Πνευματικὴ καὶ Ἐθναποστολική του διαδρομή
Ἀφιέρωμα εἰς τὰ 310 ἔτη ἀπὸ τὴν γέννησίν του καὶ 245 ἀπὸ τὸν θάνατόν του
Τῆς Δρ. Φιλ. Μαρίας – Ἐλευθερίας Γ. Γιατράκου
1ον
Τὸ ἔτος 2024 ποὺ διανύουμε ἀποτελεῖ φωτεινὸ ὁρόσημο γιὰ τοὺς Ἕλληνες. Ἡ ἱστορικὴ μνήμη ἀνακαλεῖ σημαντικὰ ἱστορικὰ γεγονότα καὶ μεγάλες μορφὲς ποὺ μὲ τὴ ζωὴ καὶ τὸ ἔργο τους κράτησαν ψηλὰ τὸ Γένος μας, φρόντισαν γιὰ τὸ φωτισμό του καὶ καλλιεργώντας τὴν παιδεία ἔδρασαν μὲ τὴ λαμπρὴ πνευματικὴ διαδρομή τους στὸν προεπαναστατικὸ χῶρο καὶ ἑτοίμασαν τὴ λευτεριά του.
Ἡ ἐπιφανέστερη «λαοπαιδευτικὴ καὶ νεοπατερικὴ μορφὴ» τῆς νεοελληνικῆς ἐθνότητας, ὁ ἐπιβλητικότερος λαϊκὸς ἀναγεννητὴς τῶν τελευταίων χρόνων τῆς τουρκικῆς σκλαβιᾶς ὑπῆρξεν ὁ Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός.
Διδάχος καὶ φωτιστὴς τοῦ Γένους ὁ Πατροκοσμᾶς ἄναψε φωτεινοὺς φάρους παιδείας μὲ τὴν ἵδρυση ἑκατοντάδων σχολείων, καλλιέργησε τὴ γλώσσα μας καὶ προετοίμασε τὴν ὥρα τῆς λευτεριᾶς. Στήριξε τὴν ὀρθόδοξη πίστη τοῦ ὑπόδουλου Ἑλληνισμοῦ κατὰ τὴν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας καὶ συνέβαλε στὴν καταπολέμηση τῆς ἀμάθειας καὶ τῆς δουλείας.
Γεννήθηκε στὸ Ἀπόκουρο τοῦ Μεγάλου Δένδρου Αἰτωλίας[1]. Γιὸς πτωχοῦ ὑφαντῆ, ὁ Κωνσταντῖνος ἢ Κώνστας, ὅπως τὸν ὀνόμαζαν πρὶν γίνει μοναχός, ἀπὸ μαθητὴς τοῦ Διάκου Ἀνανία Δερβιζάνου καὶ τοῦ Ἀναστασίου Γορδίου στὴ Μονὴ τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς, βρέθηκε σπουδαστὴς στὴν «Ἀθωνιάδα Ἀκαδημία» σὲ ἡλικία 35 ἐτῶν. Σὲ μικρὴ ἡλικία μαθήτευσε σὲ διδασκαλεῖα τῆς Παρνασσίδας καὶ τῆς Ναυπακτίας, πλάι σὲ ὀνομαστοὺς ἱεροδιδασκάλους. Ἔμαθε τὰ στοιχειώδη γράμματα ἀπὸ τὸν ἱεροδιάκονο Γεράσιμο Λύτσικα, ἐνῶ στὴν ἡλικία τῶν εἴκοσι ἐτῶν ἔμαθε τὰ γραμματικά, δηλαδὴ τὴν ἐγκύκλιο παιδεία κοντὰ στὸν ἱεροδιάκονο Ἀνανία καὶ δίδασκε ὁ ἴδιος συγχρόνως ὡς ὑποδιδάσκαλος[2]. Βεβαίως οἱ Τοῦρκοι ἔβλεπαν μὲ ὑποψία τοὺς Ἕλληνες δασκάλους ποὺ συχνὰ δίδασκαν φανερὰ γιὰ τὴν οὐράνια πατρίδα καὶ κρυφὰ γιὰ τὴν ἐπίγεια, τὴν Ἑλλάδα καὶ τὴν ἀρχαία δόξα της[3]. Ὁ Ἅγιος ζοῦσε πότε σὰν δάσκαλος, πότε σὰν ἀγρότης, μελετώντας πάντοτε τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ τὰ καλὰ βιβλία ποὺ ἦταν τότε σπάνια καὶ ἀκριβά.
