Ἁγία Τριὰς καὶ Δημιουργία κατὰ τὸν Θωμᾶν Ἀκινάτην -Β΄ Μέρος

Share:

Τοῦ κ. Εὐλαλίου Θωμαΐδη, Θεολόγου

Μέρος Β΄

 Ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ στὴν κτίση [1]. Σύμφωνα μὲ τὸ Θωμᾶ Ἀκινάτη, ὁ Θεὸς εἶναι παρὼν στὴν κτίση μὲ δύο τρόπους, τὸν κοινὸ καὶ τὸν ἰδιαίτερο ἢ ξεχωριστό. Ὁ κοινὸς τρόπος ὑποδιαιρεῖται σὲ παρουσία κατ’ οὐσίαν, κατὰ παρουσίαν καὶ κατὰ δύναμιν. Τὸ κατ’ οὐσίαν λέγεται σὲ ἀντιδιαστολὴ μὲ κάποιες ἀραβικὲς φιλοσοφικὲς πεποιθήσεις, οἱ ὁποῖες ὑποστήριζαν ὅτι ὁ Θεὸς δημιουργεῖ μόνο τὶς δευτερεύουσες ποιητικὲς αἰτίες, ἤτοι τοὺς ἀγγέλους ἢ τοὺς οὐράνιους νόες ποὺ κινοῦν τὰ ἄστρα, καὶ ὄχι ὅλο τὸ σύμπαν. Ὁ Θεός, λοιπόν, εἶναι παρὼν στὸν κτιστὸ κόσμο ὡς ποιητικὴ αἰτιότητα, πρᾶγμα ποὺ σημαίνει ὅτι τὸν δημιούργησε ὁλάκερο ἄνευ τῆς συνδρομῆς ὁποιουδήποτε ἄλλου δευτερεύοντος αἰτίου. Ἡ θεότητα δρᾶ ἄμεσα καὶ ἡ δημιουργική της πρόνοια, ἡ ὁποία ταυτίζεται μὲ τὴν οὐσία της, ἐκτείνεται παντοῦ. Ὁ δεύτερος κοινὸς τρόπος παρουσίας τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ κατὰ τὴν παρουσία, πρᾶγμα ποὺ σημαίνει ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι παρὼν ὡς αἰτία παγκόσμια ἢ ὁλική. Ἐν ἄλλαις λέξεσιν, ὅταν ὁ Θωμᾶς Ἀκινάτης ἰσχυρίζεται ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι παρὼν κατὰ παρουσίαν δὲν ἐννοεῖ τίποτε ἄλλο πέραν ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἐκεῖνος θεωρεῖ, βλέπει καὶ γνωρίζει ὅ,τι ἀκριβῶς ἔχει δημιουργήσει. Ὅπως λέει καὶ ὁ ψαλμός, ὅλα τὰ ὄντα εἶναι γυμνὰ μπροστὰ στὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ. Ὁ τρίτος κοινὸς τρόπος παρουσίας τοῦ Θεοῦ στὴν κτιστὴ πραγματικότητα εἶναι ὁ κατὰ δύναμιν. Τοῦτο λέγεται σὲ ἀντιδιαστολὴ πρὸς τὶς μανιχαϊκὲς ἀπόψεις, οἱ ὁποῖες ὑποστήριζαν ὅτι ὑπάρχουν δύο δυνάμεις, ἐκείνη τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ. Τὸ καλὸ ταυτιζόταν μὲ τὸ πνεῦμα, ἐνῶ τὸ κακὸ μὲ τὴν ὕλη. Κάθε δύναμη εἶναι περιχαρακωμένη στὰ δικά της ὅρια καὶ δὲν ἐπεκτείνεται στὸ βασίλειο τῆς ἄλλης. Ἔτσι, ὅταν ὁ Θωμᾶς Ἀκινάτης ἰσχυρίζεται ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι παρὼν κατὰ δύναμιν, ἐννοεῖ ὅτι ἀσκεῖ τὴν πρόνοιά του τόσο στὴν πνευματικὴ ὅσο καὶ στὴν ὑλικὴ πραγματικότητα. Ὁ ἰδιαίτερος ἢ ξεχωριστὸς τρόπος παρουσίας τοῦ Θεοῦ ἀφορᾶ στὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ στὰ λογικὰ ὄντα, ἀγγέλους καὶ ἀνθρώπους, στοὺς ἁγίους μέσῳ τῆς κτιστῆς ὑπερφυσικῆς χάριτος καὶ τέλος στὴν ὑποστατικὴ ἕνωση [2].

