου.
Ἡ ὀνοματοδοσία ὅμως σήμερα τείνει καὶ αὐτὴ νὰ ἀποσυνδεθεῖ ἀπὸ τὸ ἱερό της περιεχόμενο καὶ νὰ μετατραπεῖ σὲ μιὰ στεγνή, ἠλεκτρονικὴ ἢ γραφειοκρατικὴ πράξη ἐνώπιον ἑνὸς ληξιάρχου ἢ μιᾶς ψηφιακῆς πλατφόρμας. Οἱ γονεῖς καλοῦνται νὰ δώσουν ὄνομα στὸ παιδί τους συμπληρώνοντας ἕνα ψηφιακὸ ἔντυπο, ὑπογράφοντας ἕνα ἔγγραφο καὶ λαμβάνοντας ἕναν ἀριθμὸ πρωτοκόλλου.
Tὸ παιδὶ δὲν ὑποδέχεται πλέον ἡ κοινότητα τῆς ἀγάπης, δὲν ἀκούγονται οἱ εὐχὲς τῆς Ἐκκλησίας ποὺ ἐπικαλοῦνται τὸ ἔλεος καὶ τὴ σκέπη τοῦ Κυρίου. Tὸ παιδὶ εἰσέρχεται στὴν κοινωνία ὄχι ὡς μοναδικὴ ψυχὴ προορισμένη γιὰ τὴ θέωση, ἀλλὰ ὡς μιὰ νέα μονάδα καταγραφῆς γιὰ τὸ φορολογικὸ καὶ ἀσφαλιστικὸ σύστημα τοῦ κράτους. Πρόκειται γιὰ μιὰ πράξη πνευματικοῦ ἀκρωτηριασμοῦ ποὺ στερεῖ ἀπὸ τὸ ξεκίνημα τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης τὴν θεία χάρη καὶ τὴ ζεστασιὰ τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας.
Γιὰ νὰ κατανοήσουμε τὸ μέγεθος τῆς καταστροφῆς ποὺ συντελεῖται, εἶναι ἀπαραίτητο νὰ ἀνατρέξουμε στὴν ὀρθόδοξη θεολογία. Στὴν ὀρθόδοξη διδασκαλία, ὁ ἄνθρωπος εἶναι καί πρόσωπο.
Ἡ λέξη «πρόσωπο» ἐτυμολογεῖται ἀπὸ τὸ πρὸς καὶ τὴν ὦπα (ὄψη, μάτι). Σημαίνει αὐτὸν ποὺ ἔχει τὰ μάτια του στραμμένα πρὸς κάποιον ἄλλον, αὐτὸν ποὺ ὑπάρχει μόνο σὲ σχέση, σὲ κοινωνία ἀγάπης. Ὁ ἄνθρωπος πλάστηκε κατ᾿ εἰκόνα καὶ καθ᾿ ὁμοίωσιν τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος δὲν εἶναι μιὰ ἀφηρημένη φιλοσοφικὴ οὐσία, ἀλλὰ κοινωνία τριῶν Προσώπων — τοῦ Πατρός, τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος — ἑνωμένων ἐν ἀγάπῃ.
Ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας ὁ ἄνθρωπος ἀναγνωρίζεται ὡς ἀνεπανάληπτος, ἀποκτᾶ ἐσχατολογικὴ προοπτικὴ καὶ ἐλευθερώνεται ἀπὸ τὸν ἀτομικισμό, διότι μαθαίνει νὰ ἀγαπᾶ, νὰ θυσιάζεται, νὰ συνυπάρχει καὶ νὰ συγχωρεῖ, βιώνοντας τὴν ἀληθινὴ ἐλευθερία, ποὺ πηγάζει ἀπὸ τὴν αὐθυπέρβαση.
Ἀντιθέτως, ὁ σύγχρονος ἐκκοσμικευμένος καὶ ἀνθρωποκεντρικὸς πολιτισμὸς ἀλλοτριώνει αὐτὸ τὸ θεανθρώπινο μεγαλεῖο. Ὅταν ἡ ὕπαρξη ἀποκοπεῖ ἀπὸ τὴν πηγή της, τὸν Θεό, ἐγκλωβίζεται στὸν ἐγωκεντρισμό, στὸν φόβο καὶ στὸν ἀλληλοσπαραγμό. Ἀπογυμνωμένος ἀπὸ τὸ θεῖο του κάλλος καὶ τὴν αἰωνιότητα, ὁ ἄνθρωπος ἐκπίπτει τελικὰ σὲ ἕνα χρηστικὸ ἀντικείμενο καὶ σὲ ἕνα ἁπλὸ ἀριθμό.