Ἀκούγοντας γιὰ τὴν Ἀθωνιάδα Σχολὴ τοῦ Ἁγίου Ὄρους ξεκίνησε μὲ ἄλλους συνομηλίκους του καὶ νεώτερους γιὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος, νὰ φοιτήσουν στὴν Σχολή, «οὐκ ὀλίγοι», γιὰ νὰ φωτιστοῦν ἐκεῖ κι ὕστερα νὰ φωτίσουν ἄλλους[4]. Πέρασε τὰ πρῶτα χρόνια τῆς ζωῆς του ὡς τσοπανόπουλο. Στὴν ἡλικία τῶν δέκα ἐτῶν διδάχτηκε τὴ στοιχειώδη μόρφωση στὴ Σιγδίτσα τῆς Παρνασσίδας κοντὰ στὸν ἱεροδιάκονο Γεράσιμο Λίτσικα μαθαίνοντας μαζὶ μὲ τὰ γράμματα καὶ τὴν εὐσέβεια. Τὴ γυμνασιακὴ μόρφωση κατέκτησε κοντὰ στὸν ἱεροδιάκονο Ἀνανία, τὸ καλούμενον Δερβιζάνον καὶ τὸν Ἀναστάσιον Γόρδιον στὴ Μονὴ τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς[5]. Ἐπειδὴ εἶχε ζῆλο καὶ εὐσέβεια δίδασκε ὁ ἴδιος τοὺς νεώτερους ὡς «ὑποδιδάσκαλος»[6]. Στὴν «Ἀθωνιάδα Ἀκαδημία» ὁ Κώνστας, ὁ μετέπειτα Κοσμᾶς, εἶχε σπουδαίους διδασκάλους. Τὸν Μεσολογγίτην Παναγιώτην Παλαμᾶ καὶ τὸν «σοφώτατον» Εὐγένιον Βούλγαρη. Κατάκορφα στὴν πόλη τῆς Ἀθωνιάδας βρισκόταν ὡς ἀνύπνωτος φρουρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ Βούλγαρη, ὑλοποιημένο στὴν ἐπιγραφή:
«Γεωμετρήσων εἰσίτω, οὐκ κωλύω | Τῷ μὴ θέλοντι, συζυγώσω τὰς θύρας, | Ἂν ἦλθες γιὰ νὰ μορφωθῆς, δὲν σ’ ἐμποδίζω, πέρνα | μὰ σὰ δὲ θέλεις θὲ νὰ βρεῖς τὴν πόρτα σφαλισμένη[7]»
Ἀνάμεσα στοὺς λαμπροὺς συσπουδαστὲς τοῦ Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ ἦταν καὶ ὁ ἱεροσπουδαστὴς διάκονος, Ἄνθιμος Ὀλυμπιώτης, ἀπὸ τὴν Μονὴ τῆς Παναγίας τῆς Ὀλυμπιώτισσας.