 Ἐσωτερικὲς καὶ ἐξωτερικὲς πρόοδοι [3]. Στὸ Θεὸ ὑπάρχουν δύο εἴδη προόδων, οἱ ἐμμενεῖς καὶ οἱ μεταβατικές. Ἡ ἐμμενής πρόδος εἶναι μία δράση τοῦ Θεοῦ ἐσωτερική, ἤτοι ἐνέργεια στραμμένη στὸν ἑαυτό της, ἐνῶ ἡ μεταβατικὴ πρόοδος εἶναι μία δράση ἐξωτερική, ἤτοι ἐνέργεια στραμμένη πρὸς ὁτιδήποτε δὲν εἶναι Θεός. Ὡς ἐσωτερικὴ πρόοδος ἐκλαμβάνεται μία δράση διανοητική, ὅπως τὸ γνωρίζειν ἢ τὸ σκέπτεσθαι, πράγματα τὰ ὁποῖα παραμένουν ἀδιαχώριστα ἀπὸ τὸ νοῦ ποὺ τὰ ἐνεργεῖ. Ἔτσι, ὁ διανοητικὸς λόγος παραμένει πάντοτε μέσα στὸ νοῦ. Οἱ ἐσωτερικὲς πρόοδοι εἶναι ἄκτιστοι καὶ ἄρα Θεός, καθότι δὲ διαχέονται πρὸς τὰ ἔξω. Σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ στὶς ἐξωτερικὲς προόδους, αὐτὲς εἶναι ὁπωσδήποτε κτιστές, καθότι δεικνύουν τὴ σχέση αἰτίου καὶ ἐξωτερικοῦ ἀποτελέσματος, ὅπως ἀκριβῶς ἕνα σπίτι βρίσκεται ὡς ἀποτέλεσμα ἐκτός τοῦ νοῦ τοῦ κατασκευαστῆ του. Ἄλλα εἴδη ἐξωτερικῆς προόδου εἶναι τὸ συναίσθημα, καθότι προκαλεῖται ἀπὸ τὴν ἐπενέργεια ἑνὸς ἐξωτερικοῦ ἀντικειμένου καί, καὶ ὁ προφορικὸς λόγος. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι οἱ μόνες δυνατὲς ἄκτιστες ἐνέργειες εἶναι τὰ πρόσωπα τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγ. Πνεύματος, ὅπως θὰ φανεῖ μὲ ἐνάργεια κατωτέρω, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο ὑποστηρίχθηκε καὶ ἀπὸ τοὺς βυζαντινοὺς ἀντιησυχαστὲς τοῦ 14ου αἰώνα.