Ὅταν ὁ Χριστὸς ἐξοβελίζεται ἀπὸ τὴν κοινωνία, ἀπὸ τὴ γέννηση, τὸν γάμο, τὴν ἀσθένεια καὶ τὸν θάνατο, ὁ ἄνθρωπος χάνει τὴν ὀντολογική του βάση. Χωρὶς τὴν θεία εἰκόνα, ποιά εἶναι ἡ ἀξία τοῦ ἀνθρώπου; Ἡ ἀπάντηση τῆς σύγχρονης ὑλιστικῆς ἐποχῆς εἶναι κυνική: ἡ ἀξία τοῦ ἀνθρώπου μετρᾶται ἀποκλειστικὰ μὲ οἰκονομικούς, παραγωγικοὺς καὶ βιομετρικοὺς δεῖκτες.
Παρατηροῦμε σήμερα μὲ τρόμο τὴν πλήρη ἐπαλήθευση αὐτῆς τῆς πνευματικῆς ἔκπτωσης:
- Οἱ νέοι μας μεγαλώνουν μέσα σὲ ἕνα ψηφιακὸ λαβύρινθο, ὅπου ἡ ἀξία τους καθορίζεται ἀπὸ τοὺς ἀλγορίθμους τῶν κοινωνικῶν δικτύων, ἀπὸ τὸν ἀριθμὸ τῶν «ἀκολούθων» (followers), τῶν ἀντιδράσεων καὶ τῶν προβολῶν.
- Στὴν καθημερινὴ ζωή, ὁ πολίτης εἶναι πλέον ἕνας ἀριθμὸς φορολογικοῦ μητρώου (ΑΦΜ), ἕνας ἀριθμὸς κοινωνικῆς ἀσφάλισης (ΑΜΚΑ), ἕνας προσωπικὸς ἀριθμὸς ταυτοποίησης, ἕνα σύνολο ψηφιακῶν δεδομένων ἀποθηκευμένων σὲ κάποιον ἀπομακρυσμένο διακομιστή.
Ὁ ἄνθρωπος-ἀριθμὸς εἶναι εὔκολα διαχειρίσιμος, χειραγωγήσιμος καὶ ἀναλώσιμος. Ὅταν παύει νὰ εἶναι παραγωγικός, ὅταν γερνᾶ ἢ ἀσθενεῖ, παύει νὰ ἔχει χρησιμότητα γιὰ τὸ σύστημα. Χωρὶς τὸν Χριστό, ὁ κόσμος ἐπιστρέφει στὴν ἀρχαία εἰδωλολατρικὴ βαρβαρότητα, ὅπου ἡ ἀξία τῆς ζωῆς ἐξαρτιόταν ἀπὸ τὴ δύναμη καὶ τὴ χρησιμότητα τοῦ καθενός.
Οἱ νέοι ἄνθρωποι βιώνουν αὐτὴ τὴν ἀπανθρωπιὰ μὲ τρόπο ὀδυνηρό, ἀκόμη κι ἂν δὲν μποροῦν πάντα νὰ κατονομάσουν τὴν αἰτία. Ἡ τρομακτικὴ αὔξηση τῆς μοναξιᾶς, ἡ κατάθλιψη, οἱ κρίσεις πανικοῦ, ἡ ἐπιθετικότητα καὶ ἡ ἀπόγνωση ποὺ θερίζουν τὴ νεολαία στὶς μέρες μας δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἡ κραυγὴ ἀγωνίας τοῦ προσώπου ποὺ ἀσφυκτιᾶ μέσα στὴν φυλακὴ τοῦ ἀριθμοῦ. Τοὺς ὑποσχέθηκαν ἀπόλυτη ἐλευθερία, τοὺς ἔπεισαν νὰ ἀπορρίψουν τὸν «σκοταδισμὸ» τῆς Ἐκκλησίας, καὶ τελικὰ τοὺς παρέδωσαν στὴν πιὸ στυγνή, ψυχρὴ καὶ ἀπρόσωπη μηχανὴ ποὺ γνώρισε ποτὲ ἡ ἀνθρωπότητα.
Ἡ τραγωδία τῆς ἀπομάκρυνσης ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία δὲν μπορεῖ νὰ θεραπευτεῖ μὲ ἠθικολογίες, οὔτε μὲ συντηρητικὲς νοσταλγίες ἑνὸς ἐξιδανικευμένου παρελθόντος. Ἡ ἀπάντηση τῆς θεολογίας ἀπέναντι σὲ αὐτὴ τὴν μεθοδικὴ διάβρωση ὀφείλει νὰ εἶναι προφητική.
Δυστυχῶς, ἡ ἐπίσημη ἱεραρχία ἀκόμα δὲν ἔχει κατανοήσει τὴν τρικλοποδιὰ ποὺ τῆς ἔχει βάλει ἡ Πολιτεία, ἀκόμα κι ἂν ἔχει φάει μέχρι τώρα τὰ μοῦτρα της κατ᾿ ἐπανάληψη. Εἴδομεν, εὐχόμαστε καὶ προσευχόμαστε νὰ ἀνοίξουν καὶ πάλι τὰ ὄμματα τῆς διανοίας τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, γιατὶ ὁ Χριστὸς δὲν χάνεται οὔτε χάνει· αὐτοὶ θὰ χάσουν τὸν Παράδεισο.