Ἡ Ἀθωνιάδα Σχολὴ ποὺ ἱδρύθηκε στὰ 1750 ἂν καὶ νέο ἐκπαιδευτήριο, ἦταν ξακουστὴ σ’ ὅλη τὴν ἐπικράτεια τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἕδρα της ἡ κοιτίδα τῆς ὀρθοδοξίας στὸ Ἅγιον Ὄρος, ἡ κιβωτὸς τῆς βυζαντινῆς Γραμματείας μὲ τὶς πολύβιβλες βιβλιοθῆκες τῶν ἄρτια ὀργανωμένων μοναστηριῶν της, καὶ τοὺς ὀνομαστοὺς λογίους ποὺ δίδασκαν ἐκεῖ, ὅπως ἦταν ὁ Κυπριανός, ὁ Παναγιώτης Παλαμᾶς, ὁ Εὐγένιος Βούλγαρης, ὁ Νικόλαος Τσαρζιούνης ἀπὸ τὸ Μέτσοβο, ὁ Νεόφυτος Καυσοκαλυβίτης ποὺ ἀποτελοῦσαν ἐγγύηση γιὰ τὴν παροχὴ παιδείας ποιότητας γιὰ ὅσα ἑλληνόπουλα ἐπιθυμοῦσαν νὰ διακριθοῦν μέσα στὴ χορεία τῶν λογίων τοῦ Γένους καὶ τῆς Ἐκκλησίας. Σχολάρχης, μία ἀπὸ τὶς σοφότερες φυσιογνωμίες τοῦ ἑλληνισμοῦ, ὁ Κερκυραῖος Εὐγένιος Βούλγαρης[8]. Διορίζοντάς τον ὡς Σχολάρχην ὁ Πατριάρχης Κύριλλος Ε΄ τὸν χαρακτήρισε ὡς «ἄνδρα πεπαιδευμένον καὶ λόγιον καὶ παντοδαπαῖς ἐπιστήμαις κεκοσμημένον, καὶ δυνάμενον παιδεῦσαι τοῖς μαθηταῖς οὐ μόνον τὴν γραμματικὴν καὶ τὴν λογικὴν τέχνην, ἀλλὰ καὶ τὴν φιλοσοφίαν καὶ τὰς μαθηματικὰς ἐπιστήμας, καὶ μὴ καὶ τὴν θεολογίαν καὶ ὅσα τὴν ἠθικὴν φιλοσοφίαν ἀνήκουσι».
Ἡ μόρφωση λοιπὸν ποὺ ἔλαχεν ὁ Πατροκοσμᾶς δὲν ἦταν ἡ τυχαία. Ἐξάλλου κι ὁ ἱκανότατος Μεσολογγίτης δάσκαλος, ὁ Παναγιώτης Παλαμᾶς, φημιζόταν ὡς «τὸ θαῦμα τῆς Ἑλλάδος πάσης» κι ἐκπροσωποῦσε τὴ λόγια μεταβυζαντινὴ παράδοση[9]. Συζητώντας ὁ σπουδαστὴς Κώνστας μὲ τὸν συσπουδαστή του στὴν Ἀθωνιάδα, Ἄνθιμο Ὀλυμπιώτη διεκτραγωδοῦσαν τὴν τραγικὴ κατάσταση ποὺ μάστιζε τὴν Ἑλλάδα. Καὶ συμπλήρωσε ὁ Κώνστας, μετέπειτα Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός. «Δὲ βλέπεις ὅτι ἀγρίεψε τὸ Γένος μας ἀπὸ τὴν ἀμάθεια καὶ γίναμε σὰν τ’ ἄγρια θεριά;» Ἀγιάτρευτος, καημὸς τοῦ Πατροκοσμᾶ ἡ ἀπαιδευσία καὶ ἀμάθεια τοῦ Γένους, ἐξαιτίας τῆς ὁποίας οἱ Ἕλληνες κατάντησαν «ἄγρια θεριά». Ἂς σημειωθεῖ ὅτι ὁ σπουδαστὴς Κώνστας ἐκάρη ἀργότερα, τὸ 1759 μοναχὸς στὴ μονὴ Φιλοθέου τοῦ Ἄθω καὶ μετονομάστηκε Κοσμᾶς. Μὲ τὴ φλογερὴ πίστη του, τὸν ἱεραποστολικὸ καὶ ἐθναποστολικό του ζῆλο ἔκανε ἔργο τεράστιο καὶ ἀνυπολόγιστης ἀξίας στὸ χῶρο τῆς παιδείας. Ἀπευθυνόμενος στὸν συσπουδαστή του Ἄνθιμο Ὀλυμπιώτη ἐπεσήμανε τὴν ἀνάγκη μόρφωσης τῶν Ἑλλήνων: «Ἡ ἁγία μας ἐκκλησία ἔχει μυστήρια. Μὰ τὰ ἔχει κρυμμένα καὶ θέλουν ξεσκέπασμα. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ μανθάνουν ὅλοι τὰ γράμματα, διὰ νὰ καταλαμβάνουν ποῦ περιπατοῦν». Τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Πατροκοσμᾶ περιλαμβάνονται σὲ Διδαχή του. Καὶ συμπλήρωνε ὁ Κοσμᾶς: «Αὐτὸν τὸν κοσμάκη πρέπει νὰ σώσουμε καὶ μαζί του τὸ Γένος. Νὰ τὸν κρατήσουμε, στὴν ἀμώμητη πίστη μας, μὰ σὲ μία πίστη ποὺ νὰ τὴν ξέρει»[10].
Ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς ἔμεινε στὸ Ἅγιον Ὄρος περίπου δέκα χρόνια (1750-1760). Ἐπανήρχετο ἀργότερα, διακόπτοντας τὶς περιοδεῖες του, γιὰ νὰ ξεκουράζεται, νὰ ἀνανεώνεται καὶ νὰ ἐνισχύεται πνευματικά.[11] Στὸ διάστημα αὐτῆς τῆς δεκαετίας ποὺ παρέμεινε στὸ Ἅγιον Ὄρος μελετοῦσε, προσηύχετο καὶ ἠσκεῖτο, καὶ μία σκέψη τὸν βασάνιζε, ὅπως ἀργότερα ἀποκάλυψε ὁ ἴδιος: «Πόθεν ἐπαρακινήθηκα ἀδελφοί μου, θέλω σᾶς φανερώσω τὴν αἰτία». Ἀναχωρώντας ἀπὸ τὴν πατρίδα μου – εἶναι ἕως σαράντα – πενῆντα χρόνους – ἐπεριπάτησα τόπους πολλούς, κάστρη, χῶρες καὶ χωριὰ καὶ μάλιστα εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν, μὰ περισσότεραν ἐκάθισα εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος δεκαεπτὰ χρόνους καὶ ἔκλαια διὰ τὶς ἁμαρτίες μου.
Σημειώσεις:
[1] Βλ. περισσότερα, Ἰωάννης Μενοῦνος, Ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, Διδαχὲς καὶ Βιογραφία, ἔκδοση πέμπτη, Ἀθήνα 1979, σ. 13. [2] Βλ. Κοσμᾶς Αἰτωλός, Βικιπαίδεια, σ. 1. [3] Βλ. Ἰωάννου Μενούνου, ὅ.π., Ἀθήνα 1979, σ. 15. [4] ὅ.π. [5] Βλ.Ἰωάν. Μενοῦνος, ὅ.π. καὶ Μαρία-Ἐλευθερία Γ. Γιατράκου, Διδάσκαλοι στὴ ροὴ τῆς Ἱστορίας, Πρακτικὰ 50οῦ Παιδαγωγικοῦ Συνεδρίου «Ἡ πρόκληση τῆς σύγχρονης Παιδείας γιὰ διαχρονικὲς Ἀξίες καὶ Πρόσωπα» Ἀθήνα 2009, Θεσσαλονίκη καὶ Πάτρα 2010, σσ. 56. [6] Βλ. ὅ.π. [7] Βλ. Βαγγέλης Σκουβαρᾶς Ἄνθιμος Ὀλυμπιώτης, Ἀθήνα, χ.χ. ἔκδοση «ΑΣΤΗΡ», σ. 52. [8] Βαγγέλη Σκουβαρᾶ, Ἄνθιμος Ὀλυμπιώτης, ὅ.π., σ. 48,50. [9] ὅ.π., σ. 56. [10] Βαγγέλης Σκουβαρᾶς, ὅ.π., σ. 60. [11] Ἰωάννης Β. Μενοῦνος, ὅ.π., σ. 16.