  Στὸ Θεὸ ὑπάρχουν μόνο δύο ἄκτιστες πρόοδοι [4]. Οἱ δύο ἐσωτερικὲς πρόοδοι ποὺ ἁρμόζουν στὸ Θεὸ εἶναι αὐτὲς τῆς νόησης καὶ τῆς βούλησης. Ἡ νόηση καὶ ἡ βούληση δὲν κάνουν τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὸ νὰ δεικνύουν τὴ γονιμότητα τοῦ Θεοῦ. Ἡ πρώτη πρόοδος γίνεται σύμφωνα μὲ τὴ σχέση νοῦ καὶ νόησης. Ἡ πρόοδος τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ γίνεται κατανοητὴ διὰ τῆς σχέσεως μεταξὺ γνωρίζοντος καὶ γνωριζομένου. Ὁ γνωριζόμενος βρίσκεται ἀναγκαῖα μέσα σὲ ἐκεῖνον ποὺ τὸν γνωρίζει, ὅπως ἀκριβῶς καὶ ἡ νόηση βρίσκεται ἀναγκαῖα μέσα στὸ νοῦ ποὺ νοεῖ. Ἔτσι, ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι ἄλλο παρὰ ἡ αὐτογνωσία τοῦ Πατρός. Ἡ δεύτερη ἐνδοτριαδικὴ πρόοδος εἶναι αὐτὴ τῆς βούλησης ἢ τῆς ἀγάπης. Ὅπως συμβαίνει μὲ τὴν παραμονὴ τοῦ γνωριζόμενου στὸν γνωρίζοντα, ἔτσι ἀκριβῶς καὶ ὁ ἀγαπώμενος παραμένει ἐντός τοῦ ἀγαπῶντος [5]. Ἡ πρόοδος τῆς ἀγάπης ἢ τῆς βούλησης προϋποθέτει ἐκείνη τῆς νόησης, καθότι ὅποιος γνωρίζει, ἀγαπᾶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο γνωρίζει. Αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι τὸ filioque, ἡ νόηση προηγεῖται τῆς ἀγάπης καὶ μαζὶ μὲ τὸ νοῦ τὴν ἐκπορεύουν (ἐνδοτριαδικὴ τάξη). Ἐν ἄλλαις λέξεσιν, ἡ ἀγάπη (Ἅγ. Πνεῦμα) εἶναι ὁ σύνδεσμος μεταξύ τοῦ νοῦ (Πατὴρ) καὶ τῆς νόησης (Υἱός). Τὸ filioque, ἀκόμη, εἶναι ἄρρηκτα συνδεδεμένο μὲ τὴν περίφημη κοινοποίηση τῆς οὐσίας. Ἡ ὑπόσταση καὶ ἡ οὐσία εἶναι τὸ ἴδιο ἀκριβῶς πρᾶγμα στοὺς Λατίνους, ἰδωμένο ὑπὸ ἄλλην ἔποψη. Συνεπῶς, μποροῦν κάλλιστα νὰ ἰσχυρίζονται ὅτι ὁ Πατὴρ κοινοποιεῖ ὅλη του τὴν οὐσία στὸν Υἱὸ καὶ ὁ Υἱὸς στὸ Ἅγ. Πνεῦμα. Προκειμένου, ὅμως, τὸ Ἅγ. Πνεῦμα νὰ διαφέρει ἀπὸ τὸν Υἱό, θὰ πρέπει ὁ δεύτερος νὰ κοινοποιεῖ στὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον τὴ θεία οὐσία. Ἄρα, τὸ λατινικὸ filioque ἐπαναδιατυπώνεται ὡς ἑξῆς: ὁ Πατὴρ κοινοποιεῖ τὴν οὐσία του στὸν Υἱὸ καὶ μαζὶ κοινοποιοῦν τὴν οὐσία στὸ Ἅγ. Πνεῦμα, πρᾶγμα ποὺ σημαίνει ὅτι ἡ διαφορὰ Υἱοῦ καὶ Πνεύματος θεμελιώνεται στὴν κοινοποίηση τῆς ἐκπορευτικῆς ἰδιότητας τοῦ Πατρὸς στὸν Υἱό. Καλὸ εἶναι, λοιπόν, νὰ ἀποφεύγεται ὁ ὅρος κοινοποίηση τῆς οὐσίας ἀπὸ τοὺς μοντέρνους ὀρθόδοξους θεολόγους, καθότι εἰσάγει τὴ μετατροπὴ τοῦ ἰδίου (ἐκπορευτική ἰδιότητα) σὲ κοινό, πρᾶγμα ποὺ καταστρέφει τὸ πατερικὸ ἀξίωμα τῆς διάκρισης μεταξὺ τῶν κοινῶν καὶ τῶν ἀκοινώνητων.

  Στὸ τρίτο μέρος τοῦ ἄρθρου θὰ ἀσχοληθοῦμε μὲ τὸ πῶς ἀκριβῶς βλέπει ὁ Θωμᾶς Ἀκινάτης τὸ πρόσωπο καὶ τὶς ἐνδοτριαδικὲς σχέσεις.

Σημειώσεις:

[1] ST I, q. 8 a. 3. [2] Στὸ σημεῖο αὐτὸ ὁ Θωμᾶς Ἀκινάτης φαίνεται νὰ ἐξισώνει τοὺς χριστούς, ἤτοι τοὺς ἁγίους, μὲ τὸ Χριστό. Γιὰ τὸ Θωμᾶ Ἀκινάτη ἡ ἀνθρωπότητα τοῦ Χριστοῦ δὲν λαμβάνει τὸ πλήρωμα τῶν ἀκτίστων θείων ἐνεργειῶν ἤ, ἀλλιῶς, ὅλα τὰ ἄκτιστα θεῖα ἰδιώματα ποὺ βρίσκονται περὶ τὴν οὐσία τῆς θεότητας. Ἐπ’ αὐτοῦ συμβουλεύτηκα τὸ ἐξαίρετο ἄρθρο τοῦ π. Μαξίμου Λαυριώτη, τὸ ὁποῖο ἀφορᾶ στὸν ἄκτιστο χαρακτήρα τῆς ἀποκάλυψης τοῦ Θεοῦ κατὰ τὴν ὀρθόδοξη παράδοση. Βλ. M. Lavriotes, «La Rivelazione di Dio», στὸ: Riconoscere la Retta Dottrina, ἐπιμέλεια: G. Karalis, edizioni, Theosis Editrice, p. 125-171. Ἑπομένως, ἡ θωμιστικὴ θεολογία δὲν ἀποδέχεται οὔτε τὴν ὑποστατικὴ ἕνωση, τουλάχιστον ἔτσι ὅπως ἀκριβῶς τὴ δέχονται οἱ Ἕλληνες Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Ἀκόμη, ἡ σαβελλιανικὴ ταύτιση ποὺ κάνουν οἱ Λατῖνοι μεταξύ τῆς οὐσίας καὶ τῆς ὑπόστασης δὲν τοὺς ἐπιτρέπει νὰ ὁμιλοῦν γιὰ δύο οὐσίες στὸ Χριστό, τὴν κτιστὴ καὶ τὴν ἄκτιστη, ἀλλὰ γιὰ δύο φύσεις, καθότι θέλουν νὰ ἀποφύγουν τὸν νεστοριανισμό. Ὅμως, ὁ ἅγ. Ἰωάννης Δαμασκηνὸς εἶναι κάτι παραπάνω ἀπὸ σαφής. Οὐσία, φύση καὶ μορφὴ εἶναι τὸ ἴδιο καὶ τὸ αὐτὸ πρᾶγμα. [3] ST I, q. 27 a. 1. [4] ST I, q. 27 a. 3; q. 27 a. 5. [5] Στὴν ὀρθόδοξη παράδοση οἱ ὑποστάσεις δὲ διακρίνονται μὲ βάση τὸ σχῆμα γνωρίζων καὶ γνωριζόμενος ἢ ἀγαπῶν καὶ ἀγαπώμενος, καθότι τόσο ἡ γνώση, ὅσο καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ εἶναι ἄκτιστες ἐνέργειες, ἤτοι ὀνόματα ποὺ ἀναφέρονται σὲ ὅλη τὴν Ἁγία Τριάδα. Ἑπομένως, δὲ μποροῦμε νὰ χρησιμοποιοῦμε κάτι κοινό, προκειμένου νὰ διακρίνουμε τὰ ἰδιαίτερα ἢ τὰ ὑποστατικά.

Previous Article

Κυριακή τῆς Ἀπόκρεω

Next Article

Πατριάρχης Βαρθολομαῖος: «Οἱ κανόνες, τά τείχη τοῦ αἴσχους, τά ὁποῖα πρέπει νά γκρεμίσουμε»